Ετικέτες
- Α΄ Λυκείου (132)
- Αρχαία (47)
- Β΄ Λυκείου (181)
- Γ΄ Λυκείου (134)
- Γλώσσα (50)
- Ιστορία (285)
- Λογοτεχνία (67)
- Φιλοσοφία (31)
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α΄ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α΄ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ
Οι Έλληνες έχουν διανύσει μια μακραίωνη πορεία, αποδεικνύοντας τον δυναμισμό και την ανθεκτικότητά τους. Με μια εντυπωσιακή πολιτιστική κληρονομιά που μελετάται και θαυμάζεται από όλα τα κράτη του σύγχρονου κόσμου, υπήρξαν πρωτοστάτες σε τομείς όπως είναι η Φιλοσοφία, η Επιστήμη, η Ηθική και η Πολιτική. Κατόρθωσαν να διατηρήσουν αλώβητη την εθνολογική τους ταυτότητα παρά το γεγονός ότι τέθηκαν υπό ξένη κυριαρχία για εκτενέστατα χρονικά διαστήματα (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – Οθωμανική Αυτοκρατορία) και παρά το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο έχουν εμφανιστεί κατά καιρούς ποικίλα αλλοεθνή στοιχεία, τα οποία και ενσωματώθηκαν επιτυχώς στο κυρίαρχο ελληνικό στοιχείο.
Η διαδικασία δημιουργίας του ελληνικού κράτους, αν και ανέδειξε την αδάμαστη επιθυμία των Ελλήνων να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους, έφερε τους Έλληνες αντιμέτωπους με μια διαφορετική μορφή εξάρτησης, σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο πλέον. Τα ευρωπαϊκά κράτη δέχτηκαν να υποκαταστήσουν την υπό κατάρρευση Οθωμανική Αυτοκρατορία μ’ ένα ελληνικό κράτος, αλλά διατήρησαν για μεγάλο διάστημα τον έλεγχο του νέου αυτού κράτους μέσα από συνεχιζόμενους δανεισμούς.
Το νέο ελληνικό κράτος λόγω και των επαναλαμβανόμενων πολεμικών αναμετρήσεων που απαιτήθηκαν για να λάβει τα σημερινά του όρια, καθυστέρησε σημαντικά να θέσει τις αναγκαίες βάσεις οργάνωσης και ανάπτυξης, με αποτέλεσμα να έχει διαρκώς την ανάγκη εξωτερικής βοήθειας. Κατάσταση που ατυχώς διαιωνίστηκε και αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο, μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας. Έτσι, ακόμη και όταν πια είχαν παύσει οι έκτακτες ανάγκες λόγω πολεμικών συγκρούσεων και το ελληνικό κράτος μπορούσε να ακολουθήσει απρόσκοπτα την πορεία ανάπτυξης των άλλων ευρωπαϊκών κρατών -με πιο σαφή δήλωση αυτής της πραγματικότητας την ένταξη της Ελλάδας αρχικά στην ΕΟΚ και κατόπιν στην Ευρωπαϊκή Ένωση- οι εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας σε συνδυασμό με την κακοδιαχείριση και την ανεξέλεγκτη διασπάθιση χρήματος, προκάλεσαν μια δεινή κατάσταση για το ελληνικό κράτος, η οποία συνεχίζεται και κορυφώνεται στις μέρες μας.
Η συνεχιζόμενη οικονομική εξάρτηση του ελληνικού κράτους και η αδυναμία διασφάλισης εκείνων των συνθηκών που θα οδηγούσαν στη διαμόρφωση μιας ισχυρής και σταθερά αναπτυσσόμενης οικονομίας∙ η πολιτική ασυδοσία και η λογική των πολιτικών εξυπηρετήσεων που αποσκοπούσαν στη δημιουργία μιας κομματικής βάσης πιστών ψηφοφόρων∙ η ασυνέπεια στην τήρηση των νόμων και η εύκολη ανατροπή κάθε νομοθεσίας που έθιγε εδραιωμένα συμφέροντα∙ ο λαϊκισμός και η αδιαφορία για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των παροχών και της προχειρότητας, προκάλεσαν μια βαθιά ρήξη ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος. Οι πολίτες υιοθέτησαν τον οπορτουνισμό των πολιτικών και έθεσαν ως βασική τους προτεραιότητα την προσωπική τους ευημερία, αδιαφορώντας για το τι είναι ωφέλιμο ή αναγκαίο για την ορθή ανάπτυξη του κράτους.
- Οι πολίτες στην Ελλάδα δεν αντιλαμβάνονται πάντοτε τη διασύνδεση ανάμεσα στην υγιή ανάπτυξη του κράτους και τη δική τους ευημερία. Καταφεύγουν, έτσι, σε εξαιρετικά βλαπτικές τακτικές, όπως είναι τα ρουσφέτια, η φοροδιαφυγή αλλά και οι απάτες επιδιώκοντας αυστηρά το προσωπικό τους όφελος και αδιαφορούν για τη ζημιά που προκαλείται στο κράτος. Έπειτα, όταν πια τα οικονομικά του κράτους επιδεινώνονται και απαιτείται η λήψη αντιλαϊκών μέτρων εξεγείρονται, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους το πόσο βλαπτική υπήρξε η δική τους στάση.
Αξιώσεις, όπως είναι ο διορισμός στο δημόσιο, και εγκληματικές πράξεις, όπως είναι η φοροδιαφυγή, αυξάνουν κατακόρυφα τα έξοδα του κράτους, μειώνοντας αντίστοιχα τα έσοδά του.
- Οι Νεοέλληνες παραμένουν επίμονα απείθαρχοι, καθώς γνωρίζουν πως οι πολιτικοί θα υποχωρήσουν μπροστά στο ενδεχόμενο της λαϊκής δυσαρέσκειας και θα αλλάξουν όποιον νόμο δεν ευχαριστεί τους πολίτες. Το Κράτος αδυνατεί να διασφαλίσει την πλήρη και συνεπή εφαρμογή των νόμων, αφού οι πολίτες δεν έχουν την πολιτική εκείνη αγωγή που θα τους ωθούσε να σεβαστούν απόλυτα τις όποιες διατάξεις.
Σημαντικά κρατικά και κοινωνικά ζητήματα παραμένουν σε διαρκή εκκρεμότητα και γνωρίζουν συνεχείς ματαιώσεις στην οριστική ρύθμισή τους, αφού οι εκάστοτε πολιτικοί αδυνατούν να διαχειριστούν τη ρευστή κατάσταση.
- Οι Νεοέλληνες έχουν υιοθετήσει τη λογική της ήσσονος προσπάθειας και του φυγόπονου τρόπου αντίληψης, αναζητώντας μια θέση εργασίας -κατά προτίμηση στο δημόσιο τομέα- που θα τους παρέχει υψηλή αμοιβή, χωρίς να απαιτείται από αυτούς ιδιαίτερος κόπος και πολύωρη απασχόληση. Λογική που έχει οδηγήσει στη δημιουργία ενός παντελώς αναποτελεσματικού κρατικού μηχανισμού με πλήθος δημοσίων υπαλλήλων που αναζητούν τρόπους να εργαστούν όσο γίνεται λιγότερο.
- Οι Νεοέλληνες θεωρούν πως η «καλοπέραση» και ο πολυτελής, ράθυμος βίος αποτελούν υπέρτατες αξίες, τις οποίες και επιδιώκουν είτε έχουν τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους είτε όχι. Με χαρακτηριστική αδιαφορία για τις συνέπειες που έχει το αλόγιστο ξόδεμα χρημάτων αρνούνται να στερηθούν τις συνεχείς νυχτερινές εξόδους και τις πολυήμερες διακοπές τους, έστω κι αν αυτή η τακτική τους δημιουργεί χρέη και τους αναγκάζει να δανείζονται χρήματα.
Με παρόμοιο τρόπο επιχειρούν να ικανοποιήσουν και τη ματαιοδοξία τους σε σχέση με την απόκτηση υλικών αγαθών προκειμένου να δημιουργήσουν την εντύπωση στους άλλους πως έχουν οικονομική άνεση. Ακριβά αυτοκίνητα, επώνυμα ρούχα και τα πλέον σύγχρονα προϊόντα τεχνολογίας αποτελούν τον διακαή πόθο των Νεοελλήνων, οι οποίοι δεν διστάζουν να χρεωθούν μόνο και μόνο για να κάνουν επίδειξη πλούτου στους γύρω τους. Μια επιζήμια νοοτροπία που φανερώνει την κενότητα των σύγχρονων Ελλήνων και την αδυναμία τους να προσαρμόσουν τον τρόπο ζωής τους στις πραγματικές τους οικονομικές δυνατότητες.
