Ετικέτες
- Α΄ Λυκείου (132)
- Αρχαία (47)
- Β΄ Λυκείου (180)
- Γ΄ Λυκείου (134)
- Γλώσσα (50)
- Ιστορία (285)
- Λογοτεχνία (67)
- Φιλοσοφία (31)
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Δευτέρα 31 Μαΐου 2021
WILLIAM SHAKESPEARE, των αποφοίτων μας Αξαοπούλου και Κιρκινέζη
Άγγλος ποιητής κ θεατρικός συγγραφέας.Θεωρηθηκε ευρέως ως ο σημαντικότερος συγγραφέας που έγραψε στην αγγλική γλώσσα κ ένας από τους σημαντικότερους δραματουργούς παγκοσμιος.Αποκαλειτε κ εθνικός ποιητής της Αγγλίας,κ βάρδος του Ειβον .Γεννημένος το 1564 στο Στράτφορντ απόν Ειβον Ηνωμένο Βασίλειο.Απεβιωσε το 1616 . Σύζυγος Ανν χαθαγουει. Σημαντικά έργα του Ρωμαίος κ Ιουλιέτα ,10 πράγματα που μισω σε εσένα ,kiss me kate Άμλετ, Μάκβεθ , όνειρο θερινής νυκτός, η στρίγγλα που έγινε αρνάκι . Γνωστά ποιήματα 18 Σονέτο 116 σονέτο 130 σονέτο η βιασμός της Λουκρητίας. Δεν έχουν σωθεί πάρα πολλές καταγραφές για την ιδιωτική ζωή του Σαίξπηρ έχουν σημειωθεί σημαντικές εικασίες για ζητήματα όπως η εξωτερική του εμφάνιση η σεξουαλικότητά του ή θρησκευτικές του πεποιθήσεις και κατά πόσον τα έργα που του αποδίδονται είναι γραμμένα από άλλους . Η επίδραση του ειδικότερα στην αγγλική λογοτεχνία θεωρείται τεράστια η ρομαντικοί αναγνώρισαν την ιδιοφυΐα του και η βικτωριανοι τον λάτρεψαν κατά τον τρόπο που ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω αποκαλεσε βαρδολατρεια. Το έργο του Σαίξπηρ επηρέασε σημαντικά το θέατρο και λογοτεχνία συγκεκριμένα επέκτεινε τις δραματικές δυνατότητες των χαρακτήρων της πλοκής της γλώσσας και του ύφους για παράδειγμα μέχρι το Ρωμαίο και Ιουλιέτα τα ρομαντικά έργα δεν θεωρούνταν αξιόλογα θέματα για τραγωδίες οι μονόλογοι χρησιμοποιούνταν κυρίως για τη μεταφορά πληροφοριών σχετικά με τους χαρακτήρες ή τα γεγονότα αλλά ο Σαίξπηρ τους χρησιμοποίησε για να εξερευνήσει τις σκέψεις των χαρακτήρων το έργο του επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και την ποίηση οι ρομαντικοί ποιητές προσπάθησαν να αναβιώσουν το δράμα στο ύφος του Σαίξπηρ αλλά με μικρή επιτυχία. Ο Σαίξπηρ επηρέασε συγγραφείς όπως ήταν ο Τόμας χαρτί Ο Κάρολος ντίκενς και ο γουίλιαμ φώκνερ. Ενέπνευσε επίσης ζωγράφους Συμπεριλαμβανομένων των ρομαντικών και τον προραφαηλίτων. Τον 18ο και τον 19ο αιώνα η φήμη του εξαπλώθηκε και στο εξωτερικό ανάμεσα σε αυτούς που τον υπερασπίστηκαν ήταν ο Βολταίρος και ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε και ο Βίκτωρ Ουγκώ. Συμπερασματικά θεωρώ ότι μολονότι δεν υπήρξε αντικείμενο λατρείας εν ζωή παρόλο που ήταν πάντα σεβαστός , στην ποίηση την συγγραφή και τη ζωγραφική τα έργα του είχαν καταλυτικό ρόλο ως προς την εξέλιξη της τέχνης , έως και σήμερα συνεχίζει να αποτελεί πηγή έμπνευσης.
Κυριακή 30 Μαΐου 2021
MAX WEBER, Η ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
ΘΕΜΑ: Διαβάστε τις παρακάτω απόψεις του Μαξ Βέμπερ (στο βιβλίο του "Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού"), και συζητήστε στην τάξη.
Ο προτεσταντισμός (protest=διαμαρτυρία) διαμόρφωσε συγκεκριμένη αντίληψη περί εργασίας, και προϊόν του υπήρξε ο καπιταλισμός, που έμελε να εξελιχθεί σε μία από τις βασικότερες ‘παραγωγικές δυνάμεις’ · τόσο σημαντική για την ανάπτυξη του βιομηχανικού συστήματος όσο ο ατμός και ο ηλεκτρισμός.
Kατά τον Μεσαίωνα ο άνθρωπος εργαζόταν κάτω από μια συγκεκριμένη ανάγκη και ένα συγκεκριμένο σκοπό. Να κερδίσει το ψωμί του. Δεν υπήρχε ανάγκη, όπως τόνιζε ιδιαίτερα ο Max Weber, να δουλεύει κανείς περισσότερο από όσο ήταν απαραίτητο για την εξασφάλιση του πατροπαράδοτου βιοτικού επιπέδου.
Η κατάρρευση του μεσαιωνικού συστήματος της φεουδαρχικής κοινωνίας είχε βασική σημασία για όλες τις τάξεις της κοινωνίας. Το άτομο αφέθηκε ελεύθερο μεν αλλά μόνο και αποδυναμωμένο. Η ελευθερία αυτή είχε διπλό αποτέλεσμα. Ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος να ενεργήσει και να σκεφτεί ανεξάρτητα, να γίνει αφεντικό του εαυτού του και να διαθέσει τη ζωή του όπως νόμιζε, όχι όπως του επέβαλαν. Ταυτόχρονα όμως στερήθηκε τη σιγουριά που απολάμβανε, το αδιαφιλονίκητο αίσθημα πως ανήκε κάπου, και λύθηκαν οι δεσμοί του με τον κόσμο που ικανοποιούσε την εκ μέρους του αναζήτηση σιγουριάς· τόσο οικονομικής όσο και πνευματικής. Αισθάνθηκε να τον πλημμυρίζει η μοναξιά και το άγχος. Αυτά τα δύο είδη ελευθερίας είχαν διαφορετική βαρύτητα, ανάλογα με το επίπεδο των διαφόρων κοινωνικών τάξεων της τότε κοινωνίας.
Η πιο πετυχημένη τάξη της κοινωνίας επωφελήθηκε σε βαθμό που να αποκτήσει αληθινό πλούτο και δύναμη. Στα μέλη της δόθηκε η δυνατότητα να επεκταθούν, να κατακτήσουν, να κυβερνήσουν και να συσσωρεύσουν πλούτη σαν αποτέλεσμα της δραστηριότητας και των λογικών υπολογισμών τους. Αυτή η νέα αριστοκρατία του πλούτου σε συνδυασμό με την αριστοκρατία καταγωγής βρέθηκε σε θέση που μπορούσε να απολαμβάνει τους καρπούς της νέας ελευθερίας και να αποκτήσει ένα νέο αίσθημα κυριαρχίας και ατομικής πρωτοβουλίας.
Από την άλλη μεριά, οι κατώτερες τάξεις επιδόθηκαν σε μία νέα αναζήτηση ελευθερίας και παρωθούνταν από την έντονη ελπίδα πως θα θέσουν τέρμα στην ολοένα μεγαλύτερη οικονομική και προσωπική καταπίεση. Θα έχαναν πολύ λίγα και θα κέρδιζαν πολλά. Δεν ενδιαφέρονταν για τις δογματικές ταχυδακτυλουργίες αλλά μάλλον για τις θεμελιώδεις αρχές της βίβλου. Οι ελπίδες τους πήραν ενεργητική μορφή στις πολιτικές εξεγέρσεις και τα θρησκευτικά κινήματα που χαρακτηρίζονται από το ίδιο πνεύμα αδιαλλαξίας που χαρακτήριζε την αρχική περίοδο του χριστιανισμού.
Η έμφαση στη δύναμη της ατομικής δραστηριότητας και βούλησης συναντιέται και στις θεολογικές διδασκαλίες της καθολικής εκκλησίας του τέλους του μεσαίωνα. Οι Σχολαστικοί αυτής της περιόδου δεν εξεγέρθηκαν κατά της εξουσίας και αποδέχτηκαν την καθοδήγησή της. Τόνιζαν όμως το θετικό νόημα της ελευθερίας, τη συμμετοχή του ανθρώπου στον καθορισμό της μοίρας του, τη δύναμή του, την αξιοπρέπειά του και την ελευθερία της βούλησής του.
Η δυτική θεολογία πορεύτηκε σε καινούργια μονοπάτια, βασιζόμενη στην ορθολογική επεξεργασία των αληθειών της πίστης. Σταδιακά, ο ορθολογισμός μονοπώλησε τον τρόπο προσέγγισης του Θεού στην Δύση. Η παπική Εκκλησία εγκλωβίστηκε σε μια συγκεκριμένη φιλοσοφική Σχολή και ταυτίστηκε με αυτή. Έτσι, όταν οι επιστημονικές ανακαλύψεις του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα επέφεραν την κατάρρευση της δυτικής μεσαιωνικής σκέψης, η παπική Εκκλησία αισθάνθηκε απειλημένη και αντέδρασε με βίαιο τρόπο. Εξαιτίας αυτών των εξελίξεων, ένας ολότελα καινούριος πολιτισμός έχει γεννηθεί στην Δύση.
