Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΤΗΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗς

Στις αρχές του 19ου αιώνα οι πιο πολλές χώρες στη Λατινική Αμερική ήταν αποικίες που τις κατείχαν δυο φεουδαρχικά - απολυταρχικά κράτη, η Ισπανία και Πορτογαλία. Οι ισπανικές κτήσεις ήταν τα αντιβασιλεία Λα Πλάτα (τα σημερινά κράτη Αργεντινή, Ουρουγουάη, Παραγουάη, Βολιβία), Νέα Ισπανία (Μεξικό, και ένα μέρος από την Κεντρική Αμερική), Νέα Γρανάδα (Κολομβία, Παναμάς, Βενεζουέλα, Ισημερινός) και Περού (τα σημερινά κράτη Περού και Χιλή). Ακόμη η Ισπανία κατείχε τις νήσους Κούβα, Πόρτο Ρίκο και ένα μέρος απ' τον Αγιο Δομήνικο. Στην Πορτογαλία ανήκε η Βραζιλία που έπιανε τη μισή σχεδόν έκταση της Νότιας Αμερικής.
Το ξέσπασμα του απελευθερωτικού κινήματος στη Λατινική Αμερική τοποθετείται περί το 1810 με τις πρώτες εξεγέρσεις στα μεγάλα αποικιακά κέντρα Καράκας, Μπουένος Αϊρες, Κίτο, Μπογκοτά και στη συνέχεια εξαπλώνεται σ' ολόκληρη τη Νότια και την Κεντρική Αμερική.
Ο αγώνας για την ανεξαρτησία της Λατινικής Αμερικής έχει τεράστια ιστορική σημασία. Με τον αγώνα αυτό οι λαοί, που κατοικούσαν στις άλλοτε ισπανικές και πορτογαλικές αποικίες, απέκτησαν την εθνική τους ανεξαρτησία και αυτό εξυπηρετούσε τα ζωτικά τους συμφέροντα. Στην αμερικανική ήπειρο ιδρύθηκαν νέα κράτη - το Μεξικό, η Βολιβία, η Κολομβία, η Χιλή, το Περού, η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Παραγουάη, και οι Ενωμένες Επαρχίες της Κεντρικής Αμερικής που χωρίστηκαν αργότερα σε πέντε δημοκρατίες (Γουατεμάλα, Ονδούρα, Κόστα Ρίκα, Νικαράγουα και Σαλβαδόρ). Η Ουρουγουάη που στα 1817 είχε κυριευτεί από τα βραζιλιάνικα στρατεύματα απελευθερώθηκε στα 1825. Ο αγώνας των λαών της Λατινικής Αμερικής για την ανεξαρτησία τους αντικειμενικά εξυπηρετούσε την καπιταλιστική ανάπτυξη, που εμποδιζόταν από το αποικιακό καθεστώς. Στο σύνολό του ο αγώνας ήταν πανεθνικός. Σ' αυτόν πήραν μέρος διάφορες τάξεις και στρώματα της αποικιακής κοινωνίας - οι ντόπιοι Ινδιάνοι αγρότες, οι νέγροι - δούλοι, οι βιοτέχνες, η αστική τάξη που τότε γεννιόταν, οι τσιφλικάδες, οι διανοούμενοι και ένα μέρος από τον κατώτερο κλήρο. Αποφασιστική δύναμη ήταν οι λαϊκές μάζες, ο βασικός πυρήνας στους στρατούς του Μπολιβάρ, του Σαν Μαρτίν, του Οχίγκινσον, του Ιντάλγκο, του Μορέλος και των άλλων ονομαστών αρχηγών του απελευθερωτικού πολέμου.
Η διάδοση του φιλελευθερισμού και η ανάδυση των εθνικών ιδεών στη Λατινική Αμερική οδήγησαν, στις αρχές του 19ου αιώνα, σε επαναστάσεις κατά της ισπανικής και πορτογαλικής αποικιακής κυριαρχίας και στην ίδρυση ανεξάρτητων κρατών (Αργεντινή, Παραγουάη, Χιλή, Περού, Μεξικό, Βραζιλία, Βολιβία, Ισημερινός, Βενεζουέλα, Κολομβία). Ηγετική φυσιογνωμία υπήρξαν ο Σιμόν Μπολίβαρ (1783-1830) από τη Βενεζουέλα, ο οποίος, αφού απελευθέρωσε μεγάλο τμήμα της Λατινικής Αμερικής (Βενεζουέλα, Κολομβία, Βολιβία), προσπάθησε να δημιουργήσει συνομοσπονδία λατινοαμερικανικών κρατών αλλά χωρίς επιτυχία.
Λίγοι μεγάλοι γαιοκτήμονες μονοπωλούσαν τη γη και τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας, ενώ οι αγρότες, που αποτελούσαν και τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Στην Αμερική, τόσο στη Βόρεια όσο και στη Νότια, τα εθνικά κράτη που προέκυψαν από τις πρώην αποικίες της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας φαίνονταν να είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων τους στην Ευρώπη. Γενικά, ο Νέος Κόσμος ήταν -ή, σωστότερα, φαινόταν να είναι- προέκταση του κόσμου της γηραιάς ηπείρου, από την άποψη των θεσμών, των αρχών και των αξιών που εισήχθησαν για τη συγκρότηση των νέων χωρών. Ωστόσο, η ελευθερία, οι αντιπροσωπευτικοί και συνταγματικοί θεσμοί και η κοσμική εξουσία, στη βάση των οποίων οικοδομήθηκαν οι νέες πολιτείες, εφαρμόστηκαν σε νέο περιβάλλον και για τον λόγο αυτόν οι πολιτείες που προέκυψαν ήταν διαφορετικές από τις πρωτότυπες.
Στην Ισπανική Λατινική Αμερική, η Επανάσταση του 1848 εμφανίστηκε στη Νέα Γρανάδα, όπου Κολομβιανοί φοιτητές, φιλελεύθεροι και διανοούμενοι απαίτησαν την εκλογή του Στρατηγού Χοσέ Χιλάριο Λόπεζ. Αυτός ανέλαβε την εξουσία το 1849 και ξεκίνησε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, καταργώντας τη δουλεία και τη θανατική ποινή και παρέχοντας ελευθερία τύπου και θρησκείας. Η προκύπτουσα αναταραχή στην Κολομβία διήρκεσε τέσσερις δεκαετίες. Από το 1851 έως το 1885 η χώρα υπέφερε από τέσσερις γενικούς εμφύλιους πολέμους και 50 τοπικές επαναστάσεις.
Στη Χιλή οι επαναστάσεις του 1848 ενέπνευσαν τη Χιλιανή Επανάσταση του 1851.
Στη Βραζιλία η "Εξέγερση Παϊρέιρα", ένα κίνημα στο Περναμπούκου, διήρκεσε από το Νοέμβριο του 1848 έως το 1852. Ανεπίλυτες διαμάχες που είχαν απομείνει από την περίοδο της αντιβασιλείας και η τοπική αντίσταση στην εδραίωση της Αυτοκρατορίας της Βραζιλίας, που είχε ανακηρυχθεί το 1822, συνέβαλαν να φυτρώσουν οι σπόροι της επανάστασης. Στην παρακάτω γκραβούρα φαίνεται η επανάσταση στη Στοκχόλμη της Σoυηδίας:
Το αυτονομιστικό κύμα που σάρωσε τη Νότια Αμερική για να φέρει τις ισπανικές αποικίες στα χέρια των νόμιμων κατόχων τους έμελλε να μείνει γνωστό ως «Λατινοαμερικάνικοι Πόλεμοι Ανεξαρτησίας». Το Μεξικό ήταν η πρώτη χώρα που εξεγέρθηκε και προσπάθησε να πετύχει την πολυπόθητη ανεξαρτησία του, αν και η επανάσταση εκεί καταπνίγηκε στο αίμα. Και τότε ήρθε ο Σιμόν Μπολιβάρ! Με έδρα το Καράκας, ο επαναστατημένος άντρας ηγήθηκε του κινήματος για την ανεξαρτησία της Βενεζουέλας: παρά τις αρχικές του όμως επιτυχίες, που έδειχναν ότι το απελευθερωτικό μέτωπο θα πετύχαινε τους σκοπούς του, τα ισπανικά στρατεύματα επικράτησαν τελικά. Τότε, το 1815, το Μεξικό εξεγέρθηκε εκ νέου κατά του ισπανικού στέμματος, μετρώντας και πάλι φειδωλή επιτυχία, αν και οι Λατινοαμερικάνικοι Πόλεμοι Ανεξαρτησίας ήταν μόνο στην αρχή τους!