- Πολλοί Νεοέλληνες τείνουν να αποθεώνουν καθετί ξένο και να καταφεύγουν σ’ έναν άγονο μιμητισμό, απορρίπτοντας παράλληλα κάθε στοιχείο της ελληνικής ταυτότητας και παράδοσης. Υποκύπτουν στα θέλγητρα της εμπορικά επεξεργασμένης εικόνας που παρουσιάζουν προς τα έξω κράτη με υψηλή βιομηχανική παραγωγή που επιδιώκουν να κυριαρχήσουν στη διεθνή αγορά και δεν αντιλαμβάνονται πως ό,τι τους συγκινεί στην ξενική κουλτούρα δεν είναι παρά ένα καλοσχεδιασμένο εξαγώγιμο προϊόν.
Καταλήγουν, έτσι, να στηρίζουν με τα χρήματά τους τις ξένες εταιρείες, να υιοθετούν στοιχεία μιας διαφορετικής κουλτούρας και να υποτιμούν ακόμη και τη γλώσσα τους, θεωρώντας πως μ’ αυτό τον τρόπο ξεχωρίζουν από τους άλλους.
- Κύριο χαρακτηριστικό των Νεοελλήνων που γίνεται ολοένα και πιο αισθητό είναι η τάση τους να ενδίδουν στον λαϊκισμό των πολιτικών και να στηρίζουν με την ψήφο τους εκείνο το κόμμα που τους υπόσχεται τα περισσότερα, έστω κι αν εκ των υστέρων συνειδητοποιούν πως η επιλογή τους υπήρξε ολέθρια. Κουρασμένοι από τα συνεχή οικονομικά προβλήματα της χώρας είναι έτοιμοι να εμπιστευτούν οποιονδήποτε πολιτικό ισχυριστεί πως υπάρχει κάποια εύκολη λύση στο οικονομικό αδιέξοδο και αρνούνται να αντικρίσουν την πραγματικότητα ως έχει.
- Οι Νεοέλληνες έχουν αφεθεί σ’ έναν τρόπο ζωής στον οποίο κυριαρχεί η ευκολία κι έχουν απομακρυνθεί από τις επιλογές εκείνες που οδηγούν στην πνευματική και ψυχική τους καλλιέργεια. Έχουν απομακρυνθεί από τη μελέτη βιβλίων και τις πιο απαιτητικές μορφές ψυχαγωγίας, επιλέγοντας σταθερά ανούσιες μορφές διασκέδασης που έχουν ωστόσο επιζήμια αποτελέσματα σε ό,τι αφορά το πνευματικό τους επίπεδο. Αρνούμενοι να ενημερωθούν ουσιαστικά και να επιδιώξουν ενεργά τον εμπλουτισμό των γνώσεών τους, έχουν τραπεί σε μια εύκολα ελεγχόμενη μάζα.
- Οι Νεοέλληνες έχουν αποκτήσει μια ιδιαιτέρως κακή νοοτροπία φθόνου απέναντι στους συνανθρώπους τους. Καθηλωμένοι οι ίδιοι από την απραξία τους κι από την αναζήτηση της ευκολίας, δεν ανέχονται την επιτυχία των άλλων και προσπαθούν με κάθε τρόπο να μειώσουν την αξία της, αμφισβητώντας τον κόπο του άλλου και αποδίδοντας την ανάδειξή του σε πλάγια μέσα. Δυσκολεύονται να εκτιμήσουν και να επαινέσουν την προσπάθεια του άλλου, είναι όμως περισσότερο από πρόθυμοι να χαρούν για την αποτυχία του.
- Οι Νεοέλληνες εντυπωσιάζονται από το υψηλό βιοτικό επίπεδο άλλων λαών και επιθυμούν να έχουν ανάλογα προνόμια και ευκολίες, χωρίς να κατανοούν ωστόσο πως η επίτευξη ενός τέτοιου επιπέδου προϋποθέτει μια τελείως διαφορετική νοοτροπία τόσο σε σχέση με τη λειτουργία του κράτους όσο και σε σχέση με τη στάση των πολιτών. Ένας κράτος που αδυνατεί να στηρίξει την εγχώρια παραγωγή και να διασφαλίσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μια σταθερή αναπτυξιακή πορεία, δεν μπορεί για κανένα λόγο να προσφέρει στους πολίτες του όσα προσφέρουν τα προηγμένα κράτη.
- Οι Έλληνες ταλανίζονται διαχρονικά από τη διχόνοια και τον εμφύλιο σπαραγμό, που τους αποτρέπει από το να συσπειρωθούν και να διεκδικήσουν όλοι μαζί από κοινού τις αναγκαίες λύσεις για τα σημαντικά προβλήματα του τόπου. Πρόκειται για ένα από τα πλέον αρνητικά τους χαρακτηριστικά που διατρέχει -ατυχώς- όλη τη μακραίωνη πορεία αυτού του λαού.
- Όμως υπάρχουν και κάποιες σταθερές στην ιδιοσυγκρασία του Νεοέλληνα οι οποίες πρέπει να σημειωθούν, και οι οποίες καθιστούν τη ζωή στον τόπο μας αξιοζήλευτη για τους δυτικούς ανθρώπους: Για παράδειγμα οι Νεοέλληνες, όπως αυτό αποδεικνύεται από τις συνεχείς διακρίσεις όσων σταδιοδρομούν σε χώρες του εξωτερικού, έχουν και τη δυνατότητα και τη θέληση να εργαστούν σκληρά και να επιτύχουν σημαντικά πράγματα, αρκεί να τους δοθεί η ευκαιρία να δράσουν σ’ ένα οργανωμένο περιβάλλον, το οποίο δεν θα μαστίζεται από τη γραφειοκρατία, την ελλιπή χρηματοδότηση και την απουσία υποδομών.
Η αρνητική άποψη σχετικά με την εργατικότητα των Ελλήνων, που προκύπτει ως ένα βαθμό από τη στάση όσων διακατέχονται από το σύνδρομο της δημοσιοϋπαλληλικής οκνηρίας, αποτελεί επί της ουσίας απόρροια του γεγονότος ότι απουσιάζουν από τη χώρα μας τα σωστά κίνητρα και οι κατάλληλες δομές. Ένας νέος άνθρωπος στην Ελλάδα που γνωρίζει πως ο κόπος του δεν θα αναγνωριστεί και πως, ακόμη κι αν έχει μια απασχόληση πλήρους ωραρίου, τα έσοδά του δεν θα επαρκούσαν για να συντηρήσει τον εαυτό του, επιχειρεί εύλογα να αποφύγει τον περιττό κόπο. Ο ίδιος άνθρωπος, όμως, αν γνώριζε πως η εργασία του θα του αποδώσει και τα αναγκαία χρήματα και την επιθυμητή κοινωνική αναγνώριση, θα ήταν σαφώς πρόθυμος να εργαστεί αποτελεσματικά και με αφοσίωση.
- Οι πολίτες στην Ελλάδα διατηρούν ακόμη, και παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν καθημερινά, αυξημένο το αίσθημα του ανθρωπισμού και της φιλανθρωπίας. Παραμένουν ένας λαός που δεν έχει αλλοτριωθεί από τον υλισμό σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην αναγνωρίζει την αξία της ανθρώπινης ζωής. Έτσι, σε αντίθεση με τον κυνισμό που συναντά κανείς σε άλλα προηγμένα κράτη, οι Έλληνες έχουν ακόμη πίστη στις αξίες του ανθρωπισμού και είναι ακόμη πρόθυμοι να συμπαρασταθούν ενεργά στον συνάνθρωπό τους που έχει ανάγκη.
- Οι πολίτες στην Ελλάδα, υπό την επίδραση πιθανώς του κλίματος, είναι άνθρωποι πρόσχαροι και κοινωνικοί∙ δίνουν ιδιαίτερη αξία στην έννοια της φιλίας και γνωρίζουν πώς να απολαμβάνουν την ομορφιά του ελληνικού χώρου. Είναι έτοιμοι να αξιοποιήσουν κάθε ευκαιρία για να γλεντήσουν και δεν είναι επιφυλακτικοί ή καχύποπτοι απέναντι στους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους. Είναι φιλόξενοι και διατηρούν ακόμη εκείνη τη διαχρονική ελληνική ποιότητα που ονομάζουμε «φιλότιμο».