Ο προτεσταντισμός συνθηκολόγησε μπροστά στην κοσμική εξουσία και διέγραψε την βασική του αρχή σύμφωνα με την οποία «η κοσμική εξουσία δεν δικαιολογείται να υπάρχει αν έρχεται σε αντίθεση με τις ηθικές αρχές». Και κάνοντας όλα αυτά, κατέστρεψε τα στοιχεία εκείνα που αποτέλεσαν τα βάθρα της ιουδαιο-χριστιανικής παράδοσης.
Στον Καλβινισμό αρχικά η σημασία της ηθικής προσπάθειας αποτελούσε σημαντικό μέρος του θρησκευτικού δόγματος. Αργότερα όμως, οι συνθήκες οδήγησαν τον διαμαρτυρόμενο άνθρωπο στο να δώσει μεγαλύτερη σημασία στην επαγγελματική προσπάθεια και τα αποτελέσματά της. Δηλαδή στην επιχειρηματική επιτυχία ή αποτυχία. Η επιτυχία ήταν σημάδι θείας χάρης. Η αποτυχία σημάδι θείας καταδίκης. Το νέο στοιχείο στη σύγχρονη κοινωνία ήταν πως οι άνθρωποι έφτασαν να ωθούνται προς την εργασία όχι τόσο από εξωτερική πίεση όσο από εσωτερικό καταναγκασμό. Αναμφίβολα ο καπιταλισμός δεν ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί χωρίς αυτή τη διοχέτευση του μεγαλύτερου μέρους της ενεργητικότητας του ανθρώπου προς την κατεύθυνση της εργασίας.
Ο ανερχόμενος καπιταλισμός μολονότι σήμαινε και για τη μεσαία τάξη μεγαλύτερη ανεξαρτησία και πρωτοβουλία, αποτελούσε περισσότερο απειλή. Στις αρχές το 16ου αιώνα το άτομο της μεσαίας τάξης δεν μπορούσε ακόμα να αξιοποιήσει την «νέα ελευθερία» εξασφαλίζοντας αρκετή δύναμη και σιγουριά. Η ελευθερία συνεπαγόταν περισσότερο απομόνωση και προσωπική ασημαντότητα παρά δύναμη και βεβαιότητα. Παράλληλα τον πλημμύριζε έντονη μνησικακία για την πολυτελή διαβίωση και τη δύναμη των εύπορων τάξεων περιλαμβανομένης και της ιεραρχίας της καθολικής εκκλησίας.
Η διαμόρφωση του νέου χαρακτήρα κοινωνικής ηθικής, που ήταν αποτέλεσμα των οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών και ενισχυόταν από τα θρησκευτικά δόγματα, έγινε με τη σειρά του σημαντικός παράγοντας στη διάπλαση της παραπέρα κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξης. Aυτό αποτυπώνεται στη φράση "Τον Θεό εμπιστευόμαστε" (In God we trust) που αναγράφεται πάνω στο αμερικανικό χαρτονόμισμα του δολλαρίου:
Οι ιδιότητες που πήγαζαν από αυτή τη διαμόρφωση χαρακτήρα, την υποχρέωση προς την εργασία, το πάθος της αποταμίευσης, η προθυμία να μετατρέψεις τον εαυτό σου σε όργανο για την επιτυχία σκοπών μιας εξω-προσωπικής εξουσίας, ο ασκητισμός και η επιβαλλόμενη αίσθηση του καθήκοντος, ήταν ακριβώς τα γνωρίσματα εκείνα που απαιτούσε ο Καλβινισμός από τον άνθρωπο, και που αναδείχθηκαν σε παραγωγικές δυνάμεις χωρίς τις οποίες θα ήταν αδιανόητη η σύγχρονη οικονομική και κοινωνική εξέλιξη της καπιταλιστικής κοινωνίας έως σήμερα.
Από τα μέσα του 15ου αι. χάρη στην εντεινόμενη ανθρώπινη παρέμβαση αυξήθηκε σημαντικά η απόδοση της γεωργικής παραγωγής, με επακόλουθο την αύξηση του πληθυσμού της Ευρώπης. Ωστόσο, παράγοντες όπως: οι ανεπαρκείς καλλιεργητικές μέθοδοι και η στέρηση λιπάσματος για τη γη από τον περιορισμό της κτηνοτροφίας, κατέδειξαν την ανεπάρκεια της αγροτικής παραγωγής να ακολουθήσει την πληθυσμιακή αύξηση. Απόρροια ήταν η εκτίναξη των τιμών των αγροτικών προϊόντων, η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης της παραγωγής, και, τέλος, η στασιμότητα της δεκαετίας του 1650.
Την ίδια περίοδο, η αγροτική κοινωνία της Ευρώπης γνώρισε βαθιές αλλαγές. Η εμπορευματοποίηση της γης από αστικά κεφάλαια ή από τους πλουσιότερους αγρότες, η συγκέντρωση τεράστιων εκτάσεων στα χέρια των πλουσιότερων, η συρρίκνωση της ισχύος των αγροτικών κοινοτήτων σε συνδυασμό με την «επανάσταση των τιμών» επέφερε εντεινόμενη πόλωση στο εσωτερικό των αγροτικών κοινωνιών, ανάμεσα στα εύπορα στρώματα & την πλειοψηφία των προλεταρίων, ενώ τα μεσαία στρώματα εξαφανίστηκαν.
Τα άφθονα εργατικά χέρια αποτελούσαν φθηνό εργατικό δυναμικό. Έτσι, οι μεγαλογαιοκτήμονες –πλην εξαιρέσεων- προτιμούσαν τις επενδύσεις στην αγορά γης, παρά στις αμφιβόλου αποτελεσματικότητας νέες μεθόδους & τεχνικές αύξησης της παραγωγικότητας.
Οι πλουσιότεροι χωρικοί μιμούνταν τον τρόπο ζωής και την οικονομική συμπεριφορά των αριστοκρατών & των αστών, επενδύοντας σε τοκογλυφικές δραστηριότητες ή ξοδεύοντας ποσά στον πολυτελή τρόπο διαβίωσης. Εξάλλου, η μεγάλη μάζα προλεταρίων λειτουργούσε ανασχετικά για την βελτίωση των μεθόδων & της εξειδίκευσης της παραγωγής σε νέα προσοδοφόρα προϊόντα, λόγω του χαμηλού παραγωγικού κόστους που αντιπροσώπευαν.
Από τo Β’ μισό του 15ου αι. έως περίπου τo 1650, η παραγωγή του κατασκευαστικού τομέα σε πόλεις & ύπαιθρο, ακολούθησε επίσης ανοδική πορεία. Πιο χαρακτηριστικά φαίνονταν στο χώρο της υφαντουργίας, αλλά θετικές επιδόσεις παρουσίαζαν επίσης, η μεταλλουργία, τα ορυχεία & τα μεταλλεία και άλλοι κλάδοι.
Η ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα, ως απάντηση στις απαιτήσεις της αγοράς, άλλαξε το παραδοσιακό αγροτικό τοπίο & αναζωογόνησε τον αστικό αγροτικό τομέα, έπειτα από την καταστροφή που είχε σπείρει η πανώλη κατά τον 14ο αι. Άξιο επισήμανσης είναι πως η ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα ήταν άνιση & ασυνεχής, με την παρακμή μεγάλων κέντρων & την ανάπτυξη νέων.
Η ανάπτυξη του ευρωπαϊκού κατασκευαστικού τομέα καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τις διακυμάνσεις της ζήτησης. Η επέκταση σε εξωευρωπαϊκές περιοχές υπήρξε παράγοντας καίριας σημασίας. Ωστόσο, η διεύρυνση της ευρωπαϊκής αγοράς προς νέους κόσμους εκτός από ενίσχυση, επέφερε και εξάρτηση του ευρωπαϊκού κατασκευαστικού τομέα από τις εξαγωγές προς τις κτήσεις, με αρνητικές επιπτώσεις λόγω δραματικών διακυμάνσεων στη ζήτηση.
Γεγονός αποτελεί πως η αναδυόμενη παγκόσμια οικονομία επηρέασε καθοριστικά την ευρωπαϊκή κατασκευαστική παραγωγή μόνο προς τα τέλη του 17ου & αρχές 18ου αι.
Η ανάπτυξη του ευρωπαϊκού κατασκευαστικού τομέα καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από εγγενείς παραμέτρους στις ευρωπαϊκές κοινωνίες & οικονομίες. Η πληθυσμιακή αύξηση μεταξύ 1500-1600, η σημαντική διεύρυνση του κατεξοχήν καταναλωτικού αστικού χώρου, η αύξηση εισοδήματος των ευπορότερων στρωμάτων σε πόλη & ύπαιθρο αποτέλεσαν τις κινητήριες δυνάμεις για την ανάπτυξη. Καίριος υπήρξε και ο ρόλος του κράτους και ιδιαίτερα σε κλάδους σχετικούς με τον πόλεμο.
Η διακίνηση αγαθών και η διάδοση της τεχνογνωσίας επηρεάστηκαν από τους θρησκευτικούς διωγμούς, λόγω μετακίνησης χιλιάδων ανειδίκευτων & ειδικευμένων τεχνιτών, καθώς και μετακίνησης μεγάλων κεφαλαίων. Κύριες ωφελημένες ήταν οι Προτεσταντικές χώρες.
Παράλληλα εμφανίστηκαν νέοι κατασκευαστικοί κλάδοι με στόχο τη μαζική παραγωγή φθηνών προϊόντων, με σημαντικότερο κλάδο αυτόν της τυπογραφίας. Η τελευταία επεκτάθηκε πανευρωπαϊκά, παρά την αντίσταση της συντεχνίας των γραφέων και ως τον 16ο αι υπήρχαν τυπογραφεία σε τουλάχιστον 250 πόλεις.
Στον σχετικά νέο τομέα της μεταλλουργίας, το κόστος εξόρυξης μειώθηκε αρκετά, λόγω τεχνολογικών ανακαλύψεων (π.χ. υψικάμινος).