Την επόμενη χρονιά, ο Μπολιβάρ επέστρεψε στη Βενεζουέλα στρατολογώντας και πάλι όποιον μπορούσε να βρει, την ίδια ώρα που το 1817 ο Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν νικούσε τους Ισπανούς στη Χιλή, στην πρώτη μεγάλης κλίμακας νίκη των γηγενών Λατινοαμερικανών κατά του ισπανού αποικιοκράτη, αυτή που θα εγκαινίαζε μια πραγματική χιονοστιβάδα θριάμβων κατά των Κονκισταδόρων. Η ανεξαρτησία των χωρών της Νότιας Αμερικής δεν μπορούσε πια να ανακοπεί, αν και θα έφτανε στο απόγειό της λίγο αργότερα, όταν ο Μπολιβάρ μετέφερε τη φλόγα της επανάστασης σε κάθε γωνιά της ηπείρου, κατακτώντας το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Λατινικής Αμερικής. Το Μεξικό ήταν έτοιμο να πιάσει για άλλη μια φορά τα όπλα, την ίδια ώρα που τα απομεινάρια της ισπανικής ηγεμονίας στην περιοχή θα απομακρύνονταν λίγο αργότερα από το πρωτοπαλίκαρο του Μπολιβάρ, τον στρατηγό Αντόνιο Χοσέ ντε Σούκρε.
Με το που έγινε ανεξάρτητο κράτος η Ισπανική Αϊτή το 1822, όλο το σύμπλεγμα της Ισπανιόλας πέρασε γρήγορα στα χέρια του αϊτινού ζυγού, όπου και θα παρέμενε για τα επόμενα 22 χρόνια, μέσα σε καθεστώς διαφθοράς, αυθαιρεσιών και βίας.
Κι έτσι ο λαός του Δομίνικου αποφάσισε να αποτινάξει την κηδεμονία της Αϊτής βίαια, βρίσκοντας στον νεαρό πατριώτη Χουάν Πάμπλο Ντουάρτε το απόλυτο είδωλο του δίκαιου αγώνα του. Ο ίδιος, με μια σειρά ακόμα ηγετών, είχαν κηρύξει τον ανένδοτο στην Αϊτή μέσα από το αντάρτικο κίνημά τους ήδη από το 1838 (Λα Τρινιτάρια), όταν τα 9 αρχικά μέλη της Αντίστασης οργανώθηκαν σε τρεις ένοπλους θύλακες. Οι ομάδες των τριών αναπτύχθηκαν έτσι αυτόνομα, διατηρώντας πάντα την αυστηρή μυστικότητά τους με λίγη ή και καθόλου αλληλεπίδραση μεταξύ τους, στην προσπάθειά τους να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανότητες εντοπισμού τους από τις αϊτινές αρχές.
Το 1843 ήταν η καθοριστική χρονιά, όταν το αυτονομιστικό κίνημα συνεργάστηκε για πρώτη φορά με πολιτικό φορέα, ένα κόμμα που είχε ανατρέψει τον σκιώδη πρόεδρο. Στις 27 Φεβρουαρίου 1844 (πλέον η Μέρα Ανεξαρτησίας του Δομίνικου) οι αντάρτες κατέλαβαν την πρωτεύουσα αιφνιδιάζοντας και σκορπίζοντας στους τέσσερις ανέμους την αϊτινή φρουρά: μέσα σε δύο μέρες, όλοι οι αϊτινοί αξιωματούχοι είχαν εγκαταλείψει τον Άγιο Δομίνικο, δίνοντας έτσι υπόσταση στην ανεξάρτητη Δομινικανή Δημοκρατία.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1821 ανακηρύσσονται ανεξάρτητα κράτη η Κόστα Ρίκα, η Γουατεμάλα, η Ονδούρα, η Νικαράγουα και το Σαλβαδόρ. Μια μέρα που συμβολίζει τον αγώνα των λαών της Λατινικής Αμερικής για την αποτίναξη των δεσμών της ισπανικής και πορτογαλικής αποικιοκρατίας.
Σε πολιτικό επίπεδο, μετά την ανεξαρτησία ακολούθησε μια περίοδος μεγάλης αστάθειας. Σε κάποια κράτη εγκαθιδρύθηκαν δικτατορίες, που όξυναν, με την πολιτική τους, τα προβλήματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μεξικού, όπου η μακροχρόνια δικτατορία του Πορφίριο Ντίας (1876-1911) έφερε την ανάπτυξη για τους λίγους, αλλά οδήγησε την πλειονότητα στην εξαθλίωση, με αποτέλεσμα να ανατραπεί από τη μεξικανική επανάσταση των ετών 1910-1911 με επικεφαλής τους Εμιλιάνο Ζαπάτα και Πάντσο Βίγια.
Εξίσου εμβληματική φυσιογνωμία υπήρξε και ο Αργεντινός Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν. Ο Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν γεννήθηκε το 1778 στο Γιαπεγιού της Αργεντινής από οικογένεια κρεολών Ισπανών ευγενών, όπου λίγα χρόνια μετά την γέννησή του εγκαταστάθηκαν στην Ισπανία. Το 1791 κατατάχθηκε στον ισπανικό στρατό και διακρίθηκε στους πολέμους εναντίον του Μέγα Ναπολέοντα. Το 1811, ως αντισυνταγματάρχης, επέστρεψε στην Αργεντινή όπου έλαβε μέρος στον επαναστατικό αγώνα για την εκδίωξη των Ισπανών από την χώρα. Μετά την νικηφόρα μάχη του Σαν Λορένσο (1813), ανέλαβε την ηγεσία του επαναστατικού στρατού της Αργεντινής και συνέβαλε αποφασιστικά στην πλήρη επικράτηση του αγώνα.
Ο Σαν Μαρτίν κατέβαλε ιδιαίτερες προσπάθειες για την οργάνωση γενικότερου στρατηγικού σχεδίου για την επέκταση του απελευθερωτικού αγώνα και στις γειτονικές ισπανοκρατούμενες περιοχές, που θα μπορούσε να οδηγήσει και σε πολιτική και εθνική ενοποίηση των λαών της Νότιας Αμερικής. Στα πλαίσια της προσπάθειας αυτής, ο Σαν Μαρτίν οργάνωσε ισχυρές δυνάμεις, από Αργεντίνους και Χιλιανούς που πέρασε τις Άνδεις (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1817) και κατόρθωσε να νικήσει τους Ισπανούς στην μάχη στο Τσακαμπούκο, τον ίδιο χρόνο, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ανεξαρτησία της Χιλής. Αμέσως μετά στράφηκε προς το Περού και με την βοήθεια του χιλιανού στόλου, απελευθέρωσε την Λίμα (Ιανουάριος 1821, λίγο πριν την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης του 1821). Για ένα διάστημα διατέλεσε προσωρινός κυβερνήτης του Περού, και εφάρμοσε πρωτοποριακές μεταρρυθμίσεις για την εποχή, όπως κατάργηση της δουλείας και βελτίωση της ζωής των εκεί Ινδιάνων.
Το 1822 ο Σαν Μαρτίν συναντήθηκε με τον Βενεζουελανό απελευθερωτή Σιμόν Μπολιβάρ, στον Ισημερινό αλλά δεν κατάφεραν να συντονίσουν τον στρατηγικό και την πολιτική τους, στα πλαίσια ενός κοινού απελευθερωτικού αγώνα και οι συζητήσεις κατέληξαν σε αποτυχία. Ως συνέπεια αυτής της αποτυχίας, όπως και άλλων διαφορών που είχαν ανακύψει στο επαναστατικό στρατόπεδο της Αργεντινής, ο Σαν Μαρτίν παραιτήθηκε, την 20 Σεπτεμβρίου 1822 και αυτοεξορίστηκε στις Βρυξέλλες του Βελγίου (1824). Πέθανε στην Βουλώνη της Γαλλίας. Σήμερα τιμάται ως εθνικός ήρωας στην Αργεντινή.
Περού: στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι περισσότερες χώρες της Νότιας Αμερικής πολεμούσαν για την ανεξαρτησία τους, το Περού παρέμενε πιστό στο Ισπανικό στέμμα. Η άρχουσα τάξη δίσταζε ανάμεσα στη χειραφέτηση και την Ισπανική μοναρχία, και τελικά η ανεξαρτησία έγινε πραγματικότητα μόνο μετά τις στρατιωτικές εκστρατείες του Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν και του Σιμόν Μπολίβαρ.