- Οι πολίτες στην Ελλάδα είναι δημιουργικοί κι εφευρετικοί∙ έχουν ανεπτυγμένη ευφυΐα και είναι ικανοί να προσαρμοστούν γρήγορα σε νέα δεδομένα.
- Οι πολίτες στην Ελλάδα αγαπούν βαθιά την ελευθερία τους, όπως και τη δημοκρατία. Κι είναι γι’ αυτό πρόθυμοι, όπως το έχουν αποδείξει αλλεπάλληλες φορές, ακόμη και να θυσιάσουν τη ζωή τους για να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία της χώρας τους.
Η αγάπη τους αυτή για την ελευθερία, όπως και η αγάπη τους για την πατρίδα, αποτελούν τελικά τα βασικά γνωρίσματα που τους ωθούν να παραμερίζουν τις μεταξύ τους διαφορές και να ωθούνται σε κοινούς αγώνες, όταν εμφανίζεται κάποιος σημαντικός εξωτερικός κίνδυνος. Μόλις, ωστόσο, εξαλειφθεί ο όποιος εξωτερικός κίνδυνος, επιστρέφουν στη διχαστική λογική και αρνούνται επίμονα να συνεργαστούν πάνω σ’ ένα κοινό μακροπρόθεσμο σχέδιο συλλογικής δράσης και προσπάθειας.
Αξιολογήστε το παραπάνω κείμενο και γράψτε μια έκθεση με τις απόψεις σας για τα χαρακτηριστικά του Νεοέλληνα, προσθέτοντας ή αφαιρώντας θετικά και αρνητικά γνωρίσματα που κατά τη γνώμη σας συγκεντρώνουν οι συμπολίτες μας.
Ε. Π. Παπανούτσος «Ψυχολογία των Νεοελλήνων»
Ο παρακάτω διάλογος είναι αληθινός· οι λέξεις ίσως διαφέρουν, τα νοήματα όμως, είναι τα ίδια. Ο λόγος για τους τρόπους συμπεριφοράς των Νεοελλήνων στις διάφορες παραστάσεις της ζωής. Ο ένας συνομιλητής δικαιολογεί και τους εγκωμιάζει. Αρχίζω με την άρνηση· η κατάφαση ακολουθεί.
- Δεν ξέρω ποιες αρετές βρίσκετε στη συμπεριφορά των συμπατριωτών μας (λέει ο πρώτος) και κατά πόσο είστε ειλικρινής και αντικειμενικός στις κρίσεις σας. Εγώ είμαι βέβαιος ότι οι Νεοέλληνες δεν έχουν κοινωνική αγωγή και τούτο το συμπεραίνω από τους τρόπους τους. Κοιτάξτε πρώτα πώς οδηγούν το αυτοκίνητο τους στους πολυσύχναστους δρόμους. Δεν εξετάζω το «πόθεν έσχες» αυτής της πολυτέλειας· αυτή είναι άλλη υπόθεση. Έχει παρατηρηθεί (πολύ ορθά, νομίζω) ότι ο χαρακτήρας ενός λαού φαίνεται στον τρόπο του αυτοκινητικού οδηγήματος του. Ο Νεοέλληνας οδηγεί άτακτα, ασυνάρτητα, εγωιστικά, υπερφίαλα. Δεν ακολουθεί τις χαραγμένες γραμμές, δεν υπακούει στις εντολές της Τροχαίας, που δίνονται για την ασφάλειά του, δεν ανέχεται να προηγείται στη σειρά ένας άλλος και προσπαθεί να τον προσπεράσει με κίνδυνο πολλές φορές της ζωής του, δεν αναχαιτίζει το δρόμο για να κάνει τόπο να περάσει ο δυστυχής πεζός, ο ηλικιωμένος, ο ανάπηρος, η έγκυος γυναίκα. Αλλά προχωρεί ακάθεκτος, ακόμη και όταν δε βιάζεται, μόνο για να δείξει την υπεροχή της τέχνης ή της μηχανής του. Προσέξετε ιδίως πώς αγκυροβολεί στα πεζοδρόμια, για να αναπαυθεί ή επειδή δεν χρειάζεται πια το όχημά του. Σωστή ιλαροτραγωδία. Μάταια τα όργανα της τάξης τον απειλούν με πρόστιμο και χαράζουν σήματα, για να συμμορφωθεί, ή του αφαιρούν τις πινακίδες, για να τον σωφρονίσουν. Εκείνος αναδέχεται με χαμόγελο την ποινή ή φροντίζει να την αποφύγει με τις γνωριμίες και με τις ψεύτικες εξομολογήσεις του, για να συνεχίσει την άλλη μέρα τα ίδια παραπτώματα που, ούτε λίγο ούτε πολύ, στοιχίζουν κάποτε τη ζωή των συνανθρώπων ή και τη δική του. Το δυστύχημα είναι ότι η μόρφωση, η κοινωνική προέλευση, ο τρόπος της βιοπάλης ή η ηλικία και το φύλο πολύ μικρή επιρροή έχουν σ’ αυτή τη συμπεριφορά. Το κακό είναι, φαίνεται, βαθιά ριζωμένο μέσα του, έρχεται «από πολύ μακριά». Και δε διορθώνεται, τουλάχιστο μέσα στα χρονικά όρια που μπορούμε να το παρακολουθήσουμε.
- Φοβάμαι, απαντά ο δεύτερος, ότι αδικείτε τους συμπολίτες σας. Δεν αμφισβητώ την παρατηρητικότητα ούτε αποδοκιμάζω την παρρησία σας. Αλλά γενικεύετε ένα φαινόμενο, δυσάρεστο ασφαλώς, που χαρακτηρίζει μιαν ορισμένη τάξη ανθρώπων, εκείνους που κακώς απόκτησαν και κακώς μεταχειρίζονται σήμερα το αυτοκίνητο τους, δε βρίσκουν όμως καθόλου σύμφωνους στη συμπεριφορά τους όσους υποχρεώνονται να καταφύγουν σ’ αυτό το μέσον συγκοινωνίας για τις υποθέσεις τους. Η ευθύνη βαρύνει ιδίως τους νέους (περισσότερο τους άνδρες, λιγότερο τις γυναίκες, ίσως από «φόβο»), που έχουν δυσανάλογα μεγάλη για την ηλικία τους αποκοτιά και αναίδεια. Πιθανόν ακόμη και εκείνους που μιμούνται το κακό παράδειγμά τους από απερισκεψία ή από κακώς νοούμενη βιασύνη. Αλλά δεν είναι καθόλου γενικός κανόνας αυτή η αρρυθμία. Εγώ συναντώ συχνά ώριμους ανθρώπους, φρόνιμους, «νοικοκυραίους», που επιτιμούν τους αυθαίρετους οδηγούς και προσπαθούν να τους επαναφέρουν στην τάξη. Δεν παρατηρείται, λέγετε, αυτή η αταξία σε άλλες χώρες, πιο προχωρημένες, στον εξωτερικό πολιτισμό, από τη δική μας. Δε θα διαφωνήσω μαζί σας. Σκεφθείτε, όμως, ότι εκεί το αυτοκίνητο έχει σχετικά με μας πολύ μεγαλύτερη ηλικία (ο χρόνος κατευνάζει τα νεύρα). Και ότι η ταχύτητα είναι κακός σύμβουλος, παρασύρει ακούσια σχεδόν σε θλιβερές υπερβολές. Στο τέλος το λάθος είναι στις εταιρείες κατασκευής αυτοκινήτου, που για λόγους ανταγωνισμού ρίχνουν στην αγορά ολοένα πιο γρήγορα και φυσικά πιο επικίνδυνα αυτοκίνητα. Εδώ ίσως είναι ανάγκη να ψέξουμε ακόμα και το Κράτος, που έπρεπε να αφαιρεί αμέσως την άδεια από τους κακούς και υπότροπους οδηγούς για παραδειγματισμό. Οπωσδήποτε η πείρα μου στο κεφάλαιο τούτο είναι διαφορετική από τη δική σας. Έχω ζήσει σε ξένα μέρη· πουθενά δεν είδα την προθυμία των οδηγών να επιβιβάζουν στο όχημά τους καταπονημένους πεζούς ή να οδηγούν τα θύματα των τροχών στα νοσοκομεία, όπως στην Ελλάδα. Έως την ώρα τουλάχιστο που ο ξένος τουρισμός έδειξε στους πατριώτες μου οδηγούς τους κινδύνους τούτης της καλοπροαίρετης συμπεριφοράς. Ίσως πρέπει να είμαστε περισσότερο επιφυλακτικοί στις συγκρίσεις μας, γιατί τους άλλους τους βλέπουμε «απ’ έξω», ενώ τους δικούς μας τους γνωρίζουμε «από μέσα».