Αντίθετα, στους πιο εδραιωμένους κλάδους, όπως η υφαντουργία, η έμφαση δόθηκε στην κατασκευή νέων προϊόντων, βασισμένων περισσότερο στην υπαρκτή τεχνολογία.
Σημαντική ώθηση του ευρωπαϊκού κατασκευαστικού τομέα συντελέστηκε και λόγω της σημαντικής μείωσης του κόστους συναλλαγών, εξαιτίας της μεγαλύτερης ασφάλειας, των τεχνολογικών καινοτομιών στα μέσα μεταφοράς, της ανάπτυξης εξειδικευμένων εταιρειών για την πραγματοποίηση των συναλλαγών, και της πτώσης των επιτοκίων δανεισμού στα μέσα του 15ου αι.
Στο τέλος του 16ου αι., η ανάπτυξη του ευρωπαϊκού κατασκευαστικού τομέα ανασχέθηκε ή και ανατράπηκε, λόγω της «επανάστασης των τιμών» που μείωσε δραστικά τη ζήτηση.
Η κρίση του 16ου αι. επιφέρει στροφή στην κατασκευή ειδών πολυτελείας. Ωστόσο, και πάλι, ο τομέας παραγωγής ειδών πολυτελείας υπήρξε αρκετά μικρός, ώστε να αντισταθμίσει τη γενικότερη κρίση του κατασκευαστικού χώρου.
Η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης έπληξε σφοδρά συγκεκριμένους κλάδους όπως η υφαντουργία, και περιοχές όπως η Μεσόγειος.
Παράμετροι που επηρέασαν την ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα: α) Δημογραφική ανάπτυξη, β) Κρατική πολιτική, γ) μετανάστευση λόγω Μεταρρύθμισης.
Εξαίρεση από την οικονομική κρίση αποτέλεσαν οι περιοχές: Κάτω Χώρες (που θα γίνονταν η μεγαλύτερη βιομηχανική δύναμη της Ευρώπης), η Βόρεια Γαλλία & η Αγγλία.
Στον 16ο αι., άλλες περιοχές της Δύσης εκμηχανίστηκαν ραγδαία και άλλες ήδη εκμηχανισμένες παρήκμασαν.
Κυρίως όμως η κρίση, μεταφέρει το ευρωπαϊκό κέντρο βάρους της Οικονομίας από τη Μεσόγειο στη Β.Δ. Ευρώπη, που θα αναδεικνύονταν σε επίκεντρο της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Oι κατά βάσιν αγροτικές ευρωπαϊκές οικονομίες & κοινωνίες επηρέαζαν αναπόφευκτα τη βιομηχανική ανάπτυξη, καταρχήν στον τομέα της κατανάλωσης. Οι διογκωμένες απαιτήσεις των μεγαλογαιοκτημόνων, περιόρισαν την καταναλωτική δύναμη των αγροτών. Η εξέλιξη εκτός από την στροφή στην παραγωγή ειδών πολυτελείας, επέφερε στον υπόλοιπο κατασκευαστικό τομέα στροφή στη μειωμένου κόστους παραγωγή φθηνών αγαθών για μαζική κατανάλωση από τα ασθενέστερα στρώματα.
Επίσης, οι αγροτικές δομές επηρεάζουν την αγορά εργασίας του κατασκευαστικού τομέα, είτε προμηθεύοντας με μεγάλες μάζες υποαπασχολούμενων και άνεργων μεροκαματιάρηδων, είτε αντίθετα, ανακόπτοντας την εισροή εργατικών χεριών, σε περιοχές που κυριαρχούσε το σύστημα της οικογενειακής καλλιέργειας ή η αναβιωμένη δουλεία (Ανατολική Ευρώπη) ενώ οι εμπορικές δομές επενεργούν καταλυτικά στην ανάπτυξή του.
Άλλος παράγοντας εξάρτησης του κατασκευαστικού τομέα αποτέλεσαν οι περβάλλουσες εμπορικές δομές. Σε περιοχές όπου οι εμπορικές κοινότητες είχαν εμπλακεί με το παγκόσμιο εμπόριο, είχαν πρόσβαση στη διεθνή αγορά, σε συνάρτηση με τη μείωση του κόστους συναλλαγών και τις ευνοϊκές χρηματοπιστωτικές συνθήκες, εξασφάλιζαν υψηλά ποσοστά βιωσιμότητας & ανάπτυξης του κατασκευαστικού τομέα.
Εξάλλου, η αποδυνάμωση των συντεχνιών έλυνε τα χέρια των εμπόρων στην ελεύθερη διαχείριση τόσο της εργατικής δύναμης όσο και προσφερόμενης τεχνολογίας.
Ωστόσο, οι συντεχνίες της πρώιμης νεότερης περιόδου δεν ήταν «αντικαπιταλιστικές» ούτε «εχθροί της βιομηχανικής ανάπτυξης», δεδομένου του ότι, με την εκπαίδευση ειδικευμένου προσωπικού και με τους ποιοτικούς ελέγχους της παραγωγής, συνέβαλαν στην εδραίωση εξειδικευμένων τομέων κατασκευής προϊόντων υψηλής ποιότητας.
Στην Ανατολική Ευρώπη η κυριαρχία των αγροτικών δομών που περιόριζαν τις δυνατότητες κατανάλωσης κατασκευασμένων –κυρίως εισαγόμενων- αγαθών, ανέκοψε την εκμηχάνιση & την ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα.
Στη Μεσόγειο, οι συνθήκες είχαν αρχικά ευνοήσει την ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα, αλλά σταδιακά άλλαξαν εις βάρος του. Καίριας σημασίας ήταν οι περιορισμοί στην παροχή εργατικής δύναμης, οι υπέρογκες οικονομικές απαιτήσεις φεουδαρχών & κράτους, και η από- αστικοποίηση των τελών του 16ου αι.
Αντίθετα, στη Δυτική Γερμανική Αυτοκρατορία, στη Γαλλία και στις νότιες Κάτω Χώρες, η υψηλή παραγωγικότητα της γεωργίας, οι μετριοπαθείς απαιτήσεις των αρχόντων, η ενισχυτική για την εκμηχάνιση κρατική πολιτική και η δημογραφική ανάπτυξη συνέβαλαν στην επέκταση του κατασκευαστικού τομέα, μέχρι να ανακοπεί από την αντιστροφή του κλίματος, λόγω επιβράδυνσης ή στασιμότητας της αγροτικής παραγωγής.
Προϋποθέσεις για ανάπτυξη της εκμηχάνισης έχουν κυρίως οι Κάτω Χώρες και η Αγγλία, λόγω: α) Αποδοτική γεωργικής παραγωγής που δημιουργεί αγορά κατασκευασμένων προϊόντων και ευνοεί τη ροή εργατικού δυναμικού, β) Ύπαρξης αναπτυγμένων και επιθετικών εμπορικών τομέων με χαμηλή φορολογία.
Η ανάπτυξη της Αγγλίας βασίστηκε στο εργατικό δυναμικό, ενώ εκείνη της Ολλανδίας στην τεχνολογία. Και στις δύο χώρες, αλλά και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές περιοχές, η προοπτική της εκμηχάνισης άλλαξε τις παραγωγικές σχέσεις, με αποτέλεσμα την εμφάνιση πλήθους διεκδικήσεων, κυρίως από τους εργαζόμενους.
Στην πρώιμη νεότερη περίοδο, διάφοροι παράγοντες συντέλεσαν στην απώλεια της αυτονομίας των τεχνιτών ως ανεξάρτητων παραγωγών και στην υπαγωγή τους στο έλεγχο των εμπόρων. Οι βασικοί λόγοι υπήρξαν οι εξής: α) Έλλειψη διαθέσιμων πρώτων υλών, β) υπέρογκος δανεισμός, λόγω μικρότερης τιμής των κατασκευασμένων προϊόντων συγκριτικά με τρόφιμα και πρώτες ύλες, γ) Δυσκολία πρόσβασης στην αγορά, με αποτέλεσμα την χρησιμοποίηση μεσαζόντων εμπόρων, δ) Ανάπτυξη οικοτεχνίας ως ανταγωνιστικού κατασκευαστικού τομέα.
Ο «καπιταλισμός» του 16ου αι. αποτελούσε ακόμα εναλλακτική και όχι κύρια μορφή οικονομικής οργάνωσης, καθώς δεν είχαν ακόμα μετασχηματιστεί δραστικά οι υπάρχουσες οικονομικές δομές.
Φορείς καπιταλιστικών αντιλήψεων αποτελούσαν οι έμποροι, που συνέβαλαν στην συγκεντροποίηση, τον εξορθολογισμό της παραγωγής, την ανάδυση της μισθωτής εργασίας, επένδυση κεφαλαίου στην τεχνολογία, προσανατολισμό στη διεθνή αγορά κλπ.
Ωστόσο, ο καινοφανής οικονομικός & κοινωνικός μετασχηματισμός που συνδέθηκε με την εδραίωση του καπιταλισμού, υπήρξε μια μακροχρόνια, επίπονη & ανομοιογενής διαδικασία.
Λουθηρανισμός-Καλβινισμός- Αγγλικανικός πουριτανισμός :το επάγγελμα ως θεϊκά δοσμένη αποστολή
Με τον Λούθηρο εδραιώνεται η ιδέα του επαγγέλματος ως έργου ζωής, ως αποστολής θεϊκά δοσμένης. Η επαγγελματική εργασία/θέση είναι το κατεξοχήν καθήκον που όρισε ο Θεός.