Κατά τα πρώτα χρόνια του νέου ανεξάρτητου κράτους του Περού, οι εσωτερικές έριδες μεταξύ των στρατιωτικών ηγετών για την εξουσία παρέτειναν την πολιτική αστάθεια. Η εθνική ταυτότητα ενδυναμώθηκε αυτή την περίοδο, καθώς τα σχέδια της γειτονικής Βολιβίας για μία ενιαία συνομοσπονδία όλων των κρατών της Λατινικής Αμερικής απέβησαν άκαρπα. Μεταξύ των δεκαετιών του 1840 και του 1860, το Περού διήνυσε μια περίοδο σταθερότητας υπό την προεδρία του Ραμόν Καστίγια, με αυξημένα κρατικά έσοδα από τις εξαγωγές γουανό (ενός μείγματος κοπριάς και στοιχείων επεξεργασμένης οργανικής ύλης που χρησιμοποιούνταν ως καύσιμο).
Μέχρι το 1870 όμως, η πλουτοπαραγωγική πηγή του γουανό εξαντλήθηκε και η χώρα βρέθηκε χρεωμένη, πυροδοτώντας για μία ακόμη φορά τις εμφύλιες διαμάχες.
Μετά την ήττα του από τη Χιλή στον Πόλεμο του Ειρηνικού το 1883, στο Περού ακολούθησε η σταθερότητα της ηγεσίας του Αστικού Κόμματος, μέχρι την άνοδο στην εξουσία του αυταρχικού καθεστώτος του Αουγούστο Λεγκία. Η μεγάλη ύφεση στις αρχές του 20ου αιώνα, προκάλεσε την πτώση του Λεγκία, τροφοδότησε πολιτικές αναταραχές και ήταν η αιτία της ανόδου της Αμερικανικής Λαϊκής Επαναστατικής Συμμαχίας (APRA). Η διαμάχη μεταξύ της συμμαχίας, του πολιτικού κατεστημένου και του στρατού καθόρισε τη ζωή του Περού για τις επόμενες τρεις δεκαετίες.
Το 1962 ο περουβιανός στρατός αρνήθηκε να αναγνωρίσει την εκλογική νίκη του υποψηφίου της Αριστεράς, Ραούλ Άγια ντε λα Τόρε, με το σοσιαλδημοκρατικό APRA στις προεδρικές εκλογές. Η νίκη του Άγια ντε λα Τόρε μόνο με 6.000 ψήφους διαφορά και χωρίς απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή έκανε τους στρατιωτικούς να πιστεύουν ότι η εκλογή του θα αποτραπεί από το κογκρέσο. Πραγματικά, ο Άγια ντε λα Τόρε ήρθε σε συνδιαλλαγή με τον άσπονδο εχθρό του, στρατηγό Μανουέλ Οδρία και πραξικοπηματία ηγέτη της χώρας από το 1948 έως το 1956, για να υποστηρίξει αυτόν ως πρόεδρο. Στις 17 Ιουλίου τα τανκς κύλησαν στους δρόμους της Λίμας και ο στρατηγός Πέρες Γκοντόι ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, επικεφαλής 12μελούς χούντας. Το 1968, ο στρατός με την ηγεσία του στρατηγού Χουάν Βελάσκο Αλβαράδο πραγματοποίησε πραξικόπημα για την ανατροπή του πρόεδρου Φερντάντο Μπελαούντε. Το νέο καθεστώς έκανε ριζικές αλλαγές για την προώθηση της ανάπτυξης αλλά δεν κατάφερε να έχει σημαντικό λαϊκό έρεισμα.
Το 1970 ένας σεισμός αφάνισε το ορεινό θέρετρο Γιουνγκάι. Την τραγωδία δεν την προκάλεσε τόσο η ίδια η δόνηση όσο ο τεράστιος όγκος πάγου, χωμάτων και βράχων που απελευθέρωσε από τους παγετώνες των Άνδεων και πέρασε με ταχύτητα σχεδόν 400 χλμ/ώρα από την κοιλάδα του Γιουνγκάι, θάβοντας και ισοπεδώνοντας πόλεις και χωριά από τα βουνά μέχρι τα παράλια του Ειρηνικού. "Ο ακριβής υπολογισμός του αριθμού των νεκρών ξεπερνά τις δυνατότητές μας", ομολόγησε ο εκπρόσωπος Τύπου της κυβέρνησης του Περού αλλά, συνολικά, πιστεύεται πως ξεπέρασαν τους 70.000, ενώ οι τραυματίες και οι άστεγοι υπολογίστηκαν σε εκατοντάδες χιλιάδων. Στο ίδιο το Γιουνγκάι, οι επιζώντες δεν ξεπέρασαν τους 130 ενώ από πολλά από τα δεκάδες χωριά που το περιέβαλαν δεν απέμεινε το παραμικρό ίχνος.
Το 1975 ο στρατηγός Φρανσίσκο Μοράλες Μπερμούδες επέβλεψε την επαναφορά της δημοκρατίας. Κατά τη δεκαετία του '80, το Περού αντιμετώπισε ένα σημαντικό εξωτερικό δημόσιο χρέος, συνεχώς αυξανόμενο πληθωρισμό, ανεξέλεγκτο λαθρεμπόριο ναρκωτικών και έντονη πολιτική βία. Κατά την προεδρία του Αλμπέρτο Φουτζιμόρι το διάστημα 1990-2000, η χώρα ανέκαμψε, αν και η κυβέρνηση παραιτήθηκε το 2000 με κατηγορίες αυταρχισμού, διαφθοράς και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μετά το τέλος της κυβέρνησης Φουτζιμόρι, το Περού προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη διαφθορά και να συντηρήσει την ανάπτυξη. Το 2006 τις εκλογές κέρδισε ο Άλαν Γκαρσία (Alan García), που τον διαδέχθηκε ο νικητής των εκλογών του 2011, Ογιάντα Ουμάλα. Έπειτα από τις εκλογές του 2016, πρόεδρος εξελέγη ο Πέδρο Πάμπλο Κουτσίνσκι.
Η Αργεντινή ενίσχυσε την ευημερία και τον πλούτο της μεταξύ του 1880 και του 1929, καθώς ήταν μία από τις δέκα πλουσιότερες χώρες στον κόσμο με μία επικερδή οικονομία βασισμένη στην αγροτική παραγωγή.
Με τη μετανάστευση και τη μείωση της θνησιμότητας, ο πληθυσμός σχεδόν πενταπλασιάστηκε και τα οικονομικά μεγέθη έγιναν σχεδόν 15 φορές μεγαλύτερα. Στην πολιτική σκηνή κυριαρχούσαν συντηρητικά συμφέροντα με μη δημοκρατικά μέσα μέχρι το 1912, όταν ο πρόεδρος Ροκέ Σάενς Πένια καθιέρωσε την καθολική (μόνο για τους άντρες) και μυστική ψηφοφορία. Αυτό επέτρεψε στους παραδοσιακούς αντιπάλους των συντηρητικών, δηλαδή την κεντρώα Ριζοσπαστική Αστική Ένωση, να κερδίσει τις πρώτες ελεύθερες εθνικές εκλογές το 1916. Ο πρόεδρος Ιπόλιτο Ιριγόγιεν εφάρμοσε κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις και ενίσχυσε την υποστήριξη στις αγροτικές οικογένειες και τις μικρές επιχειρήσεις. Η μεγάλη οικονομική κρίση και η πολιτική απομόνωση όμως, οδήγησε στην παύση του από τον στρατό το 1930. Το διάδοχο συντηρητικό καθεστώς κυβέρνησε για μία δεκαετία, εφαρμόζοντας προστατευτικές πολιτικές. Η Αργεντινή παρέμεινε ουδέτερη κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και για το μεγαλύτερο μέρος του Δεύτερου, ενώ ήταν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές εφοδίων και τροφής για τους Συμμάχους.
Η πολιτική αλλαγή οδήγησε στην προεδρία του Χουάν Περόν το 1946, ο οποίος υποστήριξε την εργατική τάξη και διέδωσε το συνδικαλισμό, εφαρμόζοντας παράλληλα κοινωνικά και εκπαιδευτικά προγράμματα. Η σύζυγος του Περόν, Εύα Περόν, γνωστή και ως Εβίτα, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο ως πρώτη κυρία κατά τις δύο πρώτες θητείες του Περόν. Αποτελούσε την κινητήρια δύναμη για την επιτυχία του Περόν στην εργατική τάξη. Το 1947 ίδρυσε το Ίδρυμα Εύα Περόν με προσανατολισμό κοινωνικής προσφοράς[17].
Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που η χώρα προσανατολίζονταν στην κοινωνική πρόνοια, κάτι που συνάντησε την αντίδραση της ολιγαρχίας. Η Εβίτα ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον μη εκφραστικό Περόν και τους υποστηρικτές του. Εισήγαγε την ψήφο των γυναικών και οργάνωσε το Γυναικείο Κόμμα Περονιστών[18]. Κατά τις δύο πρώτες θητείες του Περόν ενισχύθηκε η βιομηχανική και αστική ανάπτυξη[16]. Μετά το θάνατο της Εβίτα το 1952 στην ηλικία των 33 ετών, η κυβέρνηση Περόν αποσυντονίστηκε μέσα από διαμάχες με την Καθολική Εκκλησία. Ο Περόν απομάκρυνε αρκετούς σημαντικούς και ικανούς συμβούλους του, ενώ προώθησε τον απολυταρχισμό. Ένα βίαιο πραξικόπημα τον ανέτρεψε το 1955, μετά από τον βομβαρδισμό της Κάσα Ροσάδα και το θάνατο πολλών πολιτών. Ο Περόν διέφυγε στο εξωτερικό και τελικά παρέμεινε στην Ισπανία.
Μετά από προσπάθειες υποβάθμισης της επιρροής του Περόν και τον εξοστρακισμό των Περονιστών από την πολιτική ζωή, οι εκλογές του 1958 έφεραν τον Αρτούρο Φροντίτσι στην κυβέρνηση, ο οποίος είχε την υποστήριξη μερικών οπαδών του Περόν, ενώ η πολιτική του ενίσχυσε τις απαιτούμενες επενδύσεις στη βιομηχανία και την ενέργεια, που παρουσίαζαν μεγάλο έλλειμμα για την Αργεντινή. Ο στρατός όμως παρενέβαινε συχνά υπέρ των συντηρητικών συμφερόντων και τα αποτελέσματα της πολιτικής ήταν αμφιλεγόμενα[16]. Ο Φροντίτσι υποχρεώθηκε σε παραίτηση το 1962. Στις 8 Αυγούστου του 1962, ξέσπασε κρίση μεταξύ της κυβέρνησης και πραξικοπηματιών, η οποία έληξε στις 24 Σεπτεμβρίου με την επικράτηση μετριοπαθέστερων αντιπερονιστών, πιστών στον πρόεδρο του στρατιωτικού καθεστώτος Χοσέ Μαρία Γκουίντο.
Το 1963 εκλέχθηκε ο Αρτούρο Ουμπέρτο Ίγια και εφάρμοσε επεκτατικές πολιτικές. Παρά την ευημερία, οι προσπάθειές του να συμπεριλάβει περονιστές στην πολιτική σκηνή κατέληξε στην επέμβαση του στρατού για μία ακόμη φορά, με ένα αναίμακτο πραξικόπημα στις 27 Ιουνίου του 1966. Ο Ίγια είχε αρχίσει διαβουλεύσεις με τους περονιστές εν όψει των βουλευτικών εκλογών και των εκλογών για την ανάδειξη κυβερνητών τον επόμενο χρόνο. Ο στρατός, ανήσυχος λόγω της υψηλής δημοτικότητας των περονιστών, προειδοποίησε τον Ίγια να μην προχωρήσει σε τέτοια συνεργασία. Όταν αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί, επενέβη για πολλοστή φορά ο στρατός, κηρύσσοντας την "Αργεντίνικη Επανάσταση" -πολιτική, οικονομική και κοινωνική. Την επομένη, πρόεδρος ορκίστηκε ο βετεράνος των πραξικοπημάτων, αντιπερονιστής Χουάν Κάρλος Ογκάνια.
Το πρωί της 8ης Ιουνίου του 1970, ο στρατός έζωσε το προεδρικό μέγαρο και το κεντρικό κτίριο του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών. Μία ακόμη στρατιωτική χούντα κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία. Με απόφαση των αρχηγών των τριών όπλων καθαιρέθηκε ο στρατηγός Χουάν Κάρλος Ονγκάνια. Στις 18 Ιουνίου, νέος πρόεδρος διορίστηκε ο στρατηγός Ρομπέρτο Μαρσέλο Λέβινγκστον. Η θητεία του αποδείχθηκε σύντομη, αφού καθαιρέθηκε και αυτός στις 22 Μαρτίου του 1971 και την εξουσία ανέλαβε απευθείας η χούντα. Η λαϊκή δυσαρέσκεια αυξήθηκε στην πάντα διχασμένη ανάμεσα σε περονιστές και αντιπερονιστές Αργεντινή, που διατρέχεται από αριστερά κινήματα, όπως και οι περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Η κρίση ξέσπασε το 1969. Ο Μάιος και ο Ιούνιος ήταν οι μήνες της κορύφωσης των ταραχών, με φοιτητικές και απεργιακές κινητοποιήσεις στα βιομηχανικά κέντρα του Ροσάριο και της Κόρδοβα. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1970 σημειώθηκαν 16 εκρήξεις βομβών στο Μπουένος Άιρες, στις 14 Νοεμβρίου δολοφονήθηκε ο ομοσπονδιακός επίτροπος Οσβάλντο Σαντοβάλ και στις 29 Δεκεμβρίου ομάδα ενόπλων γάζωσε με ριπές πολυβόλου το προεδρικό μέγαρο.
Αν και απολυταρχικό, το νέο καθεστώς του Βιντέλα συνέχισε να υποστηρίζει την τοπική ανάπτυξη και επένδυσε υψηλά ποσά σε δημόσια έργα. Η οικονομία μεγάλωσε δυναμικά, ενώ η φτώχεια μειώθηκε στο 7% το 1975. Η πολιτική βία όμως κλιμακώθηκε και ο Περόν από την εξορία στήριξε τις φοιτητικές και εργατικές διαμαρτυρίες, με συνέπεια τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών από το καθεστώς το 1973. Ο Περόν επέστρεψε από την εξορία και σχημάτισε κυβέρνηση. Ο θάνατός του το 1974, έφερε την αντιπρόεδρο και τρίτη σύζυγό του, Ισαμπέλ, στην εξουσία. Η Ισαμπέλ Περόν αποτέλεσε μία συμβιβαστική επιλογή ανάμεσα στα ρεύματα των Περονιστών, με σύντομο χρόνο ζωής, καθώς η σύγκρουση μεταξύ των ακραίων ρευμάτων προκάλεσε οικονομικό χάος με αποτέλεσμα ένα νέο πραξικόπημα στις 24 Μαρτίου του 1976, με επικεφαλής το στρατηγό Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα.
Στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές του '70, ένοπλες αριστερές ομάδες, όπως ο Επαναστατικός Λαϊκός Στρατός απήγαγαν και δολοφονούσαν πολίτες σχεδόν κάθε εβδομάδα. Το αυτονομαζόμενο καθεστώς της Εθνικής Διαδικασίας Αναδιοργάνωσης καταπίεζε την αντιπολίτευση και τα αριστερά ρεύματα με βίαια και παράνομα μέτρα, γνωστά και ως "ο βρώμικος πόλεμος". Χιλιάδες διαφωνούντες εξαφανίστηκαν, ενώ η μυστική υπηρεσία SIDA συνεργάζονταν με τη χιλιανή DINA και άλλες νοτιοαμερικανικές υπηρεσίες, αλλά και την αμερικανική CIA, στην Επιχείρηση Κόνδορας. Πολλοί από τους στρατιωτικούς αρχηγούς που έλαβαν μέρος στον βρώμικο πόλεμο εκπαιδεύτηκαν σε σχολές με αμερικανική χρηματοδότηση, όπως οι Αργεντινοί δικτάτορες Ρομπέρτο Εντουάρντο Βιόλα και Λεοπόλντο Γκαλτιέρι (1981 - 1982).
Το πάγωμα μισθών και η απορρύθμιση της οικονομίας κατέληξε σε απότομη μείωση του επιπέδου ζωής και υψηλό δημόσιο χρέος. Η αποβιομηχάνιση, η κατάρρευση του πέσο της Αργεντινής και η πτώση των επιτοκίων, μαζί με τη διαφθορά, τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την τελική ήττα της Αργεντινής στον πόλεμο που εξαπέλυσε η Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ κατά της Αργεντινής για τη διεκδίκηση των νησιών Φόκλαντ, οδήγησαν στην πτώση του καθεστώτος και στις ελεύθερες εκλογές του 1983.
H "σιδηρά κυρία" Μάργκαρετ Θάτσερ ανάμεσα στους στρατιώτες που εξαπέλυσε κατά των Φόκλαντς.