Ε. Π. Παπανούτσος, «Τα μέτρα της εποχής μας»
εκδ. Φιλιππότης
Η θέση του πρώτου συνομιλητή είναι ότι οι Νεοέλληνες δεν έχουν κοινωνική αγωγή και ότι αυτό το συμπεραίνει από τους τρόπους τους. Στη συνέχεια βασίζεται στην παραδοχή ότι ο χαρακτήρας ενός λαού φαίνεται από τον τρόπο που οδηγεί το αυτοκίνητο. Αναφέρεται σε διάφορα παραδείγματα που δείχνουν ότι οι Έλληνες οδηγούν άτακτα, ασυνάρτητα, εγωιστικά και υπερφίαλα. Με τον τρόπο αυτό οδηγείται επαγωγικά, μέσα από τα παραδείγματα, στο γενικευτικό συμπέρασμα ότι όλοι οι Έλληνες, ανεξαρτήτως μόρφωσης, κοινωνικής προέλευσης, ηλικίας και φύλου, είναι κακοί οδηγοί.
- Με ποια αντεπιχειρήματα αντικρούει ο δεύτερος συνομιλητής την παραπάνω γενίκευση;
Ο δεύτερος συνομιλητής επισημαίνει πως: α) η όλη τοποθέτηση του πρώτου ομιλητή αποτελεί μια άδικη γενίκευση, η οποία βασίζεται στη συμπεριφορά μιας ορισμένης τάξης ανθρώπων που κακώς έχουν αποκτήσει όχημα και το μεταχειρίζονται με λανθασμένο τρόπο, β) η ευθύνη βαρύνει κυρίως τους νέους σε ηλικία άνδρες -και λιγότερο τις γυναίκες- που διακρίνονται για την αναίδεια και την απερίσκεπτη τολμηρότητά τους και γ) υπάρχουν, επίσης, ορισμένοι που παρασύρονται από το κακό παράδειγμα αυτών, είτε διότι δεν σκέφτονται τις συνέπειες μιας τέτοιας συμπεριφοράς είτε επειδή υποτίθεται πως βιάζονται να φτάσουν στον προορισμό τους.
- Με ποια επιπλέον επιχειρήματα υποστηρίζει ο δεύτερος συνομιλητής τους Έλληνες;
Τονίζει αφενός ότι υπάρχουν πολλοί συνετοί άνθρωποι που επιτιμούν εκείνους που οδηγούν τόσο επικίνδυνα και που προσπαθούν να τους επαναφέρουν στην τάξη, κι αφετέρου αναφέρεται στην ευθύνη που έχει η πολιτεία σε σχέση μ’ αυτό το φαινόμενο, αφού δεν αφαιρεί, για παραδειγματισμό, την άδεια όσων οδηγούν επικίνδυνα. Επιπλέον, καταγράφει το γεγονός ότι κάποιοι παρασύρονται από την ίδια τη δυνατότητα που τους παρέχει το αυτοκίνητο για την ανάπτυξη της ταχύτητας, και πως άρα, έχουν ευθύνη και οι ίδιες οι αυτοκινητοβιομηχανίες που, για λόγους ανταγωνισμού, κατασκευάζουν ολοένα και πιο γρήγορα αυτοκίνητα.
- Σε ποια συμπεράσματα καταλήγει από τη σύγκριση της συμπεριφοράς των Ελλήνων με τους άλλους λαούς;
Ο δεύτερος ομιλητής, αφού πρώτα υπενθυμίζει πως στο εξωτερικό είχαν από πολύ παλαιότερα στη διάθεσή τους τα αυτοκίνητα, και άρα, περισσότερο χρόνο για να εκτονώσουν τις όποιες εντάσεις τους και να κατανοήσουν έτσι καλύτερα τους σχετικούς κινδύνους, παρουσιάζει τα εξής συμπεράσματα: α) σε καμία χώρα του εξωτερικού οι άνθρωποι δεν είναι τόσο πρόθυμοι όσο στην Ελλάδα να βοηθήσουν κουρασμένους πεζούς μεταφέροντας τους με το αυτοκίνητό τους, όπως και να μεταφέρουν στο νοσοκομείο θύματα τροχαίων -συμπεριφορά που παρέμεινε ανόθευτη, μέχρι να γνωρίσουν λόγω της προσέλευσης των τουριστών τους κινδύνους που κρύβει η προθυμία να επιβιβάσεις κάποιον άγνωστο στο αυτοκίνητό σου-, και β) πως θα ήταν πιο συνετό να αποφεύγονται τέτοιες συγκρίσεις αφού τους ανθρώπους των ξένων χωρών τους γνωρίζουμε ως παρατηρητές και μόνο, χωρίς να έχουμε πραγματική και βαθιά γνώση για τη συμπεριφορά τους, όπως έχουμε για τους ανθρώπους της δικής μας χώρας.
- Ποιος από τους δύο συνομιλητές είναι πιο πειστικός και γιατί;
Ο δεύτερος συνομιλητής είναι πιο πειστικός διότι φροντίζει να προσεγγίσει το εξεταζόμενο θέμα πιο προσεκτικά και να επισημάνει διάφορες πτυχές και πιθανές αιτίες. Έτσι, ενώ ο πρώτος οδηγείται επαγωγικά σε μια γενίκευση που παίρνει ως βάση τις μεμονωμένες περιπτώσεις, δημιουργώντας μια εντελώς αρνητική εικόνα για το σύνολο των Ελλήνων οδηγών, ο δεύτερος επιχειρεί πιο ψύχραιμα να δείξει πως η αρνητική αυτή συμπεριφορά αφορά ένα μικρό μόνο μέρος των Ελλήνων πολιτών.
Α΄ άποψη: Μια θλιβερή διαπίστωση για τη συμπεριφορά του σύγχρονου Έλληνα είναι η προφανής έλλειψη εργατικότητας που τον διακρίνει. Όπου κι αν πάει κανείς, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, συναντά πλήθος ανθρώπων να πίνουν αμέριμνοι τον καφέ τους ή να στέκουν αργόσχολοι σαν να μην έχουν καμία απολύτως απασχόληση ή ενασχόληση. Κύρια έγνοια τους είναι το που θα συνεχίσουν τη διασκέδασή τους και, φυσικά, το πώς θα καταφέρουν να βρουν μια θέση εργασίας στο δημόσιο, ώστε να έχουν μια σίγουρη και ελάχιστα κοπιαστική εργασία. Σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία κι αν βρεθείς, άλλωστε, μπορείς εύκολα να διαπιστώσεις την αναποτελεσματικότητα και τη βραδυκινησία των δημοσίων υπαλλήλων, που, κατά πώς φαίνεται, αποτελούν το πρότυπο όλων των υπόλοιπων Ελλήνων. Δημόσιες υπηρεσίες χωρίς αντικείμενο με άφθονους υπαλλήλους, που δεν παρουσιάζονται καν στο χώρο της εργασίας τους, αγενείς δημόσιοι υπάλληλοι που αντιμετωπίζουν ως ενόχληση οποιαδήποτε συναλλαγή με τους πολίτες∙ και, φυσικά, με κύρια δική τους έγνοια το πότε είναι το επόμενο τριήμερο -χάρη σε κάποια από τις πολλές αργίες-, για να οργανώσουν την επόμενη εξόρμησή τους. Κι από την άλλη, νέοι άνθρωποι που δεν έχουν εργασία να δυσανασχετούν στη σκέψη και μόνο κάποιας χειρωνακτικής απασχόλησης, θεωρώντας πως οτιδήποτε δεν τους διασφαλίζει την ξεκούραση ενός γραφείου, δεν είναι ανάλογο των «υψηλών» ικανοτήτων τους.