Με τη θρησκευτική μεταρρύθμιση έχουμε έναν ηθικό τονισμό και μια θρησκευτική κύρωση της οργανωμένης εγκόσμιας εργασίας σε ένα επάγγελμα. Η ολοκλήρωση αυτής της στροφής στον εγκόσμιο ασκητισμό επιτεύχθηκε με τον καλβινισμό και άλλες προτεσταντικές αιρέσεις. Η αλλαγή της σχέσης απέναντι στην εργασία είχε να αντιπαλέψει την κερδοσκοπική μορφή του καπιταλισμού και την «παραδοσιοκρατία». Η κυριαρχία της παραδοσιακής αντίληψης και πρακτικής της εργασίας δεν επέτρεπε την εντατική χρήση της.
Σύμφωνα με το δόγμα του προκαθορισμού, η μοίρα του ανθρώπου είναι προκαθορισμένη και άδηλη. Η απάντηση στο ερώτημα «εκλεκτός ή καταδικασμένος» ήταν η διατήρηση της πίστης και η εκπλήρωση της εγκόσμιας (επαγγελματικής) αποστολής, της δοσμένης από τον θεό. Η πίστη αποδεικνύεται με την εγκόσμια, επαγγελματική άοκνη προσπάθεια και μόνο μέσω της ακούραστης εργασίας και της επαγγελματικής επιτυχίας μπορεί ο πιστός να αντλήσει σημάδια της θείας χάριτος.
Η επαγγελματική επιτυχία δημιουργεί την παρώθηση για εργατικότητα και για συστηματική, μεθοδική, έλλογη οργάνωση της εργασίας.
Η ασκητική συμπεριφορά συνίσταται σε ένα ορθολογικό σχέδιο ζωής του πιστού.
Το κίνητρο για μεθοδικό, συστηματικό έλεγχο της κατάστασης του ατόμου και της θείας χάριτος στην καθημερινή συμπεριφορά διαποτίζει τηνεγκόσμια, καθημερινή ζωή με ευσέβεια και ασκητισμό.
Η επιταγή της διαρκούς και αδιάλειπτης εργασίας συνδυάζεται με την εγκράτεια και την αποχή από τις απολαύσεις και τις ηδονές της «φυσικής ζωής», και όχι με την επιδίωξη του κέρδους. Εντούτοις το παραγόμενο από την οικονομική/επαγγελματική δραστηριότητα κέρδος νομιμοποιείται ως "από θεού δώρο". Η εσωτερική ηθική εμπόδιζε την εμπορευματοποίηση της οικονομικής ζωής, καθώς αποκλείονταν το κυνήγι του κέρδους και προωθούνταν η αμοιβαιότητα, οι δεσμοί αλληλεγγύης και η εμπιστοσύνη (trust).
Στην πρώιμη νεότερη περίοδο, διάφοροι παράγοντες συντέλεσαν στην απώλεια της αυτονομίας των τεχνιτών ως ανεξάρτητων παραγωγών και στην υπαγωγή τους στο έλεγχο των εμπόρων. Οι βασικοί λόγοι υπήρξαν οι εξής: α) Έλλειψη διαθέσιμων πρώτων υλών, β) υπέρογκος δανεισμός, λόγω μικρότερης τιμής των κατασκευασμένων προϊόντων συγκριτικά με τρόφιμα και πρώτες ύλες, γ) Δυσκολία πρόσβασης στην αγορά, με αποτέλεσμα την χρησιμοποίηση μεσαζόντων εμπόρων, δ) Ανάπτυξη οικοτεχνίας ως ανταγωνιστικού κατασκευαστικού τομέα.
Ο «καπιταλισμός» του 16ου αι. αποτελούσε ακόμα εναλλακτική και όχι κύρια μορφή οικονομικής οργάνωσης, καθώς δεν είχαν ακόμα μετασχηματιστεί δραστικά οι υπάρχουσες οικονομικές δομές.
Φορείς καπιταλιστικών αντιλήψεων αποτελούσαν οι έμποροι, που συνέβαλαν στην συγκεντροποίηση, τον εξορθολογισμό της παραγωγής, την ανάδυση της μισθωτής εργασίας, επένδυση κεφαλαίου στην τεχνολογία, προσανατολισμό στη διεθνή αγορά κλπ.
Ωστόσο, ο καινοφανής οικονομικός & κοινωνικός μετασχηματισμός που συνδέθηκε με την εδραίωση του καπιταλισμού, υπήρξε μια μακροχρόνια, επίπονη & ανομοιογενής διαδικασία.
Λουθηρανισμός-Καλβινισμός- Αγγλικανικός πουριτανισμός :το επάγγελμα ως θεϊκά δοσμένη αποστολή
Με τον Λούθηρο εδραιώνεται η ιδέα του επαγγέλματος ως έργου ζωής, ως αποστολής θεϊκά δοσμένης. Η επαγγελματική εργασία/θέση είναι το κατεξοχήν καθήκον που όρισε ο Θεός.
Με τη θρησκευτική μεταρρύθμιση έχουμε έναν ηθικό τονισμό και μια θρησκευτική κύρωση της οργανωμένης εγκόσμιας εργασίας σε ένα επάγγελμα. Η ολοκλήρωση αυτής της στροφής στον εγκόσμιο ασκητισμό επιτεύχθηκε με τον καλβινισμό και άλλες προτεσταντικές αιρέσεις. Η αλλαγή της σχέσης απέναντι στην εργασία είχε να αντιπαλέψει την κερδοσκοπική μορφή του καπιταλισμού και την «παραδοσιοκρατία». Η κυριαρχία της παραδοσιακής αντίληψης και πρακτικής της εργασίας δεν επέτρεπε την εντατική χρήση της.
Σύμφωνα με το δόγμα του προκαθορισμού, η μοίρα του ανθρώπου είναι προκαθορισμένη και άδηλη. Η απάντηση στο ερώτημα «εκλεκτός ή καταδικασμένος» ήταν η διατήρηση της πίστης και η εκπλήρωση της εγκόσμιας (επαγγελματικής) αποστολής, της δοσμένης από τον θεό. Η πίστη αποδεικνύεται με την εγκόσμια, επαγγελματική άοκνη προσπάθεια και μόνο μέσω της ακούραστης εργασίας και της επαγγελματικής επιτυχίας μπορεί ο πιστός να αντλήσει σημάδια της θείας χάριτος.
Η επαγγελματική επιτυχία δημιουργεί την παρώθηση για εργατικότητα και για συστηματική, μεθοδική, έλλογη οργάνωση της εργασίας.
Η ασκητική συμπεριφορά συνίσταται σε ένα ορθολογικό σχέδιο ζωής του πιστού.
Το κίνητρο για μεθοδικό, συστηματικό έλεγχο της κατάστασης του ατόμου και της θείας χάριτος στην καθημερινή συμπεριφορά διαποτίζει τηνεγκόσμια, καθημερινή ζωή με ευσέβεια και ασκητισμό.
Η επιταγή της διαρκούς και αδιάλειπτης εργασίας συνδυάζεται με την εγκράτεια και την αποχή από τις απολαύσεις και τις ηδονές της «φυσικής ζωής», και όχι με την επιδίωξη του κέρδους. Εντούτοις το παραγόμενο από την οικονομική/επαγγελματική δραστηριότητα κέρδος νομιμοποιείται ως "από θεού δώρο". Η εσωτερική ηθική εμπόδιζε την εμπορευματοποίηση της οικονομικής ζωής, καθώς αποκλείονταν το κυνήγι του κέρδους και προωθούνταν η αμοιβαιότητα, οι δεσμοί αλληλεγγύης και η εμπιστοσύνη (trust).
Κυριακή 16 Μαΐου 2021
ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ και η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΥΣ
Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για την καταγωγή και την παιδική ηλικία του Θρασύβουλου. Το όνομα του πατέρα του ήταν Λύκος και καταγόταν από το Δήμο Στειρίας (το σημερινό Πόρτο Ράφτη). Γεννήθηκε πιθανώς κάπου ανάμεσα στο 455 και 441 π.Χ., αν και μια ημερομηνία κοντά στα τέλη της δεκαετίας του 430 π.Χ. δεν μπορεί να αποκλειστεί. Παντρεύτηκε και απέκτησε δύο παιδιά. Διάφορα στοιχεία υποδεικνύουν πως καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Ανέλαβε το αξίωμα του τριηράρχου, το οποίο απαιτούσε μεγάλες προσωπικές δαπάνες, ενώ κάποια στιγμή ο γιος του στάθηκε ικανός να πληρώσει ένα βαρύ πρόστιμο 10 ταλάντων.
Μέχρι το 411 π.Χ. ο Θρασύβουλος είχε ήδη καταξιωθεί σε κάποιο βαθμό ως πολιτικός. Δεν αναφέρεται σε καμία πηγή πριν από την ημερομηνία αυτή, συνεπώς είναι αδύνατον να συνθέσουμε μια εικόνα για τις δραστηριότητές του.
Ως πολιτικός, συνηγορούσε υπέρ του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού και επεκτατισμού, ήταν δε μεγάλος υποστηρικτής της δημοκρατίας του Περικλή. Δεν φαίνεται να ήταν προικισμένος ομιλητής, ωστόσο ο Πλούταρχος αναφέρει πως είχε «τη δυνατότερη φωνή από όλους τους Αθηναίους». Κατά την περίοδο που πρωτοστατούσε στα πολιτικά πράγματα φαίνεται πως ακολούθησε φιλολαϊκή πολιτική.
Το 413 π.Χ., ένα ογκωδέστατο αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα εκμηδενίστηκε στη Σικελία. Την επομένη της ήττας αυτής, η Αθήνα βρέθηκε να αντιμετωπίζει μια κρίση καινοφανούς σοβαρότητας. Διάφορες πόλεις που άνηκαν στην Αθηναϊκή Ηγεμονία στο Αιγαίο ξεκίνησαν να επαναστατούν, με το στόλο τον Πελοποννησίων να σπεύδει να τους βοηθήσει. Σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η ζημιά, η Αθήνα επένδυσε τα εφεδρικά της χρήματα στην αναδημιουργία του στόλου της και έστειλε εκείνα που της απέμεναν στη Σάμο για να δημιουργήσουν εκεί ναυτική βάση.