Η κυβέρνηση του Ραούλ Αλφονσίν (1983) ανέλαβε δράση για την αποκατάσταση των διωγμένων, καθιέρωσε τον πολιτικό έλεγχο στις ένοπλες δυνάμεις και εδραίωσε τους δημοκρατικούς θεσμούς. Τα μέλη των τριών δικτατοριών δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε ισόβια, ωστόσο με παρέμβαση του στρατού και τις πιέσεις που ασκήθηκαν, μόνο οι πρωταίτιοι τιμωρήθηκαν ενώ οι υπόλοιποι, αργότερα αμνηστεύθηκαν. Σύμφωνα με έκθεση της Εθνικής Επιτροπής για τους αγνοούμενους που δημοσιοποιήθηκε στα 1984, συνολικά 8.960 άτομα κάθε προέλευσης και φύλου "εξαφανίσθηκαν" κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1976 - 1983). Το δημόσιο χρέος που κληροδότησε το τελευταίο καθεστώς, άφησε την οικονομία της Αργεντινής σε κρίσιμη κατάσταση απέναντι στους ιδιώτες δανειστές και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Προτεραιότητα δόθηκε στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους σε βάρος των δημοσίων έργων και του εσωτερικού χρέους. Η αδυναμία του Αλφονσίν να επιλύσει τα συνεχώς διογκούμενα οικονομικά προβλήματα οδήγησαν στην απώλεια της λαϊκής στήριξης. Μετά από μία νομισματική κρίση το 1989 και τον σχεδόν δεκαπενταπλασιασμό των τιμών, η κυβέρνηση παραιτήθηκε πέντε μήνες νωρίτερα από τη θητεία της.
Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Κάρλος Μένεμ ξεκίνησε τις διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων και μετά από ένα δεύτερο επεισόδιο υπερπληθωρισμού το 1990, ζήτησε τη συνδρομή του οικονομολόγου Ντομίνγκο Καβάγιο, ο οποίος επέβαλε σταθερή ισοτιμία πέσο-δολαρίου το 1991 και υιοθέτησε μακροπρόθεσμες πολιτικές αγοράς, καταργώντας τον προστατευτισμό και επιχειρηματικούς κανονισμούς, επιταχύνοντας τις ιδιωτικοποιήσεις. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις συνέβαλαν σε σημαντικές αυξήσεις των επενδύσεων και της ανάπτυξης με σταθερές τιμές για το μεγαλύτερο διάστημα της δεκαετίας του 1990. Η σταθερή αξία του πέσο όμως μπορούσε να διατηρηθεί μόνο με τη χρήση δολαρίων στην εγχώρια αγορά, γεγονός που οδήγησε στην αύξηση του εξωτερικού χρέους. Το 1998 όμως, μία σειρά διεθνών κρίσεων στην οικονομία και η υπερεκτίμηση του πέσο προκάλεσαν σταδιακά μία εγχώρια οικονομική κρίση. Η αίσθηση της σταθερότητας και ευημερίας που επικρατούσε υποχώρησε γρήγορα.
Ο διάδοχος πρόεδρος Φερνάντο ντε λα Ρούα κληρονόμησε μειωμένη ανταγωνιστικότητα στις εξαγωγές, καθώς και χρόνια ελλείμματα. Ο κυβερνών συνασπισμός επανέφερε τον Καβάγιο στο Υπουργείο Οικονομικών, γεγονός που ερμηνεύτηκε ως μία κίνηση πανικού από τις αγορές παραγώγων. Ο Καβάγιο αναγκάστηκε να λάβει μέτρα για τα διαφυγόντα κεφάλαια και να αντιμετωπίσει την κρίση με πάγωμα των λογαριασμών. Η λαϊκή δυσφορία εντάθηκε και στις 20 Δεκεμβρίου του 2001 η Αργεντινή μπήκε στη χειρότερη θεσμική και οικονομική της κρίση από το 1890. Βίαιες διαδηλώσεις και συγκρούσεις με τις αρχές οδήγησαν σε τραυματισμούς και θανάτους. Το χαοτικό κλίμα που εντεινόταν και οι φωνές διαμαρτυρίας οδήγησαν τελικά στην παραίτηση του πρόεδρου ντε λα Ρούα. Σήμερα η κατάσταση στην Αργεντινή είναι εκρηκτική. Στις «στραπατσαρισμένες» φτωχογειτονιές και τα γκέτο στο Μπουένος Άιρες, το ναρκωτικό paco βρίσκει πάντα τον τρόπο να φτάνει στα χέρια των πιο ευάλωτων εξαθλιωμένων ανθρώπων ακόμα και νεαρών παιδιών που μετά βίας φτάνουν τα 12 χρόνια ζωής.
Το κίνημα ανεξαρτητοποίησης της Κολομβίας από την Ισπανία ξεκίνησε γύρω στο 1810, μετά από τη χορήγηση ανεξαρτησίας στο νησί Ισπανιόλα (σήμερα μοιράζεται από τη Δομινικανή Δημοκρατία και την Αϊτή) το 1804. Το γεγονός αυτό παρείχε σημαντική υποστήριξη στους μετέπειτα ηγέτες της κολομβιανής επανάστασης, δηλαδή τους Σιμόν Μπολίβαρ και Φρανσίσκο ντε Πάουλα Σανταντέρ. Ο Μπολίβαρ έγινε στη συνέχεια, μετά τη νικηφόρα μάχη της Μπογιακά, ο πρώτος πρόεδρος της ανεξάρτητης Κολομβίας, ενώ ο Σανταντέρ αντιπρόεδρος.
Μετά την αποχώρηση του Μπολίβαρ, ο Σανταντέρ τον διαδέχθηκε ως δεύτερος πρόεδρος της χώρας. Η επανάσταση ολοκληρώθηκε με επιτυχία το 1819, με την παραχώρηση της επικράτειας της ισπανικής Αντιβασιλείας της Νέας Γρανάδας στη νεοσύστατη Δημοκρατία της Κολομβίας, η οποία ήταν μία ένωση των σημερινών κρατών της Κολομβίας, της Βενεζουέλας και του Εκουαδόρ. Ο Παναμάς αποτελούσε εκείνη την περίοδο αναπόσπαστο κομμάτι της κολομβιανής επικράτειας.
Οι εσωτερικές πολιτικές και εδαφικές διαμάχες οδήγησαν στην αποχώρηση της Βενεζουέλας και της περιοχής του Κίτο (δηλαδή του σημερινού κράτους του Εκουαδόρ) από την ένωση το 1830. Η επονομαζόμενη περιοχή της Κουντιναμάρκα υιοθέτησε την ονομασία Νέα Γρανάδα, την οποία και διατήρησε ως το 1856, όταν μετονομάστηκε σε Συνομοσπονδία της Γρανάδας. Μετά από έναν διετή εμφύλιο πόλεμο, ιδρύθηκαν το 1863 οι Ηνωμένες Πολιτείες της Κολομβίας, σχήμα το οποίο διατηρήθηκε μέχρι το 1886, όταν η χώρα υιοθέτησε επίσημα και οριστικά την ονομασία Δημοκρατία της Κολομβίας. Οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ αντίθετων πολιτικών δυνάμεων παρέμειναν ενεργές, πυροδοτώντας περιστασιακά αιματηρούς εμφύλιους πολέμους.
Πιο γνωστός είναι ο Εμφύλιος των Χιλίων Ημερών, το διάστημα 1899 - 1902, ο οποίος οδήγησε στο διαχωρισμό της περιοχής του Παναμά το 1903 και την ίδρυση του ανεξάρτητου κράτους. Ο πόλεμος αυτός θεωρείται και απόρροια των βλέψεων των ΗΠΑ να αποκτήσουν ερείσματα στην περιοχή και ιδιαίτερα στην κατασκευή και έλεγχο της Διώρυγας του Παναμά.