Β΄ άποψη: Ακόμη κι αν γίνει δεκτό πως υπάρχουν ορισμένοι φυγόπονοι που εκμεταλλευόμενοι καταστάσεις είναι ελάχιστα αποδοτικοί, αυτοί αποτελούν ένα μικρό μόνο ποσοστό που αδίκως στιγματίζει και όλους τους υπόλοιπους. Επιπλέον, το αν υπάρχουν νέοι άνθρωποι που θεωρούν το δημόσιο ως καλύτερη επιλογή αυτό δεν έχει να κάνει με την ελλιπή εργατικότητά τους, αλλά με τις δεινές συνθήκες που επικρατούν στον ιδιωτικό τομέα. Αδήλωτη εργασία, εξοντωτικά χαμηλές αμοιβές, συνεχείς απλήρωτες υπερωρίες, αδίστακτη εκμετάλλευση της ανεργίας και της εργασιακής ανασφάλειας είναι στοιχεία που συνθέτουν πολλές φορές την εικόνα του σύγχρονου ιδιωτικού τομέα. Οι νέοι άνθρωποι σαφώς και είναι εργατικοί και σαφώς έχουν κάθε πρόθεση να εργαστούν σκληρά για να επιτύχουν όσα επιθυμούν στη ζωή τους, ερχόμενοι όμως αντιμέτωποι μ’ ένα τέτοιο κλίμα αποθαρρύνονται. Η επιθυμία τους να βρουν εκείνο το χώρο εργασίας που θα τους διασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες και επαρκείς παροχές, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα εις βάρος τους, αφού είναι πλέον γνωστό σε όλους πως ακόμη και μια εργασία πλήρους ωραρίου δεν επαρκεί για να συντηρήσει ένας νέος άνθρωπος τον εαυτό του. Ο βασικός μισθός που παρέχεται τώρα πια, και με δεδομένο το γεγονός ότι οι τιμές όλων των αγαθών παραμένουν εξαιρετικά υψηλές, δεν αποτελεί επαρκές κίνητρο για τους νέους, αφού αισθάνονται πως ο κόπος τους δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα.
Σκοταδισμός: η τάση για αντίδραση σε κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού και προόδου στο χώρο της παιδείας και του πολιτισμού, με σκόπιμη διατήρηση του λαού στην αμάθεια και την άγνοια.
Κοσμοπολιτισμός: θεωρία σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι κατ’ αρχήν πολίτης του κόσμου και δευτερευόντως μέλος ενός κράτους ή ενός έθνους / ο τρόπος ζωής του κοσμοπολίτη, ο οποίος χαρακτηρίζεται από υπέρβαση των εθνικών παραδόσεων, ταξίδια σε διάφορες χώρες του κόσμου, απόκτηση εμπειριών και αφομοίωση επιρροών από πολλές και διαφορετικές κοινωνίες και πολιτισμούς.
Φαρισαϊσμός: η υποκριτική συμπεριφορά που ταιριάζει σε Φαρισαίο, σε άτομο, δηλαδή, που εμμένει στην τήρηση των τύπων αδιαφορώντας για την ουσία. [Φαρισαίος: μέλος ιουδαϊκής θεοκρατικής μερίδας, που επιδίωκε την πιστή τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου και στην Καινή Διαθήκη χαρακτηρίζεται από υποκριτική θεοσέβεια.
Πλουραλισμός: η αρχή κατά την οποία άνθρωποι διαφορετικών φυλών, θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων κ.λπ. μπορούν να συμβιώνουν αρμονικά σε μια κοινωνία, διατηρώντας τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους / η δυνατότητα να εκφράζονται όλες οι απόψεις ελεύθερα σχετικά με ένα ζήτημα.
Λαϊκισμός: η ιδέα σύμφωνα με την οποία οι επιθυμίες και οι πεποιθήσεις των λαϊκών μαζών αποτελούν βάσιμο οδηγό πολιτικής δράσης / (κακόσημο) ο έπαινος και η κολακεία των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού, καθώς και η υιοθέτηση επιχειρημάτων ή θέσεων που ευχαριστούν τον λαό (και γενικότερα τους πολλούς), χωρίς όμως και να τον ωφελούν, με σκοπό την εξασφάλιση της εύνοιάς του.
Κυνισμός: λόγος, πράξη ή συμπεριφορά, που χαρακτηρίζεται από ωμή ειλικρίνεια, απουσία σεβασμού στους τύπους και στα κοινώς αποδεκτά, από περιφρόνηση των συμβατικών κοινωνικών κανόνων.
Νεποτισμός: η οικογενειοκρατία, η πρακτική, δηλαδή, να τοποθετούνται από αυτούς που έχουν εξουσία συγγενικά ή φιλικά τους πρόσωπα σε ανώτερες θέσεις και σε ανώτερα αξιώματα.
Εθνικισμός και κοσμοπολιτισμός, ένα δίπολο (του Νίκου Μουζέλη)
Με την ένταση της οικονομικής κρίσης αναπτύσσεται ραγδαία ένας ακραίος, αμυντικός εθνικισμός και στον δημόσιο χώρο και σε αυτόν της πολιτικής πρακτικής. Λόγω αυτού αξίζει τον κόπο να εξετάσει κανείς τις αλληλοσυνδεόμενες έννοιες του εθνικισμού, του πατριωτισμού και του κοσμοπολιτισμού- έννοιες που παίζουν κεντρικό ρόλο στις διαμάχες περί έθνους και εθνικής ταυτότητας.
Ο εθνικισμός, στην κλασική εκδοχή του, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το κράτος-έθνος- όπως αυτό αναπτύχθηκε στον 19ο και στον 20ό αιώνα. Το κράτος-έθνος κατόρθωσε να διεισδύσει στην περιφέρεια της κοινωνίας σε βαθμό που ήταν αδιανόητος σε προνεωτερικές εποχές, κατόρθωσε δηλαδή να κινητοποιήσει και να εντάξει ολόκληρο τον πληθυσμό μιας επικράτειας στο εθνικό κέντρο. Αυτό σήμαινε τη σταδιακή έκλειψη της παραδοσιακής κοινότητας και τη συγκέντρωση στα χέρια εθνικών ελίτ όχι μόνο των μέσων οικονομικής και πολιτισμικής παραγωγής αλλά και των μέσων κυριαρχίας. Σήμαινε με άλλα λόγια τη μετατόπιση υλικών και άυλων πόρων από την περιφέρεια στο κέντρο. Σήμαινε τέλος ένα πέρασμα από την ταύτιση του ατόμου με την τοπική κοινότητα στην ταύτιση με τη «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους-έθνους (Ρ. Αnderson). Ετσι, στις αρχές του 19ου αιώνα, η τοπική ταυτότητα ήταν συχνά ισχυρότερη της εθνικής. Σταδιακά όμως η δεύτερη υπερισχύει της πρώτης.
Στην ελληνική περίπτωση, για παράδειγμα, πριν από την Επανάσταση του 1821 η ελληνική ταυτότητα ήταν εθνοτική (βασιζόταν στη θρησκεία και στη συνέχεια της γλώσσας) και τοπικιστική (το υποκείμενο ταυτιζόταν με την κοινότητά του και όχι με το οθωμανικό κράτος). Με το όραμα ενός ελληνικού κράτους, την ίδρυσή του και την εδραίωσή του περνάμε από το εθνοτικό στο εθνικό. Από το τοπικό στο υπερτοπικό.
Το κράτος-έθνος δεν κατάφερε μόνο να εντάξει τον πληθυσμό στο εθνικό κέντρο. Κατάφερε επίσης να ομογενοποιήσει τον πληθυσμό μιας επικράτειας είτε με ειρηνικά μέσα (σχολείο, στρατιωτική θητεία κτλ.), είτε με βίαια (π.χ. η εξολόθρευση των Αρμενίων στην Τουρκία). Ο εθνικισμός, ως ιδεολογία, ήταν χρήσιμος, αν όχι απαραίτητος, στη δημιουργία σύγχρονων κρατών, ιδίως στις περιπτώσεις διάλυσης δυναστικών αυτοκρατοριών, όπως αυτές των Αψβούργων και των Οθωμανών. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο εθνικισμός ήταν η κύρια κινητήρια δύναμη και για την ανεξαρτησία και, στο εσωτερικό της επικράτειας, για την πάταξη τοπικιστικών δυνάμεων που αντετίθεντο στη δημιουργία ισχυρού εθνικού κέντρου. Και βέβαια, ο εθνικισμός στα Βαλκάνια υπήρξε βάση πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των νέων ανεξάρτητων χωρών που είχαν ανταγωνιστικούς στόχους.