Στην ατμόσφαιρα αυτή της γενικής κρίσης, Αθηναίοι αριστοκράτες που επιθυμούσαν από καιρό να ρίξουν τη δημοκρατία, ξεκίνησαν να δρουν ανοιχτά με στόχο την αλλαγή της διακυβέρνησης, και συνωμότησαν ώστε να μετατρέψουν το πολίτευμα σε ολιγαρχία. Στα σχέδιά τους περιλαμβανόταν και η ανάκληση του Αλκιβιάδη, τον οποίο είχε εξορίσει η δημοκρατική κυβέρνηση. Αυτοί οι ολιγαρχικοί ξεκίνησαν να φέρνουν σε πέρας το σχέδιό τους από τη Σάμο, όπου ενθάρρυναν μια ομάδα ολιγαρχικών κατοίκων να πραγματοποιήσουν παρόμοια στάση.Υπάρχει διχογνωμία ανάμεσα στους σύγχρονους ιστορικούς σχετικά με το ρόλο του Θρασύβουλου στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Μετά την επιστροφή τους στην Αθήνα, οι συνωμότες πέτυχαν την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, εγκαθιστώντας ολιγαρχία 400 προσώπων. Στη Σάμο, ωστόσο, η στάση δεν είχε την ίδιο αποτέλεσμα. Οι Σαμιώτες δημοκρατικοί έμαθαν για τη συνωμοσία και ενημέρωσαν τέσσερις επιφανείς Αθηναίους, τους στρατηγούς Λέοντα και Διομέδοντα, τον Θρασύβουλο και τον Θράσυλλο, που εκείνη την εποχή ήταν οπλίτης. Με την υποστήριξη των ανδρών αυτών και των Αθηναίων στρατιωτών γενικότερα, οι δημοκρατικοί στο νησί κατάφεραν να νικήσουν τους συνωμότες όταν προσπάθησαν να καταλάβουν την εξουσία.
Ένα πλοίο αναχώρησε για την Αθήνα για να ενημερώσει τους πολίτες για την επιτυχία αυτή κατά των ολιγαρχικών. Μόλις έφτασε, ωστόσο, το πλήρωμα συνελήφθη, καθώς τα νέα της νίκης των δημοκρατικών δεν ήταν ευπρόσδεκτα από τη νέα ολιγαρχική κυβέρνηση. Μαθαίνοντας το γεγονός, ο στρατός της Σάμου καθαίρεσε τους στρατηγούς του και εξέλεξε νέους, που θεωρούνταν περισσότερο αποφασιστικοί στις πράξεις τους για την προάσπιση της δημοκρατίας, με τον Θρασύβουλο και τον Θράσυλλο ανάμεσά τους. Οι στρατιώτες, υποστηρίζοντας πως δεν επαναστάτησαν κατά της πόλης, αλλά πως η πόλη επαναστάτησε εναντίον τους, αποφάσισε να υπερασπιστεί τη δημοκρατία, ενώ παράλληλα θα συνέχιζε τον πόλεμο ενάντια στη Σπάρτη.
Μια από τις πρώτες κινήσεις του Θρασύβουλου από τη θέση του στρατηγού ήταν να φέρει στην επιφάνεια το θέμα της ανάκλησης του Αλκιβιάδη, κάτι που υποστήριζε και προτού συμβούν τα γεγονότα αυτά. Αφού έπεισε τους ναύτες του για τη σκοπιμότητα του σχεδίου του, απέπλευσε για να βρει τον Αλκιβιάδη και επέστρεψε μαζί του στη Σάμο. Στόχος αυτής της πολιτικής ήταν να αποσπάσει την εύνοια των Περσών από τους Σπαρτιάτες, καθώς πιστευόταν πως ο Αλκιβιάδης είχε μεγάλη επιρροή στον Τισσαφέρνη. Ο Αλκιβιάδης επίσης εκλέχτηκε στρατηγός στο πλευρό του Θρασύβουλου και άλλων.Λίγο καιρό μετά, αφού συντελέστηκε και επανάσταση στην Εύβοια, η κυβέρνηση των 400 στην Αθήνα ανατράπηκε και αντικαταστάθηκε από μια ευρύτερη ολιγαρχία, που με τη σειρά της έδωσε τη θέση της στη δημοκρατία.
Κατά τους μήνες που ακολούθησαν τα γεγονότα αυτά, ο Θρασύβουλος ηγήθηκε του αθηναϊκού στόλου σε πολλαπλές σημαντικές ναυμαχίες. Στη Ναυμαχία στο Κυνός Σήμα, οδήγησε μια πτέρυγα του στόλου και απέτρεψε αθηναϊκή ήττα απλώνοντας έτσι τα άκρα του σχηματισμού τους ώστε να καταστήσει αδύνατη την περικύκλωση. Η μάχη ολοκληρώθηκε με νίκη των Αθηναίων.
Λίγο αργότερα, έξω από την Αβυδο, οι Αθηναίοι νίκησαν πάλι τους Σπαρτιάτες χάρη και στην έγκαιρη επέμβαση του Αλκιβιάδη, ο οποίος κατέφθασε με 18 ακόμη πλοία.
Ο Θρασύβουλος ήταν και πάλι διοικητής ενός τμήματος του αθηναϊκού στόλου στη Ναυμαχία της Κυζίκου, μια εκπληκτική αθηναϊκή νίκη. Στη μάχη αυτή, οι Αθηναίοι τράβηξαν έξω το σπαρτιατικό στόλο για να κυνηγήσει μια μικρή ομάδα πλοίων της οποίας ηγούνταν ο Αλκιβιάδης. Όταν οι Σπαρτιάτες βρίσκονταν πλέον σε μια καλή απόσταση από την ξηρά, δυο άλλες ομάδες πλοίων, υπό τις διαταγές του Θρασύβουλου και του Θηραμένη, εμφανίστηκαν στα νώτα τους για να αποκόψουν την υποχώρησή τους. Οι Σπαρτιάτες αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε μια κοντινή παραλία, όπου ο Αλκιβιάδης αποβίβασε τους άνδρες του σε μια προσπάθεια να καταλάβει τα εχθρικά πλοία. Οι Σπαρτιάτες ωστόσο, με τη βοήθεια περσικών στρατευμάτων, ξεκίνησαν να απωθούν τη δύναμη αυτή προς τη θάλασσα. Βλέποντας την εξέλιξη αυτή, ο Θρασυβουλος αποβίβασε και τις δικές του δυνάμεις για να αίρει την πίεση από τον Αλκιβιάδη, και παράλληλα διέταξε το Θηραμένη να ενώσει τις δυνάμεις του με Αθηναίους πεζικαρίους που βρίσκονταν στην περιοχή και να έρθουν όλοι μαζί να βοηθήσουν τους ναύτες στην παραλία. Σπαρτιάτες και Πέρσες, καταβεβλημένοι από την άφιξη δυνάμεων από όλες τις κατευθύνσεις, ηττήθηκαν και εκδιώχτηκαν, ενώ οι Αθηναίοι κατέλαβαν όλα τα σπαρτιατικά πλοία που δεν καταστράφηκαν.
Το 409 και 408 π.Χ., ο Θρασύβουλος παρέμεινε επικεφαλής του στόλου, αν και οι πράξεις του δεν έχουν καταγραφεί σαφώς. Φαίνεται πως πέρασε αρκετό από τον καιρό του σε εκστρατεία στη Θράκη, ανακτώντας πόλεις για την Αθηναϊκή Ηγεμονία και αποκαθιστώντας τις εισροές φόρων από την περιοχή. Το 407 π.Χ. τέθηκε επικεφαλής ενός στόλου που πολιόρκησε τη Φώκαια, πόλη της Μικράς Ασίας. Ωστόσο, αυτή η πολιορκία έπρεπε να λυθεί αφού οι Σπαρτιάτες υπό το Λύσανδρο νίκησαν το κυρίως τμήμα του αθηναϊκού στόλου στο Νότιον. Αυτή η ήττα οδήγησε στην πτώση και στην εξορία του Αλκιβιάδη. Ο Θρασύβουλος είτε απομακρύνθηκε από το αξίωμα του επί τόπου από τον Αλκιβιάδη είτε δεν επανεξελέγη μόλις έλαβε τέλος η θητεία του. Όπως και να έχει έμεινε εκτός μαχών μέχρι το τέλος του πολέμου.
Ο Θρασύβουλος επέστρεψε στη δράση ωστόσο, στη Ναυμαχία των Αργινουσών το 406 π.Χ. Ορίστηκε τριήραχος του αθηναϊκού βοηθητικού στόλου που εστάλη να υποστηρίξει το ναύαρχο Κόνωνα, που είχε αποκλειστεί στη Μυτιλήνη. Η μάχη αυτή είχε θετικό αποτέλεσμα για τους Αθηναίους. Ακολούθως, οι ναύαρχοι πήραν την πλειονότητα των πλοίων για να επιτεθούν στους Πελοποννήσιους που απειλούσαν τον Κόνωνα, αφήνοντας πίσω τον Θρασύβουλο και το συνεργάτη του, Θηραμένη, να μαζέψουν τους επιζώντες. Η επιχείρηση αυτή εμποδίστηκε, ωστόσο, από μια ξαφνική καταιγίδα που παρέσυρε τα διασωστικά στην ξηρά, με αποτέλεσμα ένας τεράστιος αριθμός Αθηναίων - οι εκτιμήσεις αναφέρουν έναν αριθμό ανάμεσα στους 1.000 και 5.000 - βρήκαν το θάνατο από πνιγμό. Έτσι ξέσπασε ένα από τα μεγαλύτερα πολεμικά σκάνδαλα της αθηναϊκής ιστορίας, με το Θηραμένη και τους άλλους στρατηγούς να συγκρούονται σχετικά με το ποιος ήταν κύριος υπεύθυνος. Ο Θρασύβουλος για άγνωστους λόγους, ενεπλάκη ελάχιστα στις διαμάχες αυτές.