Στη συνέχεια, η Κολομβία ήρθε σε σύρραξη με το Περού για μία εδαφική διαφορά που αφορούσε την περιοχή Αμαζόνας και την πρωτεύουσά της Λετίσια. Μετά από αυτό το διάστημα, η χώρα πέτυχε έναν βαθμό πολιτικής σταθερότητας, η οποίο όμως ανατράπηκε από μία αιματηρή διαμάχη στο τέλος της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Η περίοδος αυτή είναι γνωστή με την ονομασία Λα Βιολένσια (Η Βία). Ακολούθησε η στρατιωτική δικτατορία του στρατηγού Γκαμπριέλ Παρίς Γκορδίγιο. Αργότερα οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι, συμφώνησαν στη δημιουργία ενός εθνικού μετώπου με στόχο την κοινή διακυβέρνηση της χώρας. Η προεδρία θα εναλλάσσονταν μεταξύ των υποψηφίων των κομμάτων κάθε τέσσερα χρόνια, για τέσσερις θητείες, ενώ ο αριθμός των θεσμικών θέσεων θα κατανέμονταν ισοδύναμα. Η ίδρυση του εθνικού μετώπου έβαλε τέλος στην εποχή της Λα Βιολένσια και οι κυβερνήσεις του προσπάθησαν να θεσμοθετήσουν ριζικούς κοινωνικούς και οικονομικούς μετασχηματισμούς σε συνεργασία με την παράταξη της Προοδευτικής Συμμαχίας. Δημιουργήθηκαν επίσημες ομάδες ανταρτών, όπως η FARC, η ELC και η M-19, με ένοπλη αντίσταση απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Οι περισσότερες ομάδες είχαν μαρξιστικό χαρακτήρα.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1970, παρατηρήθηκε η ανάπτυξη ισχυρών και βίαιων καρτέλ ναρκωτικών, τα οποία ενισχύθηκαν και τις επόμενες δεκαετίες. Το καρτέλ Μεδεγίν με αρχηγό τον Πάμπλο Εσκομπάρ και το καρτέλ Κάλι, είχαν παράλληλα ισχυρή παρουσία στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή της Κολομβίας. Με χρηματοδότηση και καθοδήγηση παράνομων ένοπλων ομάδων, τα καρτέλ επηρέαζαν όλο το πολιτικό φάσμα της χώρας, ενώ συμμαχίες μεταξύ κοινών εχθρών ενέτειναν την ισχύ τους. Το νέο σύνταγμα της Κολομβίας το 1991 εγκρίθηκε από το συνταγματικό κοινοβούλιο και περιλάμβανε σημαντικές αποφάσεις για τα πολιτικά, εθνικά, ανθρώπινα και φυλετικά δικαιώματα. Το νέο σύνταγμα αρχικά απαγόρευε την έκδοση Κολομβιανών στο εξωτερικό, κάτι για το οποίο κατηγορήθηκε το κοινοβούλιο ως πάροχος προστασίας στα καρτέλ. Τα καρτέλ είχαν προσπαθήσει να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις με μία σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων και εκτελέσεων, αλλά και με τη διαφθορά των δημοσίων λειτουργών.
Ο Πάμπλο Εσκομπάρ δεν ήταν ούτε ο πιο ευφυής ούτε ο πιο εφευρετικός από τους βαρόνους των ναρκωτικών. Ήταν απλά ο πιο βίαιος. Το Καρτέλ του Μεντεγίν δρούσε για χρόνια στην Κολομβία υπό καθεστώς ασυλίας επειδή τρομοκρατούσε οποιονδήποτε τολμούσε να αντισταθεί.
Στη δράση του καρτέλ εκτός από τα δισεκατομμύρια δολάρια που απέφερε στον Εσκομπάρ, αποδίδονται και οι θάνατοι 30 δικαστών, 400 αστυνομικών, η κατάρριψη ενός επιβατικού αεροσκάφους με 107 νεκρούς, πολλαπλές βομβιστικές επιθέσεις ενώ οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 3000 νεκρούς μόνο στο Μεντεγίν.
Στην ακμή του ο Εσκομπάρ πιστεύεται είχε στον έλεγχο του 80% της παγκόσμιας αγορά κοκαΐνης και ετήσιο κέρδος γύρο στα 30 δις δολάρια. Αγωνιώντας για την έκδοση του στις ΗΠΑ, ο Εσκομπάρ παραδόθηκε υπό όρους στην κυβέρνηση της Κολομβίας και του επιβλήθηκε περιορισμός σε μια πολυτελή έπαυλη.
Όπως καταλάβατε από τα παραδείγματα των τεσσάρων χωρών που σας παρέθεσα, η ανεξαρτησία από την ξένη αποικιοκρατία (που συνεχίστηκε, στο μεταξύ, με διαφορετικούς ρυθμούς και με άλλες μεθοδεύσεις, όπως μαρτυρεί ο πόλεμος των Φάλκλαντς και το διεθνές εμπόριο ναρκωτικών της Κολομβίας που υποκινείται συστηματικά από τις δυτικές δυνάμεις και τις ΗΠΑ) δεν άλλαξε θεαματικά την κατάσταση. Η οικονομία παρέμεινε αγροτική και οι κοινωνικές ανισότητες επεκτάθηκαν, αντί να περιοριστούν.
ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗΣ: Από τις αρχές του εικοστού αιώνα και μέχρι λίγο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κυβερνήσεις τής Ουρουγουάης ακολούθησαν με συνέπεια ένα πρόγραμμα ‘οικονομικού εθνικισμού’, το οποίο περιελάμβανε εκτεταμένες εθνικοποιήσεις λιμανιών, τραπεζών, σιδηροδρόμων και σφαγείων, καθώς και τη δημιουργία καταστάσεων κρατικού μονοπωλίου σε ζωτικούς τομείς τής οικονομίας και της κοινωνίας, όπως η παραγωγή πετρελαίου, τα αλκοολούχα ποτά, η ασφάλιση των εργαζομένων, το ηλεκτρικό ρεύμα, οι τηλεπικοινωνίες κλπ. Σταδιακά, ο βαθμός εξάρτησης της Ουρουγουάης από το ξένο κεφάλαιο έφτασε να είναι ένας από τους χαμηλότερους σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.
Η Ουρουγουάη υπήρξε η πρώτη από τις χώρες τού λεγόμενου ‘Νότιου Κώνου’ [Cono Sur], στην οποία σχηματίστηκε ‘ριζοσπαστική’ κυβέρνηση. Ο ‘ριζοσπαστισμός’ [radicalismo] υπήρξε μία γενικότερη μεταρρυθμιστική τάση που εμφανίστηκε στη Λατινική Αμερική στις αρχές τού εικοστού αιώνα, με βασικά της προτάγματα την εδραίωση της δημοκρατίας, την ανακατανομή τού πλούτου και το μετριασμό των κοινωνικών ανισοτήτων, καθώς και τη δημιουργία εθνικών οικονομιών βασισμένων στον κρατικό παρεμβατισμό και την προστασία των εθνικών εξαγωγικών προϊόντων.
Ως Πρόεδρος της Ουρουγουάης, ο πρώτος ριζοσπάστης Πρόεδρος της Λ. Αμερικής, Χοσέ Μπάτγιε ι Ορδόνιες (1903-1907 και 1911-1915) ,“… επεδίωξε να καταστήσει τη χώρα του πρότυπο δημοκρατίας και να πετύχει τη μεγαλύτερη δυνατή κοινωνική δικαιοσύνη, βασιζόμενος στη λογική τής κοινωνικής αρμονίας.” Σε αυτόν πρέπει να αποδοθούν οι βαθιές δημοκρατικές παραδόσεις τής Ουρουγουάης, με τη θέσπιση της καθολικής ψήφου, την αναγνώριση του δικαιώματος στο συνδικαλισμό και την απεργία, την υποχρεωτική οκτάωρη εργασία, τη θεσμοθέτηση ενός πλουραλιστικού συστήματος διακυβέρνησης της χώρας, το οποίο επέτρεπε την άσκηση της εξουσίας από ένα εννεαμελές Εκτελεστικό Σώμα – με τη συμμετοχή και μελών τού αντιπολιτευτικού κόμματος των Λευκών֗ κλπ.
Ωστόσο, με το τέλος τού Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και του λίγο μεταγενέστερου της Κορέας, οι προσωρινές συνθήκες τόνωσης της συνολικής ενεργού ζήτησης που είχαν δημιουργηθεί έπαψαν να υπάρχουν και τα πρώτα σημάδια κόπωσης του οικονομικού μοντέλου τής ‘αυτάρκειας’ – της δημιουργίας μίας αυτοδύναμης εθνικής οικονομίας, περιστρεφόμενης γύρω από μία ισχυρή βιομηχανία κι υπό την αιγίδα ενός έντονου κρατικού προστατευτισμού – έκαναν την εμφάνισή τους: η Ουρουγουάη είχε για καιρό εφησυχάσει στα απτά κι εντυπωσιακά αποτελέσματα του ‘Μπατγισμού’: σταδιακά έμεινε πίσω, από τεχνολογικής άποψης, στον καίριο για την οικονομία της τομέα τής βοσκής ζώων. Η παραγωγικότητά της παρέμεινε στάσιμη, ενόσω τα κόστη αυξάνονταν֗ υψηλό είχε καταστεί και το κόστος παραγωγής σιταριού, την καλλιέργεια του οποίου είχε ενθαρρύνει ενεργά η κυβέρνηση της Ουρουγουάης κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο֗ το ίδιο πρόβλημα χαμηλής ανταγωνιστικότητας αντιμετώπιζε κι η εγχώρια βιομηχανία στο σύνολό της, η οποία, όπως σημειώθηκε ήδη, είχε θέσει ως στόχο της την εθνική αυτονομία κι αυτάρκεια, ωστόσο, πολύ γρήγορα έφτασε στα όριά της, λόγω εν πολλοίς και του μικρού μεγέθους τής εγχώριας αγοράς֗ το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της χώρας έφτασε επίσης σταδιακά στην εξάντλησή του και πλέον αποτελούσε ένα δυσβάστακτο για την οικονομία βάρος: ο μέσος Ουρουγουανός πολίτης είχε τη δυνατότητα να απασχολείται σε δύο και τρεις δουλειές ταυτόχρονα. Σε κάθε μία απ’ αυτές μπορούσε να παρευρίσκεται για λίγες μόνο ώρες την ημέρα, με αντίστοιχα πενιχρές απολαβές. Σε καμία από αυτές δεν μπορούσε προφανώς να είναι παραγωγικός κι από καμία τους δεν αμειβόταν με αρκετά χρήματα, ώστε να μπορεί να βιοποριστεί αποκλειστικά και μόνο από αυτήν֗ ο μόνιμα ελλειμματικός κρατικός προϋπολογισμός εγκατέστησε για τα καλά στη χώρα έναν ανεξέλεγκτο, καλπάζοντα πληθωρισμό, ήδη από τη δεκαετία τού ’50 και μετά. Αυτό έδωσε αφορμή στην εγκαθίδρυση δικατορικού καθεστώτος.