Τα πράγματα αλλάζουν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη Δύση η αποικιοκρατία καταρρέει, ενώ οι φρικιαστικές εκατόμβες και η γενοκτονία των Εβραίων και άλλων μειονοτήτων (αποτελέσματα ενός ακραίου, παρανοϊκού γερμανικού εθνικισμού) κάνουν τους πολίτες και των ηττημένων δυνάμεων του Αξονα και των Συμμάχων να κοιτάζουν με καχυποψία τους σοβινιστικούς εθνικισμούς- είτε αυτοί παίρνουν αποικιοκρατική μορφή είτε τη μορφή αλυτρωτικών διεκδικήσεων.
Οι ευρωπαίοι πολίτες και στο κέντρο και στη νοτιοανατολική ημιπεριφέρεια αρχίζουν σταδιακά να ενδιαφέρονται λιγότερο για τη «δόξα των όπλων» και περισσότερο για την ποιότητα ζωής, λιγότερο για στρατιωτικές περιπέτειες και περισσότερο για τη δημοκρατία και το κράτους δικαίου, λιγότερο για την κατάκτηση εδαφών και περισσότερο για τη διάχυση κοινωνικοοικονομικών δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, το κοινωνικο-δημοκρατικό και ανθρωπιστικό στοιχείο υπερτερεί του γεωπολιτικού. Ετσι περνάμε από τον επιθετικό εθνικισμό στον πατριωτισμό του πολίτη ή του Συντάγματος (Ηabermas).
Δεν είναι περίεργο μάλιστα το ότι μετά την επούλωση των πληγών του Εμφυλίου η πλειονότητα των ελλήνων πολιτών ενδιαφέρεται λιγότερο για αλυτρωτικούς αγώνες και περισσότερο για την πάταξη του κρατικού δεσποτισμού, της διαφθοράς, την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους και την αναβάθμιση της Παιδείας. Αυτού του είδους τα προτάγματα μπορεί να μην εκπληρώθηκαν. Αποτελούν όμως προτεραιότητες για τον μέσο πολίτη.
Τέλος, το πέρασμα από τον εθνικισμό στον πατριωτισμό του Συντάγματος δεν σημαίνει βέβαια την εξαφάνιση της παραδοσιακής κουλτούρας. Μπορεί και πρέπει να σημαίνει τη μετουσίωση της παράδοσης μέσω νέων πολιτισμικών μορφών (στον χώρο των γραμμάτων, της τέχνης, της διανόησης) που συνδέουν το παλιό με το νέο, που φέρνουν πιο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα πατροπαράδοτους τρόπους ζωής και έκφρασης.
Τα πράγματα αλλάζουν πάλι στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80. Η ραγδαία νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δημιούργησε και εξακολουθεί να δημιουργεί τεράστιες κοινωνικές ανισότητες και μεταξύ χωρών και στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Στην Ελλάδα ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού περιθωριοποιείται. Σε αυτό το πλαίσιο η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία θεοποιεί την αγορά και προωθεί την καταναλωτική κουλτούρα. Από την άλλη, δημιουργεί στα περιθωριοποιημένα στρώματα ανάγκες που δεν μπορούν να ικανοποιήσουν.
Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε δύο αντικρουόμενες αντιδράσεις. Αυτοί που είναι θύματα της παγκοσμιοποίησης βλέπουν με καχυποψία το άνοιγμα προς τον έξω κόσμο, περιχαρακώνονται, είναι εχθρικοί προς το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και όπως η παγκοσμιοποίηση εντείνει την εισροή μεταναστών από τις φτωχές στις σχετικά πλούσιες χώρες, οι τελευταίοι μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους που ευθύνονται για όλα τα δεινά της χώρας. Ετσι βλέπουμε την επιστροφή ενός παρωχημένου, ξενοφοβικού εθνικισμού, κυρίως στον χώρο των λαϊκών τάξεων.
Από την άλλη μεριά τώρα, οι κερδισμένοι από το παγκόσμιο άνοιγμα των αγορών, ιδίως αυτοί που πλούτισαν εύκολα και απότομα, απεμπολούν και το εθνικιστικό και το πατριωτικό στοιχείο. Γίνονται πολίτες του κόσμου ή μάλλον καταναλωτές σε πλανητικό επίπεδο. Αποσυνδέονται από τις εθνικές ρίζες και εντάσσονται σε μια μεταμοντέρνα καταναλωτική κουλτούρα. Ετσι οι κοσμοπολίτικες, νεοπλουτίστικες ελίτ δεν ενδιαφέρονται ούτε για τα ανθρώπινα δικαιώματα του συνταγματικού πατριωτισμού ούτε για τα εθνικά ιδεώδη.
Ευτυχώς με την παγκοσμιοποίηση δεν έχουμε μόνο τον κοσμοπολιτισμό των jet set και των golden boys. Εχουμε, κυρίως στη νέα γενιά, έναν αντικαταναλωτικό, ανθρωπιστικό κοσμοπολιτισμό που επικεντρώνεται στα προβλήματα των μεταναστών, της παγκόσμιας φτώχειας και της κλιματικής αλλαγής. Αυτού του είδους ο κοσμοπολιτισμός παίρνει τη μορφή κινημάτων που εντάσσονται στη διαμορφούμενη παγκόσμια κοινωνία των πολιτών- κινημάτων, όπως η Greenpeace, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, η Διεθνής Αμνηστία κτλ.
Συμπερασματικά, το εθνικιστικό, το πατριωτικό και το κοσμοπολίτικο στοιχείο αποτελούν σήμερα μιαν αλυσίδα, ο αδύναμος κρίκος της οποίας είναι ο πατριωτισμός του Συντάγματος. Οσο η κοινωνική περιθωριοποίηση και οι ανισότητες εντείνονται, τόσο ο φοβικός εθνικισμός από τη μια μεριά και ο καταναλωτικός κοσμοπολιτισμός από την άλλη θα καθορίζουν το κοινωνικό γίγνεσθαι.
Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ
Αίγυπτος ονομαζόταν από τους αρχαίους Έλληνες το βορειοανατολικό τμήμα της Αφρικής, το οποίο διατρέχει ο ποταμός Νείλος. Τη σπουδαιότητα του ποταμού για τη χώρα και τον λαό της επισημαίνει ο ιστορικός Ηρόδοτος, όταν αποκαλεί την Αίγυπτο "δώρο του Νείλου". Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μια λωρίδα πράσινου που δημιουργεί ο Νείλος από τις πηγές του στα όρη της Αιθιοπίας μέχρι και τις εκβολές στα βόρεια της χώρας, όπου διακλαδίζεται σε παραποτάμους και δημιουργεί ένα δέλτα μεγάλης έκτασης που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Πέρα απ' αυτήν τη λωρίδα απλώνονται εκτάσεις ερήμου: η Λιβυκή έρημος στα δυτικά και στα ανατολικά,που φτάνει μέχρι τον κόλπο του Σινά και την Ερυθρά θάλασσα. Η άγονη αυτή χώρα δεν θα είχε εξελιχθεί, εάν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ο Νείλος δεν πλημμύριζε και μετά την απομάκρυνση των νερών του δεν άφηνε ένα στρώμα λάσπης που κάνει τη γη εύφορη. Στα νότια της χώρας υπήρχαν μόνο όγκοι βράχων, τα δάση σπάνιζαν και γι' αυτό έλειπε η ξυλεία. Οι όχθες του Νείλου ήταν γεμάτες από καλάμια, λωτούς και πάπυρους, όπου φώλιαζε πλήθος πουλιών. Η χώρα γεωγραφικά ήταν χωρισμένη σε δύο τμήματα: το νότιο και ορεινό αποτελούσε η Ανω Αίγυπτος (προς την πλευρά του Σουδάν) και το βόρειο με το Δέλτα του Νείλου, που βρέχεται από τη Μεσόγειο θάλασσα, η Κάτω Αίγυπτος.