Το 404 π.Χ., μετά την ήττα τους στη Ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς, οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν, βάζοντας τέλος στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Λίγο αργότερα, ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Λύσανδρος εγκατέστησε στην πόλη μια ολιγαρχική κυβέρνηση, που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως οι Τριάκοντα Τύραννοι.
Μετά τη θανάτωση του Θηραμένη, οι Τριάκοντα θεώρησαν πως είναι πια ελεύθεροι να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της Αθήνας και να προβούν, κατά βούληση, σε αρπαγές περιουσιών, κλιμακώνοντας δραστικά την τρομοκράτηση των πολιτών. Προκειμένου, λοιπόν, να μην έχουν το φόβο εσωτερικών αντιδράσεων στην πόλη απαγόρευσαν την είσοδο σε όσους δεν ανήκαν στον κύκλο των υποστηρικτών τους, στον κατάλογο, δηλαδή, των Τριών Χιλιάδων. Γνώριζαν, άλλωστε, πως από τη στιγμή που θα άρχιζαν να συλλαμβάνουν όσους διέμεναν έξω από την πόλη, για να οικειοποιηθούν τα αγροκτήματά τους, θα ενισχύονταν σημαντικά η διάθεση αντίδρασης των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής. Διατηρώντας, επομένως, το κύριο μέρος της Αθήνας, το άστυ, υπό τον αποκλειστικό έλεγχο των ολιγαρχικών, πίστευαν πως θα απέτρεπαν την πιθανότητα δημιουργίας κάποιου κινήματος εναντίον τους.
Ο Κριτίας, επιδιώκοντας να δεσμεύσει τους ολιγαρχικούς πολίτες του καταλόγου των Τριών Χιλιάδων και να τους καταστήσει συνένοχους στην εγκληματική δράση των Τριάκοντα, απαιτεί από αυτούς να συναινέσουν στην καταδίκη των κατοίκων της Ελευσίνας. Το επιχείρημά του φανερώνει ξεκάθαρα τον κυνισμό του και κινείται στο επίπεδο της αυστηρής λογικής: «εφόσον θα έχετε μερίδιο στις τιμές και τα κέρδη του καθεστώτος, οφείλετε να έχετε μερίδιο και στους κινδύνους». Όπως με σαφήνεια τους εξηγεί, η συναίνεσή τους στην καταδικαστική απόφαση θα σημαίνει πως πλέον θα έχουν όλοι τους «τις ίδιες ελπίδες και τους ίδιους φόβους» με τους Τριάκοντα.
Το αίτημα του Κριτία καταγράφεται συνοπτικά και με απρόσμενα ειλικρινή τρόπο, γεγονός που φανερώνει την αγωνία του σχετικά με την πορεία του καθεστώτος. Ανησυχεί πως το κίνημα εναντίον των Τριάκοντα ενδέχεται να κλονίσει την εμπιστοσύνη ακόμη και των ολιγαρχικών υποστηρικτών του, γι’ αυτό και θέλει να εκβιάσει την αφοσίωσή τους. Έτσι, χωρίς περιττά σοφίσματα, αλλά με ξεκάθαρο τρόπο τους ζητά ανοιχτά να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί. Αν θέλουν να έχουν μερίδιο στα κέρδη κι αν θέλουν να συνεχίσουν να έχουν τον έλεγχο της πόλης, οφείλουν τώρα να αποδείξουν πως είναι αποφασισμένοι να συνδέσουν τη μοίρα τους με αυτή των Τριάκοντα. Από τη στιγμή, άλλωστε, που θα συναινούσαν στην καταδίκη των κατοίκων της Ελευσίνας, θα φοβόντουσαν κι εκείνοι μια πιθανή κατάρρευση του τυραννικού καθεστώτος, εφόσον θα ήταν πια αντιμέτωποι με παρόμοιες ποινικές κατηγορίες για τη δράση τους.
Η κυβέρνηση αυτή εκτέλεσε έναν αριθμό πολιτών και αφαίρεσε από την πλειονότητα των πολιτών σημαντικά δικαιώματά τους, φτάνοντας σε τόσο ακραίο σημείο ώστε να εκτελέσει κι ένα από τα δικά της μέλη, τον μετριοπαθή ολιγαρχικό Θηραμένη. Φοβούμενοι για τη ζωή τους, πολλοί πολίτες το έσκασαν από την πόλη με κατεύθυνση τη Θήβα.
Η κοινή γνώμη στην Αθήνα ακολούθησε βαθμιαία διαφορετική στάση απέναντι στις καταδικαστικές αποφάσεις του καθεστώτος, καθώς σταδιακά άρχισε να διαφαίνεται η απουσία λογικής και ανθρωπιάς πίσω από αυτές. Έτσι, το πρώτο διάστημα, όταν η Βουλή καλούταν να καταδικάσει τους συκοφάντες, οι περισσότεροι δεν αντιδρούσαν καθόλου, εφόσον θεωρούσαν πως αφενός δεν διατρέχουν κίνδυνο αφού δεν ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία κι αφετέρου πως ήταν δίκαιο να τιμωρηθούν όσοι υπήρξαν τόσο ανήθικοί. Στην πορεία όμως, καθώς αυξήθηκαν οι εκτελέσεις πολιτών, χωρίς πλέον να υπάρχει κάποιο πρόσχημα δίκαιης τιμωρίας, ενισχύθηκε το κλίμα ανησυχίας και πολλοί προσπάθησαν να αντιδράσουν, αφού αντιλήφθηκαν πως οι Τριάκοντα δεν κινούνται με κριτήριο το δίκαιο, αλλά την επιθυμία τους για αρπαγή περιουσιών και εκδίκηση. Στο τέλος, μάλιστα, όταν τέθηκε το θέμα της καταδίκης των κατοίκων της Ελευσίνας, μόνο εκείνοι οι ολιγαρχικοί που τους απασχολούσε αποκλειστικά το δικό τους συμφέρον δεν φάνηκαν να ενοχλούνται από τη συνέχιση του φονικού έργου των Τριάκοντα.
Η διαφοροποίηση, επομένως, στη στάση της κοινής γνώμης ακολούθησε το σταδιακό ξεδίπλωμα του αυταρχισμού και της βιαιότητας των Τριάκοντα. Όσο οι πολίτες της Αθήνας συνειδητοποιούσαν τις αρπακτικές διαθέσεις και την τυφλή βία που χαρακτήριζε τη δράση των τυράννων, τόσο περισσότερο ενισχυόταν η διάθεσή τους να αντιδράσουν. Το αποφασιστικό γεγονός, εντούτοις, για την πραγματική εκδήλωση της αντίθεσης των Αθηναίων στο καθεστώς των Τριάκοντα ήταν το κίνημα του Θρασύβουλου κι οι επιτυχίες που σημείωσε αυτό. Καθώς, λοιπόν, ο Θρασύβουλος κατόρθωνε να αντιμετωπίζει με αποτελεσματικότητα τους Τριάκοντα και τη λακωνική φρουρά, οι δυνάμεις του ενισχύονταν από Αθηναίους πολίτες που έπαυαν σταδιακά να φοβούνται κι ένιωθαν πως υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ανατρέψουν τους Τριάκοντα.
Ο Θρασύβουλος ήταν ανάμεσα στους πρώτους που εναντιώθηκαν στην ολιγαρχία και είχε εξοριστεί στη Θήβα λίγο καιρό μετά την άνοδό της στην εξουσία. Εκεί τον υποδέχτηκε θερμά και τον υποστήριξε ο Θηβαίος ηγέτης Ισμηνίας και οι οπαδοί του, που τον βοήθησαν να προετοιμάσει την επιστροφή του στην Αθήνα.
Το κύμα φυγής Αθηναίων λόγω της ακραίας βιαιότητας των Τριάκοντα είχε οδηγήσει τη Σπάρτη στην έκδοση διατάγματος με το οποίο απαιτούσε την επιστροφή αυτών των «πολιτικών προσφύγων» στην Αθήνα από κάθε πόλη στην οποία είχαν καταφύγει. Ο φόβος της Σπάρτης ήταν πως θα δημιουργηθούν -όπως και τελικά συνέβη- ένοπλες ομάδες πολιτικών προσφύγων, οι οποίες θα απειλούσαν το καθεστώς των Τριάκοντα. Η Θήβα είχε αντιδράσει με άμεσο και σαφή τρόπο στη διαταγή αυτή των Σπαρτιατών, καλώντας τους πολίτες όλων των βοιωτικών πόλεων να δέχονται τους Αθηναίους που ζητούσαν τη βοήθειά τους. Προχωρούσε, μάλιστα, πολύ πέρα από την απλή παροχή πολιτικού ασύλου, εφόσον καλούσε τους πολίτες της να μην παρεμποδίζουν κανέναν Αθηναίο, αν αυτός προσπαθούσε να μεταφέρει στην Αθήνα, μέσω της Βοιωτίας, όπλα εναντίον των εκεί τυράννων. Κι ακόμη περισσότερο οι ίδιοι οι Θηβαίοι ήταν εκείνοι που προσέφεραν όπλα και χρήματα στον Θρασύβουλο και τους άντρες του, διασφαλίζοντάς τους παράλληλα τη δυνατότητα να προετοιμάσουν το κίνημά τους διακριτικά και με ασφάλεια, ώστε οι Τριάκοντα να μην καταλάβουν τίποτε μέχρι να είναι έτοιμος ο Θρασύβουλος να κάνει τις πρώτες του κινήσεις.