Κάπου εν μέσω της κρίσης, εμφανίζεται το κίνημα των Τουπαμάρος. Αν και δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική στιγμή τής εμφάνισης του, ούτε κι η κοινωνική προέλευση των πρωτεργατών του, ωστόσο, μπορούμε να πούμε, ότι προέκυψε ως μία αντίδραση στην ανικανότητα των διαδοχικών κυβερνήσεων τής Ουρουγουάης κι ειδικότερα αυτής του Πατσέκο (1967-1972), να αναγνωρίσουν το γεγονός, ότι η χώρα είχε προ πολλού εισέλθει σε φάση βαθιάς ύφεσης, η οποία υπέσκαπτε το εισόδημα των πιο φτωχών στρωμάτων τής ουρουγουανής κοινωνίας, απειλώντας την ίδια την επιβίωσή τους. Όπως συμβαίνει πάντοτε σε αντίστοιχες περιπτώσεις, η λαϊκή αντίδραση στην κατακόρυφη πτώση τού βιοτικού επιπέδου αντιμετωπίστηκε από την κυβέρνηση Πατσέκο με ολοένα και μεγαλύτερη καταστολή, η οποία με τη σειρά της πυροδότησε μία σειρά εξελίξεων, με κυριότερη τη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλων τμημάτων τού πληθυσμού και τη μετατόπισή τους προς το Κομμουνιστικό Κόμμα και γενικότερα την Αριστερά. Οι Τουπαμάρος ιδρύονται στις αρχές τής δεκαετίας τού ’60, στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της ριζοσπαστικοποίησης, κατά πάσα πιθανότητα από μία μικρή ομάδα αριστερών διανοουμένων, – με επικεφαλής τον ιστορικό ηγέτη τους Ραούλ Σεντίκ (1926-1989), – προερχόμενων κυρίως από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο επίσης σταδιακά είχε μετακινηθεί από τις αρχικές σοσιαλδημοκρατικές του θέσεις προς ολοένα και πιο ακραίες αριστερές τοποθετήσεις.
Κατά τα πρώτα χρόνια τής δραστηριότητάς τους οι Τουπαμάρος οργανώνουν τις περίφημες ολιγομελείς, παράνομες ομάδες τους, οι οποίες δρουν με απόλυτη μυστικότητα κι αυτονομία μεταξύ τους֗ οπλίζονται, επιδιδόμενοι συστηματικά σε απαλλοτριώσεις όπλων και πυρομαχικών από εγκαταστάσεις της αστυνομίας και του στρατού֗ οργανώνουν κινητοποιήσεις αγροτών και φοιτητών֗ δημιουργούν ένα ολόκληρο υπόγειο σύστημα κρυπτών, νοσοκομειακών μονάδων, κέντρων στρατιωτικής εκπαίδευσης, κάτω από την πόλη τού Μοντεβιδέο, ώστε να υποστηρίξουν τον ένοπλο αντάρτικο πόλεμο πόλης για τον οποίον έχουν μείνει στην Ιστορία֗ κατακτούν γρήγορα το σεβασμό τού Ουρουγουανού λαού και περιβάλλονται με μία σχεδόν μυθική αχλύ, μέσω εντυπωσιακών ενεργειών τους, όπως οι κατασχέσεις φορτηγών μεγάλων σουπερμάρκετ κι οι διανομές τροφίμων σε φτωχογειτονιές. Κι η δράση τους κορυφώνεται με την εξίσου μυθική κατάληψη τής πόλης τού Πάντο το 1969, αλλά και με τις ολοένα συχνότερες βομβιστικές τους επιθέσεις κατά βορειοαμερικανικών εταιρειών, τις απαγωγές δικαστών, εισαγγελέων και πρακτόρων τής CIA, τις εκτελέσεις βασανιστών.
Μέχρι το 1972 έχει γίνει απολύτως κατανοητό από την ουρουγουανή ελίτ κι από τις Η.Π.Α., ότι το κίνημα των Τουπαμάρος έχει αποκτήσει πια βαθιά ερείσματα στον Ουρουγουανό λαό κι ότι πλέον, είναι άκρως επικίνδυνο για το status quo της χώρας και της ευρύτερης περιοχής τού Ρίο ντε λα Πλάτα. Στρατός, αστυνομία και μυστικοί σύμβουλοι των Η.Π.Α. εξαπολύουν εντός του 1972 μία άνευ προηγουμένου επίθεση κατά των Τουπαμάρος και του Ουρουγουανού λαού, με δολοφονίες, εξαφανίσεις και άγρια βασανιστήρια. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα οι Τουπαμάρος έχουν χάσει την άνιση μάχη με έναν κατά πολύ ισχυρότερο κι αιμοσταγή εχθρό. 5.000 μαχητές έχουν συλληφθεί και μόνο περίπου 1.000 έχουν καταφέρει να διαφύγουν. Λίγο μετά, το 1973, μία από τις πλέον βίαιες δικτατορίες στην Ιστορία τής Λατινικής Αμερικής έχει αναλάβει την εξουσία κι “η Ουρουγουάη βυθίζεται σε μια μακρά νύχτα.” Μία νύχτα, η οποία για τα εννέα κορυφαία στελέχη τής ηγεσίας των Τουπαμάρος – αυτούς τους οποίους το απάνθρωπο στρατιωτικό καθεστώς θα ονομάζει εφεξής ‘ομήρους’ – θα διαρκέσει για κάτι περισσότερο από δώδεκα ολόκληρα χρόνια.
Η δημοκρατία κάποια στιγμή αποκαταστάθηκε και η Ουρουγουάη ευδοκίμησε ως χώρα. Φυσικά, κάποια σημεία παραμένουν σκοτεινά και αδιευκρίνιστα και η δικαιοσύνη δεν έχει, καθώς φαίνεται, επιβληθεί πλήρως. Για παράδειγμα, αξίζει να αναφέρουμε πως, τον Μάιο του 2018, στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης διοργανώθηκε πορεία γνωστή ως "η πορεία της σιωπής". Η πορεία γίνεται από ανθρώπους που συγκεντρώνονται μπροστά από το μνημείο των εξαφανισμένων της Λατινικής Αμερικής για μιαν ακόμη φορά ώστε να ζητήσουν αλήθεια και δικαιοσύνη για τους εξαφανισμένους από την τελευταία δικτατορία της Ουρουγουάης. Με το σύνθημα «Η ατιμωρησία, είναι ευθύνη του κράτους του χτες και του σήμερα», οι συγγενείς και οι φίλοι των αγνοουμένων οδήγησαν την κεφαλή της πορείας με τα πρόσωπα εκείνων που απήχθηκαν από τη δικτατορία, χωρίς να γνωρίζει κανείς τους τι έχουν απογίνει ή πού βρίσκονται τα λείψανά τους. «Πού είναι; Τι συνέβη; Πώς και πότε; Ποιοι το έκαναν;», αντηχούν οι αναπάντητες ερωτήσεις σε μια διαδήλωση που δεν έχει σημαίες πολιτικών κομμάτων. «Κάθε πορεία είναι ίδια με την περσινή, είναι όμως και διαφορετική. Σαν την κοίτη του ποταμού, που είναι ίδια αλλά που μέσα κυλάει πάντα καινούριο νερό», εξήγησαν οι διοργανωτές. Η επανάληψη του περσινού σλόγκαν είχε σκοπό να δείξει ότι σε αυτές τις 365 ημέρες δεν είχε προχωρήσει απολύτως τίποτα για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και έτσι ο ισχυρισμός του πλήθους εξακολουθεί να αφορά την μη ανοχή στην ατιμωρησία. Καθώς βάδιζε το σιωπηλό κύμα, κόσμος προστίθετο ενώ μαζί με το πλήθος περπατούσαν η αντιπρόεδρος Lucía Topolansky και ο πρώην Πρόεδρος José Mujica, που και εκείνοι, παρά το γεγονός ότι κατάφεραν να βρεθούν στα υψηλότερα αξιώματα, δεν προόδευσαν στην έρευνα του δικτύου συνενοχής σε αυτά τα εγκλήματα μέχρι σήμερα. Το πλήθος διάβαζε τα ονόματα καθενός από τους εξαφανισμένους, φωνάζοντας αμέσως μετά «παρών». Η τελετή ολοκληρώθηκε με ένα παρατεταμένο χειροκρότημα και τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο. Αντίστοιχες εκδηλώσεις έγιναν και σε άλλες πόλεις της Ουρουγουάης, στο Μπουένος Άιρες, στο Σαντιάγο της Χιλής, στο Παρίσι και στη Βαρκελώνη.