Στο τμήμα αυτό εντοπίζεται το πιο ευάλωτο σημείο, η χερσόνησος του Σινά, μέσω της οποίας εξασφαλιζόταν η επαφή με τους άλλους λαούς της Εγγύς Ανατολής. Ταυτόχρονα όμως αποτελούσε και τη δίοδο των εισβολέων προς την Αίγυπτο.
Η ζωή στην Αίγυπτο ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον Νείλο και τις πλημμύρες του: η άρδευση των χωραφιών και η συντήρηση των αυλακιών ήταν μια επίπονη και συνεχής εργασία που δίδαξε τη συνεργασία στους κατοίκους, αλλά δημιούργησε και την ανάγκη της επίβλεψης του κράτους. Στη γόνιμη από τον ποταμό αιγυπτιακή γη καλλιεργούνταν, εκτός από το σιτάρι και το κριθάρι, το λινάρι, τα οπωροφόρα δένδρα και τα κηπευτικά. Οι Αιγύπτιοι στις όχθες του Νείλου μάζευαν πάπυρους και λωτούς.
Η είσοδος στο GEM-το νέο Αιγυπτιακό Μουσείο Καίρου, το μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο του κόσμου.
Εκατοντάδες εκθέματα σε μεγάλους χώρους που διαδέχονται ο ένας τον άλλον, παρασύρουν τον επισκέπτη σε ένα εντυπωσιακό ταξίδι στα 7.000 χρόνια αιγυπτιακής Ιστορίας. Φωτ. Κοσμάς Βίδο
Σε επίπεδο οικογενειακής παραγωγής, οι Αιγύπτιοι κατασκεύαζαν ένα είδος μπίρας από τη ζύμωση κριθαρένιου ψωμιού.
Επίσης, ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία αλλά και με το ψάρεμα στα νερά του ποταμού. Η βάση της οικονομίας στην Αίγυπτο ήταν η γεωργία. Η συστηματική οργάνωσή της ήταν κάτω από την άμεση επίβλεψη του κράτους, δηλαδή του Φαραώ.
Η διοίκηση είχε ανάγκη από μορφωμένους πολίτες και με ειδικές γνώσεις: οι ιερείς για την κάλυψη των αναγκών ενός θεοκρατικού κράτους, οι γραφείς, που γνώριζαν τη δύσκολη ιερογλυφική γραφή για τη λειτουργία της κρατικής μηχανής και οι επαγγελματίες στρατιωτικοί για τη διατήρηση και την ανάπτυξη της αυτοκρατορίας, συνέβαλλαν όλοι στην καλύτερη οργάνωση και λειτουργία του κράτους.
Bασιλικοί γραφείς φρόντιζαν να σημειώνουν τους λογαριασμούς εσόδων και εξόδων του βασιλικού θησαυροφυλακίου.
Ομοίως, βασιλικοί υπάλληλοι παρακολουθούσαν τις γεωργικές εργασίες και συγκέντρωναν από τη συγκομιδή το ποσοστό που ανήκε στον Φαραώ. Ο λαός εργαζόταν παράλληλα στην οικοδόμηση των μεγάλων έργων, ναών, ανακτόρων, ταφικών μνημείων τα οποία κατασκεύαζαν οι Φαραώ. Μεγάλος αριθμός ειδικευμένων τεχνιτών, μεταλλουργών, ξυλουργών, κεραμοποιών, ναυπηγών, αρχιτεκτόνων κ.ά., κατασκεύαζε ποικίλα προϊόντα για μια εξελιγμένη κοινωνία.
Αρκετοί τεχνίτες εργάζονταν σε ιδιωτικά εργαστήρια, οι περισσότεροι όμως και οι καλύτεροι εργάζονταν στα ανακτορικά εργαστήρια, διότι ο κύριος όγκος της βιοτεχνικής παραγωγής, όπως και του εμπορίου, ήταν ελεγχόμενος από το φαραώ. Το εμπόριο βασιζόταν στην εξαγωγή του πλεονάσματος των παραγόμενων στην Αίγυπτο αγαθών, όπως δημητριακών, παπύρου, ή πρώτων υλών, όπως χρυσού, και στην εισαγωγή υλών που έλειπαν από τη χώρα, όπως ξυλείας, χαλκού, αργύρου κ.ά. Η παροχή υπηρεσιών ήταν ένας άλλος οικονομικός τομέας που απασχολούσε αρκετά μεγάλο αριθμό πολιτών.
Από την αρχή της αιγυπτιακής ιστορίας, όταν ακόμα δεν υπήρχε ενιαίο κράτος, η κάθε πόλη είχε τον δικό της θεό-προστάτη. Η πολυθεΐα όμως χαρακτήριζε τους Αιγύπτιους και στις υπόλοιπες περιόδους της ιστορικής τους πορείας. Παρουσίαζαν τους θεούς τους με ανθρώπινο σώμα και κεφάλι κάποιου ζώου.
Ο μεγαλύτερος θεός ήταν ο Ρα, ο θεός Ήλιος, τον οποίο εκπροσωπούσε ο Φαραώ στη γη.
Οι δημοφιλέστεροι θεοί ήταν η Ίσις, ο Όσιρις και ο Ώρος.
Ο φαραώ Αμένοφις Δ', ο επονομαζόμενος και Ακενατόν, προσπάθησε να εξαλείψει την πολυθεΐα. Στράφηκε εναντίον των ιερέων και της λατρείας του Αμμωνος, προστάτη-θεού της Θήβας.
Η προσπάθειά του να επιβάλει τη λατρεία του Ρα, του θεού Ήλιου, ως μοναδικού θεού, συνάντησε την αντίδραση του ιερατείου και κατέληξε σε αποτυχία.
Ο κοπιώδης τρόπος ζωής των Αιγυπτίων και οι κακουχίες είχαν δημιουργήσει τη βαθιά πίστη ότι η ζωή συνεχίζεται και μετά το θάνατο, εάν δεν καταστρεφόταν το σώμα του νεκρού. Εξαιτίας του φόβου αυτού που σφράγισε τον πολιτισμό τους, οι Αιγύπτιοι ταρίχευαν τους νεκρούς και τους έθαβαν σε ταφικά μνημεία μαζί με όλα τα σκεύη που τους ήταν αναγκαία για τη μεταθανάτια ζωή.
Η αντίληψη αυτή που ήταν διαδεδομένη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα συμπεριλαμβανομένου και του Φαραώ, οδήγησε στην κατασκευή μεγάλων ταφικών μνημείων με εξαίρετη διακόσμηση, τα οποία περιείχαν αφάνταστα πλούτη. Τα πολύτιμα σκεύη και ο πολυτελής στολισμός των νεκρών, φαραώ και ευγενών έγιναν η αφορμή για συστηματική τυμβωρυχία ήδη από την αρχαιότητα.
Η προϊστορία: η προέλευση των πρώτων κατοίκων της Αιγύπτου είναι άγνωστη και καμία επιστημονική απάντηση σε ό,τι αφορά την καταγωγή τους δεν είναι πειστική. Πρόκειται μάλλον για λαούς διαφορετικής προέλευσης. Τα πρωιμότερα δείγματα οργανωμένης ζωής στην Αίγυπτο ανάγονται στα τέλη της 5ης χιλιετίας π.Χ.
Είναι οικισμοί νεολιθικού χαρακτήρα, των οποίων οι κάτοικοι ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια της γης, το κυνήγι και το ψάρεμα.
Την 4η χιλιετία π.Χ. οι οικισμοί στην κοιλάδα του Νείλου πληθαίνουν. οι κάτοικοι τους γνωρίζουν τη χρήση των μετάλλων και καλλιεργούν συστηματικά τη γη. Ήταν χωρισμένοι σε φυλές που η καθεμιά έχει το δικό της ηγεμόνα και προστάτη, ένα θεοποιημένο ζώο, φυτό ή αντικείμενο. Οι συνεχείς συγκρούσεις ανάμεσα στις φυλές καταλήγουν στη συνένωση τους σε δύο βασίλεια, της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου.
Η περίοδος αυτή, που ονομάζεται προδυναστική, τελειώνει περίπου στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., όταν ο ηγεμόνας της Άνω Αιγύπτου, γνωστός στην παράδοση με το όνομα Μήνης, ένωσε τα δύο βασίλεια σε ένα με πρωτεύουσα τη Μέμφιδα, στο νότιο άκρο του Δέλτα.