Η δραστική επιδείνωση της πολιτικής κατάστασης στην Αθήνα, με τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις και τη γενικότερη τρομοκράτηση των πολιτών, λειτούργησε αφυπνιστικά για τα ανθρωπιστικά συναισθήματα και ιδεώδη των γειτονικών πόλεων. Η επιλογή, επομένως, των Μεγαρέων και των Θηβαίων να δέχονται τους διωκόμενους Αθηναίους και να τους προσφέρουν άσυλο, μπορεί να ιδωθεί ως μια ανθρωπιστική απάντηση στην σκληρότητα των Τριάκοντα. Παράλληλα, βέβαια, αποτελούσε και μία πολιτική ενέργεια, εφόσον τους έφερνε σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την Σπάρτη. Ως προς αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η απογοήτευση που είχε επικρατήσει στις ελληνικές πόλεις όταν έγινε αντιληπτό το πραγματικό πρόσωπο της Σπαρτιατικής «ηγεμονίας».
Μετά την κατάρρευση των Αθηνών οι Έλληνες διαπίστωσαν πολύ γρήγορα ότι η σπαρτιατική εξουσία δεν ήταν λιγότερο καταπιεστική απ’ όσο η αττική ηγεμονία. Το σύστημα των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι υποστήριξαν παντού τις ολιγαρχικές μειονότητες και προσπάθησαν να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους με στρατιωτικές φρουρές που διοικούνταν από Σπαρτιάτες αρμοστές, όπως ακριβώς έκαναν στην Αθήνα, έγινε αφορμή να χυθεί άδικα πολύ αίμα. Η αυτονομία, την οποία υποσχόταν η Σπάρτη και που όλοι προσδοκούσαν μετά την πτώση των Αθηνών, αποδείχτηκε πολύ σύντομα πως δεν αποτελούσε ποτέ ειλικρινή πρόθεση των Σπαρτιατών.
Έχοντας κατά νου την έκταση της απογοήτευσης που είχε προκαλέσει η ανειλικρίνεια κι ο αυταρχισμός της Σπάρτης, αντιλαμβανόμαστε πως η μεταστροφή της πολιτικής αυτών των πόλεων -και ιδίως των Θηβαίων- αποτελούσε απόπειρα αντίδρασης απέναντι στους μέχρι τότε συμμάχους τους. Έτσι, παρά το γεγονός ότι είχαν συμμαχήσει με τη Σπάρτη από την αρχή κιόλας του Πελοποννησιακού Πολέμου, κι οι Θηβαίοι είχαν επιδείξει μεγάλη σκληρότητα απέναντι στην Αθήνα, προτείνοντας την ολοκληρωτική της καταστροφή, άλλαξαν πλήρως τη στάση τους όταν η εξουσία πέρασε στα χέρια της Σπάρτης και συνειδητοποίησαν την απροθυμία της να εκπληρώσει τις αρχικές της υποσχέσεις.
Το 403 π.Χ., οδήγησε μια ομάδα 70 εξόριστων με την οποία κατέλαβε τη Φυλή, μια οχυρή περιοχή στα σύνορα της Αττικής με τη Βοιωτία. Μια καταιγίδα εμπόδισε τις δυνάμεις των Τριάκοντα να τον απομακρύνουν άμεσα, με αποτέλεσμα πολυάριθμοι εξόριστοι να προλάβουν να φτάσουν στο πλευρό του. Όταν η σπαρτιατική φρουρά της Αθήνας, υποστηριζόμενη από αθηναϊκό ιππικό, εστάλη εναντίον του, ο Θρασύβουλος οδήγησε τους άνδρες του, που πλέον έφταναν τους 700, σε μια αιφνιδιαστική επιδρομή το ξημέρωμα στο στρατόπεδο του εχθρού, θανατώνοντας 120 Σπαρτιάτες και αναγκάζοντας τους υπόλοιπους να το βάλουν στα πόδια.
Πέντε ημέρες μετά, ο Θρασύβουλος οδήγησε την ομάδα του - η οποία ήταν πλέον αρκετά μεγάλη σε αριθμό ώστε να αφήσει 200 στη Φυλή και να πάρει 1.000 μαζί του - στον Πειραιά, το λιμάνι των Αθηνών. Στην περιοχή του Πειραιά από δεκαετίες είχε διαμορφωθεί παράδοση δημοκρατικής πλειοψηφίας την οποία συγκροτούσαν τα πληρώματα του στόλου, οι έμποροι, οι ναυτικοί και οι μέτοικοι. Η επιλογή, άρα, των αντιπάλων του καθεστώτος να αναζητήσουν καταφύγιο στον Πειραιά ήταν απολύτως λογική, εφόσον οι Τριάκοντα δεν είχαν επαρκείς δυνάμεις για να θέσουν και τον Πειραιά υπό τον πλήρη έλεγχό τους. Ήταν σαφές πως λόγω της εκεί δημοκρατικής πλειοψηφίας, η όποια εξουσία των Τριάκοντα ήταν επισφαλής και σίγουρα όχι τέτοια, ώστε να είναι σε θέση να προχωρήσουν σε συλλήψεις, χωρίς να υπάρξει σημαντική αντίδραση από τη μεριά των κατοίκων της περιοχής.
Ερχόμενος στον Πειραιά, ο Θρασύβουλος με τους δικούς του οχυρώθηκε στη Μουνιχία, ένα λόφο από όπου μπορούσε να επιβλέπει όλο το λιμάνι, και περίμενε την επίθεση των ολιγαρχικών. Οι δυνάμεις των Τριάκοντα, με τη συνδρομή των Σπαρτιατών, προέλασαν στον Πειραιά για να τον αντιμετωπίσουν.
Ο Θρασύβουλος, στην προσπάθειά του να εμψυχώσει τους συναγωνιστές του, απευθύνεται τόσο στη λογική, όσο και στο συναίσθημά τους. Ειδικότερα, τους υπενθυμίζει πως μέρος των αντιπάλων το έχουν ήδη νικήσει σε προηγούμενη αναμέτρηση, οπότε μπορούν να επιτύχουν εκ νέου το ίδιο. Τους επισημαίνει πως στο αριστερό μέρος της αντίπαλης παράταξης βρίσκονται οι Τριάκοντα, οι οποίοι εντελώς αναίτια τους εξόριζαν κι έκαναν προγραφές των οικείων τους. Οι Τριάκοντα που δεν δίσταζαν να συλλαμβάνουν εντελώς αυθαίρετα πολίτες την ώρα που έτρωγαν, κοιμόντουσαν ή βρίσκονταν στην Αγορά. Με τις επισημάνσεις αυτές επιδιώκει να τους επηρεάσει συναισθηματικά και να διεγείρει συναισθήματα οργής, ώστε να ενισχυθεί η επιθυμία τους για την επερχόμενη αναμέτρηση.
Ο Θρασύβουλος τονίζει, επίσης, το γεγονός πως έχουν εμφανώς με το μέρος τους τούς θεούς, οι οποίοι όχι απλώς τους οδηγούν σε νίκες παρά το γεγονός ότι είναι λιγότεροι από τους αντιπάλους τους, αλλά ακόμη και κατά τη διάρκεια της καλοκαιρίας προκαλούν θύελλες για να τους στηρίξουν. Αναφέρεται, επιπροσθέτως, διεξοδικά σε όλα τα πλεονεκτήματα που θα έχουν στο πλαίσιο αυτής της μάχης χάρη στο γεγονός ότι βρίσκονται σε υψηλότερη τοποθεσία συγκριτικά με τους αντιπάλους τους. Αυτό θα αναγκάσει τους άλλους να ανεβαίνουν ανήφορο και να κρύβονται κάτω από τις ασπίδες τους, ενώ εκείνοι θα τους χτυπούν με άνεση από ψηλά χρησιμοποιώντας ακόντια, δόρατα και πέτρες.
Πέρα, βέβαια, από την παρουσίαση της πλεονεκτικής τους θέσης, προχωρά και σε μια δραστική υπενθύμιση, με τη χρήση ασύνδετου σχήματος, όλων εκείνων για χάρη των οποίων πολεμούν. Ενώ, δεν παραλείπει να αναφερθεί και στην υστεροφημία που θα αποκτήσουν εκείνοι θα που θα πέσουν νεκροί στο πεδίο της μάχης, αφού κανένα μνημείο δεν πρόκειται να είναι τόσο λαμπρό, όσο αυτό που θα στηθεί για να τους τιμήσει.
Ο Θρασύβουλος και οι άντρες του ήταν κατά πολύ λιγότεροι αριθμητικά (πέντε ολιγαρχικοί προς έναν δημοκρατικό του Θρασύβουλου), αλλά είχαν εγκατασταθεί σε καλύτερη θέση και ίσως επωφελήθηκαν κι από τη σύγχυση ανάμεσα στις γραμμές των ολιγαρχικών. Κατά τη διάρκεια της μάχης, οι εξόριστοι έτρεψαν σε φυγή τους αντιπάλους τους, ενώ θανάτωσαν και τον Κριτία, άτυπο αλλά ουσιαστικό αρχηγό των Τριάκοντα.
Μετά τη νίκη αυτοί, οι υπόλοιποι από τους Τριάκοντα έφυγαν από την πόλη κατευθυνόμενοι στην Ελευσίνα, ενώ οι ολιγαρχικοί μέσα στην πόλη άρχισαν να μάχονται μεταξύ τους. Νέοι αρχηγοί εξελέγησαν, αλλά δεν κατάφεραν τίποτε ενάντια στο Θρασύβουλο. Συνεπώς στράφηκαν στη Σπάρτη για βοήθεια. Από τη Σπάρτη ωστόσο, δεν κατέφθασε ο Λύσανδρος, αλλά ο συντηρητικότερος Παυσανίας.