Στα θετικά της χώρας αυτής προσγράφεται το γεγονός ότι μεγάλο ρεύμα φιλελληνισμού καλλιεργήθηκε από το ίδρυμα "Τσάκος", που συντηρεί το ομώνυμο σχολείο για ελληνόφωνους μετανάστες και διοργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις λογοτεχνικού και ευρύτερα καλλιτεχνικού χαρακτήρα.
Στις πρώτες ριζοσπαστικές κυβερνήσεις της Ουρουγουάης, καθώς και στις σύγχρονες κυβερνήσεις της, πρέπει να αποδοθούν τα εύσημα για την επέκταση σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης και για τον μοναδικό στον καθολικό κόσμο διαχωρισμό Εκκλησίας-Κράτους (ήδη μέσω διατάξεων του Συντάγματος του 1917) κλπ., χαρακτηριστικά που προσέδωσαν στη χώρα το προσωνύμιο ‘Ελβετία’ τής Λατινικής Αμερικής.
Μετά από ένα μακρύ ταξίδι στην πολιτική ζωή της χώρας του, ο Χοσέ Μουχίκα, γνωστός ως ο «πιο φτωχός πρόεδρος» του κόσμου (El Presidente mas pobre) είπε «αντίο» στο δημόσιο βίο της Ουρουγουάης. Στη φωτογραφία ο πρόσφατα παραιτηθείς πρόεδρος, με γαλότσες, συνοδεύεται από τον νυν, Χουάν Μανουέλ Σάντος και την σύζυγό του, Λουσία Τοπολάνσκι. Η σημερινή (πρώτη γυναίκα) αντιπρόεδρος της κυβέρνησης είχε απαρνηθεί την αστική καταγωγή της, συμμετέχοντας στο αντάρτικο των Τουπαμάρος. Μάλιστα, h φήμη της «σκληρής» που την περιέβαλλε, λόγω της φυλάκισης και των βασανιστηρίων της εποχής του αγώνα των Τουπαμάρος. Το ζεύγος Μουχίκα ζούσαν μία απλή ζωή, απαλλαγμένη από προνόμια και ανέσεις. Διέμεναν στο αγρόκτημά τους, ο πρόεδρος οδηγούσε ένα σκαραβαίο του 1987 (για την αγορά του οποίου το 2014 του πρόσφεραν ένα εκατομμύριο δολάρια, προσφορά που απέρριψε διότι, όπως είπε, δεν είχε άλλο μέσο να μεταφέρει την Εμανουέλα, τον υπέργηρο, τρίποδο σκύλο του), διέθετε το 90% της βουλευτικής του αποζημίωσης σε οργανώσεις (μένοντας σχεδόν με 780 δολάρια, κοινώς το μισθό του μέσου εργαζόμενου της Ουρουγουάης), κυκλοφορούσε χωρίς κοστούμια, λιμουζίνα και σωματοφύλακες.
«Δεν είμαι ο φτωχός πρόεδρος, όπως με αποκαλούν. Φτωχοί είναι οι άνθρωποι που χρειάζονται πολλά. Είμαι απλώς ένας ολιγαρκής πρόεδρος. Μου αρέσει να ζω όπως η πλειονότητα της χώρας μου. Πρόκειται για την ίδια πλειονότητα που με εξέλεξε. Και γι'αυτό ταυτίζομαι μαζί της. Ηθικά, δεν έχω το δικαίωμα να ζω όπως η μειοψηφία της χώρας μου», έλεγε λίγο μετά από την εκλογή του. Μουχίκα προσχώρησε στα επαναστατικά κινήματα στη Λατινική Αμερική και τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 ήταν ο ηγέτης των Τουπαμάρος, αστικού αντάρτικου κινήματος με πρότυπο την Κουβανική Επανάσταση. Στην εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1973 συνελήφθη και πέρασε 14 χρόνια στη φυλακή – εκ των οποίων δύο στην απομόνωση. Ήταν εκεί που ατσαλώθηκε η ιδεολογία του, η δύναμή του, η ευγνωμοσύνη του για τη ζωή. «Κοιμόμουν επί χρόνια στο πάτωμα της φυλακής και τις νύχτες που είχα στρώμα, ήμουν ευτυχής. Επέζησα με το τίποτα. Γι’αυτό κι άρχισα να εκτιμώ τα μικρά πράγματα στη ζωή και τα όρια των πραγμάτων. Αν αφιερωθώ στην ευμάρεια, θα πρέπει να περάσω ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου στη συντήρησή της», έχει πει σε συνέντευξή του.
Οι επικριτές του δεν ξεχνούν πως ήταν κάποτε αντάρτης μιας οργάνωσης που λήστευε τράπεζες και απήγαγε ανθρώπους. Δεν είναι λίγοι – εκ των οποίων πολλοί από τους τότε συντρόφους του – που τον χαρακτήριζαν ως ένα γραφικό ηλικιωμένο που άφησε τα όπλα για να κάνει πράξη μια ουτοπία. Παρολά αυτά, ακόμη κι εκείνοι δεν μπορούν να του καταλογίσουν ανακολουθία μεταξύ λόγων και πράξης. Με ένα ρηξικέλευθο πρόγραμμα που έβαζε τα γυαλιά στην προοδευτική Αμερική και την ,«πεφωτισμένη» Ευρώπη, ο «Πέπε» νομιμοποίησε τους γάμους μεταξύ ομοφυλόφιλων, τις αμβλώσεις και τη χρήση κάνναβης. «Όταν κάτι περιβάλλεται από μία αύρα απαγορευμένη, ουσιαστικά προτρέπεις τον νέο να το δοκιμάσει. Παρόλα αυτά, αν το βγάλεις στην αγορά ως ελεγχόμενο προϊόν που μπορείς να αγοράσεις σε φαρμακείο – όπως άλλες ναρκωτικές ουσίες όπως η μορφίνη που χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες συνταγές – απενοχοποιείς τη μαριχουάνα και χτυπάς και τους εμπόρους ναρκωτικών», είχε πει για τον πρωτοποριακό νόμο. Στην πενταετή θητεία του, η Ουρουγουάη βίωσε ιστορικό χαμηλό στην ανεργία και είδε αυξήσεις στους μισθούς – τη στιγμή που οι γείτονες «Αργεντινή» και Βραζιλία παρέπαιαν οικονομικά. Ο Χοσέ Μουχίκα κάθε άλλο παρά τυπικό δείγμα πολιτικού μπορεί να χαρακτηριστεί. Όχι μόνο λόγω πολιτικής πορείας αλλά και λόγω πολιτικού «τέλους». Για εκείνον το φυσικό τέλος της βουλευτικής διαδρομής δεν σηματοδότησε η λήξη της θητείας του (που έληγε το 2020) αλλά η εξάντληση των δυνάμεων και της θέλησης που θα περιόριζαν την επάρκειά του. Αυτό από μόνο του συνιστά, αν όχι κάτι πρωτοφανές, σίγουρα σπάνιο για πολιτικό – τουλάχιστον, όπως έχει παγιωθεί στη συνείδηση των περισσότερων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

Μουσική του 15ου αι. – Η Γαλλοφλαμανδική Σχολή. Οι Γαλλοφλαμανδοί συνθέτες, σταδιοδρομούν όχι στο Βορρά αλλά στην Ιταλία, στο παπικό π...