Οι δυνάμεις του τελευταίου νίκησαν τους άνδρες του Θρασύβουλου, αλλά μονάχα μετά από μεγάλη προσπάθεια. Μη θέλοντας να πιέσει καταστάσεις, ο Παυσανίας κανόνισε μια συμφωνία ανάμεσα στις δύο μαχόμενες παρατάξεις. Η δημοκρατία αποκαταστάθηκε, ενώ οι ολιγαρχικοί που το επιθυμούσαν μπόρεσαν να φύγουν με ασφάλεια για την Ελευσίνα.
Όντας πλέον σε θέση εξουσίας, ο Θρασύβουλος πέρασε ένα νόμο που παραχωρούσε συγχώρεση σε όλους, εκτός από ελάχιστους από τους ολιγαρχικούς, αποτρέποντας μια αιματηρή εκδίκηση εκ μέρους των δημοκρατικών. Για τις πράξεις του, ο Θρασύβουλος στεφανώθηκε με ένα στεφάνι ελιάς από τους συμπατριώτες του.
Στα πλαίσια της αναγεννημένης δημοκρατίας του 403 π.Χ., ο Θρασύβουλος εξελίχθηκε σε μείζονα και επιφανή ηγέτη, αν και σύντομα υποσκελίστηκε ως κεφαλή του κράτους από τον Αρχίνο. Ο Θρασύβουλος φαίνεται να προώθησε μια ριζοσπαστική δημοκρατική πολιτική την οποία δεν ήταν έτοιμος να αποδεχτεί ο λαός. Τους πρότεινε να επαναφέρουν την πληρωμή προκειμένου να ασκήσει κάποιος πολιτική θητεία, και προσπάθησε να δώσει το δικαίωμα του Αθηναίου Πολίτη στους μετοίκους και τους ξένους που πολέμησαν στο πλευρό του κατά των Τυράννων. Αρχικά ήταν πολύ προσεκτικός ώστε να μην προσβάλλει τη Σπάρτη, αλλά, όταν κατά την αρχή του Κορινθιακού Πολέμου, η Αθήνα απέκτησε πρόσβαση στην περσική βοήθεια, εξελίχθηκε σε υπέρμαχο της επιθετικής πολιτικής, κερδίζοντας καταπώς φαίνεται και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο στην αθηναϊκή πολιτική σκηνή. Ξεκίνησε την ανοικοδόμηση των Μακρών Τειχών, τα οποία είχαν καταστραφεί με τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, και ηγήθηκε των Αθηναίων στην Νεμέα και την Κορώνεια. Αυτές οι δύο του ήττες ωστόσο, τραυμάτισαν το πολιτικό του κύρος, και έτσι παραμερίστηκε από τον Κόνωνα, του οποίου η νίκη στην Κνίδο γκρέμισε τα όνειρα της Σπάρτης για μια υπερπόντια αυτοκρατορία.
Ο Θρασύβουλος έπαιξε περιορισμένο ρόλο τα επόμενα χρόνια στην πολιτική σκηνή, καθώς ο Κόνων οδήγησε τον αθηναϊκό στόλο σε μια σειρά από νίκες. Εντούτοις, το 392 π.Χ. ο τελευταίος φυλακίστηκε από τον Πέρση σατράπη Τιρίβαζο, ενώ βρισκόταν σε μια διάσκεψη για ειρήνη στις Σάρδεις. Αν και απελευθερώθηκε, πέθανε στην Κύπρο, χωρίς να επιστρέψει ποτέ στην Αθήνα. Ο Θρασύβουλος, οδηγώντας τη φατρία που ήταν αντίθετη στη σύναψη ειρήνης, κέρδισε και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο. Το 389 π.Χ., οδήγησε έναν στόλο από τριήρεις που εστάλησαν να μαζέψουν φόρους από διάφορες παράκτιες πόλεις του Αιγαίου, καθώς και για να υποστηρίξει τη Ρόδο, όπου η δημοκρατική παράταξη κινδύνευε εξαιτίας των Σπαρτιατών. Με την εκστρατεία αυτή, ο Θρασύβουλος έθεσε εκ νέου τα θεμέλια για τη δημιουργία μιας αθηναϊκής αυτοκρατορίας στα πρότυπα εκείνης του 5ου αιώνα π.Χ. Κατέλαβε το Βυζάντιο, επέβαλε διόδια στα πλοία που ήθελαν να διαπλεύσουν τον Ελλήσποντο, και μάζεψε φόρους υποτέλειας από πολλά νησιά του Αιγαίου Πελάγους. Το 388 π.Χ., καθώς οδηγούσε το στόλο του νότια, οι στρατιώτες του λεηλάτησαν τα χωράφια της Ασπένδου. Ως αντίποινα, οι κάτοικοι επιτέθηκαν νύχτα στο αθηναϊκό στρατόπεδο. Ο Θρασύβουλος βρήκε τον θάνατο στη σκηνή του.
Ό,τι είχε κερδίσει ο Θρασύβουλος με την εκστρατεία του, σύντομα χάθηκε εξαιτίας της περσικής παρέμβασης. Αναστατωμένοι από την επανεμφάνιση μιας δύναμης που θύμιζε την αυτοκρατορία που τους έδιωξε κάποτε από το Αιγαίο, οι Πέρσες υποστήριξαν και πάλι τη Σπάρτη, στέλνοντας δε ένα στόλο στον Ελλήσποντο απειλώντας τον εφοδιασμό των Αθηνών με σιτηρά. Μια νέα ειρήνη υπογράφτηκε στα γρήγορα, με τους ίδιους όρους που οι Αθηναίοι είχαν απορρίψει το 392 π.Χ. Οι εκστρατείες του Θρασύβουλου, αν και ανέστησαν με εντυπωσιακό τρόπο την αθηναϊκή επιρροή, είχαν βραχύβιο αποτέλεσμα, εφόσον κινητοποίησαν τους Πέρσες κατά των Αθηναίων, ώστε να εγκαταλείψουν ό,τι είχαν κερδίσει.
Κριτική
Ο Θρασύβουλος χαίρει ευρείας αναγνώρισης ως επιτυχημένος στρατιωτικός. Οι πλειονότητα των σημαντικότερων αρχαίων ιστοριογράφων απέδωσαν στον Αλκιβιάδη τα εύσημα για τις μεγάλες νίκες του 411 π.Χ., αλλά ορισμένοι, όπως ο Κορνήλιος Νέπος, υπογράμμισαν το σημαντικό ρόλο που έπαιξε ο Θρασύβουλος σε αυτές. Σύγχρονοι ιστορικοί, έχουν την τάση να συμφωνούν με την άποψη αυτή, τονίζοντας τη συμβολή του Θρασύβουλου στον καθορισμό της αθηναϊκής στρατηγικής στις περιπτώσεις αυτές, και ειδικά την αποφασιστικότητα που επέδειξε στην Κύζικο, όταν έσωσε τους άνδρες του Αλκιβιάδη από την ήττα, μετατρέποντας μια πιθανή αθηναϊκή ήττα σε εκπληκτική νίκη.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ο Θρασύβουλος υπερασπίστηκε τη δημοκρατία στην Αθήνα από τους εχθρούς της. Αποτέλεσε έναν από τους λίγους επιφανείς Αθηναίους πολίτες τον οποίο οι Σαμιώτες εμπιστεύτηκαν να υπερασπιστεί τη δική τους δημοκρατία, και τον οποίο ο στόλος κάλεσε να τους οδηγήσει κατά τη διάρκεια δύσκολων καιρών, όταν έπρεπε να νικηθούν οι 400. Αργότερα, πολεμώντας τους Τριάκοντα, ο Θρασύβουλος ρίσκαρε τη ζωή του όταν ελάχιστοι άλλοι θα το έκαναν, και ήταν οι δικές του πράξεις που συνέβαλαν στη γρήγορη επαναφορά της δημοκρατίας. Έτσι κέρδισε φήμη για τον πατριωτισμό και την αφοσίωσή του στη δημοκρατία. Ωστόσο, έχει δεχτεί και κριτική από σύγχρονους μελετητές, επειδή απέτυχε να αναγνωρίσει ότι η Αθήνα του 4ου αιώνα δεν μπορούσε να συνεχίσει την ιμπεριαλιστική της πολιτική.
Ο Θρασύβουλος ήταν αναμφισβήτητα ικανός στρατηγός, με ιδιαίτερες επιτυχίες στο ναυτικό τομέα, και ικανός ομιλητής, αλλά συχνά επισκιαζόταν ή παραμεριζόταν από πιο χαρισματικούς ηγέτες ή από στρατιωτικούς που πέτυχαν θεαματικότερες νίκες. Κατά τη διάρκεια των δύο δεκαετιών όπου πρωταγωνίστησε, είτε με είτε χωρίς εξουσία στα χέρια του, ο Θρασύβουλος παρέμεινε σταθερός υπερασπιστής της παραδοσιακής δημοκρατίας, και πέθανε αγωνιζόμενος για το ίδιο ιδεώδες το οποίο προάσπισε όταν εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή το 411.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ
Μουσική του 15ου αι. – Η Γαλλοφλαμανδική Σχολή. Οι Γαλλοφλαμανδοί συνθέτες, σταδιοδρομούν όχι στο Βορρά αλλά στην Ιταλία, στο παπικό π...
-
Αντισταθείτε σ'αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει "Καλά είμαι εδώ". Αντισταθείτε σ'αυτόν που γύρισε πάλι στο σ...
-
1. Ορθολογισμός (ρασιοναλισμός): Σύμφωνα με τους ορθολογιστές φιλοσόφους, η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως από τον ίδιο τον ορθό ...
-
Τρεις είναι οι κορυφαίοι αναγεννησιακοί επιστήμονες που άνοιξαν το δρόμο της νεότερης επιστήμης: Ο Κοπέρνικος, ο Παράκελσος και Ο Βεζά...
































