Έκτοτε αρχίζει η ιστορία της αρχαίας Αιγύπτου, η οποία διακρίνεται σε τρεις μεγάλες περιόδους:
1. Το Αρχαίο Βασίλειο (περ. 3000-2000 π.Χ.) με πρωτεύουσα τη Μέμφιδα.
Την περίοδο αυτή οι Αιγύπτιοι επεκτείνουν τις κατακτήσεις τους σε γειτονικές περιοχές με στόχο την απόκτηση μετάλλων. Στα νότια καταλαμβάνουν τη Νουβία (σημ. Σουδάν), που είχε κοιτάσματα χρυσού, και στα ανατολικά την πλούσια σε χαλκό χερσόνησο του Σινά.
Την εποχή της ακμής του Αρχαίου Βασιλείου κατασκευάστηκαν μεγάλα οικοδομήματα, όπως ναοί, ανάκτορα και οι μεγάλες πυραμίδες στη Γκίζα3. Στο τέλος αυτής της περιόδου σημειώθηκε κρίση που οφείλεται στην εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας και στην αύξηση της δύναμης ορισμένων τοπικών διοικητών. Θρησκευτικές έριδες αλλά και πολιτικές ταραχές είχαν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ζωής των χωρικών και των ευγενών.
Το Μέσο Βασίλειο (περ. 2000-1540 π.Χ.) με πρωτεύουσα τη Θήβα στην Νότια ("Άνω") Αίγυπτο. Κατά τους πρώτους αιώνες αυτής της περιόδου το κράτος αναδιοργανώθηκε και επιχειρήθηκαν εκστρατείες στη Νουβία (Σουδάν), στη Λιβύη και στη Συρία. Οι περισσότεροι ηγεμόνες ήταν προικισμένοι με διοικητικές ικανότητες και είχαν ανοικτούς πνευματικούς ορίζοντες. Ενέπνευσαν στους υπηκόους τους την κατασκευή αρχιτεκτονικών και εγγειοβελτιωτικών έργων.
Ακολούθησε, ωστόσο, μια μεταβατική περίοδος περίπου δύο αιώνων, στη διάρκεια της οποίας η Αίγυπτος, στο μεγαλύτερο μέρος της, κατακτήθηκε από έναν ασιατικό, νομαδικό λαό, τους Υκσώς. Η διακυβέρνησή τους, όπως φαίνεται, δεν στράφηκε εναντίον του αιγυπτιακού τρόπου ζωής, καθώς δεν έκαναν καμία απόπειρα να εξαλείψουν τις θρησκευτικές δοξασίες και τις αιγυπτιακές παραδόσεις.
Οι τελευταίοι ηγεμόνες των Υκσώς επέβαλαν αυστηρή διακυβέρνηση αιγυπτιακού χαρακτήρα. Έφεραν το βασιλικό τίτλο της Άνω και Κάτω Αιγύπτου και ίσως ήρθαν σε επιμειξία με τον αιγυπτιακό βασιλικό οίκο των Θηβών. Ανέπτυξαν καλές σχέσεις με τους λαούς της Μεσοποταμίας και τους Κρήτες. Πιθανότατα, την εποχή αυτή οι Αιγύπτιοι γνώρισαν από τους Υκσώς το πολεμικό άρμα, όπως υποδεικνύει η ευρεία διάδοση και χρήση του κατά την επόμενη περίοδο.
Το Νέο Βασίλειο (1540-1075 π.Χ.) με πρωτεύουσα τη Θήβα. Οι ηγεμόνες της Θήβας κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους Υκσώς και ίδρυσαν ισχυρές δυναστείες με σημαντικούς Φαραώ. Την περίοδο αυτή οι εξωτερικοί πόλεμοι αύξησαν τον πλούτο της Αιγύπτου.
Στα χρόνια της βασιλείας ενός ισχυρού φαραώ, του Τούθμωση του Γ' (15ος αι. π.Χ.), η αιγυπτιακή κυριαρχία επεκτάθηκε προς βορράν, στην Ασία μέχρι τη Συρία. Οι λαοί της Μεσοποταμίας και οι Χετταίοι έστελναν φόρους υποτέλειας αναγνωρίζοντας την αιγυπτιακή κυριαρχία στη Συρία. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Τούθμωση Γ', οι Αιγύπτιοι επεξέτειναν τα σύνορά τους και προς τα νότια. Η ανώτερη στρατιωτική οργάνωση και ο οπλισμός, που βασιζόταν στη χρήση του αλόγου και στα πολεμικά άρματα, επέβαλαν την ειρήνη στον νότο με στόχο την προστασία των χρυσοφόρων περιοχών.
Το 13ον αι. π.Χ. κυβέρνησε ο Ραμσής Β', στη διάρκεια της μακρόχρονης βασιλείας του οποίου σημειώθηκε οικοδομική άνθηση στο εσωτερικό και ισχυροποιήθηκε η αιγυπτιακή κυριαρχία στο εξωτερικό. Στην εποχή του οι επιφάνειες των τοίχων των ναών διακοσμούνται με σκηνές μαχών, δίνοντας την εντύπωση ενός Φαραώ-πολεμιστή. Οι σύγχρονοι όμως μελετητές είναι επιφυλακτικοί στην αξιολόγηση των κατορθωμάτων του. Τα περισσότερα ανάγλυφα απεικονίζουν τη μάχη τον Καντές, που έγινε στην περιοχή της Συρίας.
Οι αιγυπτιακές πηγές θεωρούν τη μάχη ως αιγυπτιακή νίκη, στην πραγματικότητα όμως ο συνασπισμός των Χετταίων με άλλους λαούς της Μεσοποταμίας αποδείχθηκε αποτελεσματικότερος. Τη λαμπρή αυτή περίοδο του Νέου Βασιλείου, οι Αιγύπτιοι, εκτός από τις κατακτήσεις, δημιούργησαν εμπορικές σχέσεις με πόλεις της Φοινίκης, με την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου.
Τον 12ο αι. π.Χ. λαοί προερχόμενοι από τα βόρεια, γνωστοί ως λαοί της θάλασσας, προκαλούν αναταραχή με τις επιδρομές τους στην ανατολική Μεσόγειο και αναγκάζουν τους Αιγυπτίους να εγκαταλείψουν τις ασιατικές τους κτήσεις. Τον 11ο αι. π.Χ. το Νέο Βασίλειο βρίσκεται πλέον σε παρακμή, που οφείλεται εν μέρει στην προσπάθεια ισχυρών ιερέων να επιβληθούν στην εξουσία.
Η περίοδος που ακολούθησε, μέχρι την κατάληψη της Αιγύπτου από τον Αλέξανδρο, ήταν μια μεταβατική φάση ξένης κατοχής με αναλαμπές ισχυροποίησης του αιγυπτιακού κράτους. Από τον 11ο αι. π.Χ. μέχρι τον 7ο αι. π.Χ. η Αίγυπτος παρακμάζει και βρίσκεται κάτω από ξένη κυριαρχία. Στο πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ. αποκτά την ανεξαρτησία της από τους Ασσύριους, όταν ο Ψαμμήτιχος κατορθώνει να γίνει Φαραώ και να κάνει πρωτεύουσα του κράτους τη Σάιδα στο Δέλτα. Τότε αναπτύσσεται ιδιαίτερα το εμπόριο με τις ελληνικές πόλεις και πολλοί Έλληνες μεταναστεύουν στην Αίγυπτο. Την εποχή του διαδόχου του, Φαραώ Νεκώ, τον 6ο αι. π.Χ., πιθανότατα οι Φοίνικες κατά παραγγελίαν του Φαραώ έκαναν τον περίπλου της Αφρικής. Την περίοδο αυτή της Σαϊτικής δυναστείας πολλοί Έλληνες χρησιμοποιήθηκαν ως μισθοφόροι στους πολέμους που διεξήγαγαν οι Φαραώ.
Ο Άμασις, αν και ανέπτυξε εμπορικές σχέσεις με ελληνικές πόλεις, θέλοντας να εξασφαλίσει τη νομιμοφροσύνη των Ελλήνων μισθοφόρων, τους ενέταξε στη βασιλική σωματοφυλακή. Ωστόσο, περιόρισε το ελληνικό εμπόριο μέσα στην Αίγυπτο, επιτρέποντας τη διεξαγωγή του μόνο στη Σάιδα, τη Μέμφιδα και τη Ναύκρατη, η οποία σταδιακά εξελίχθηκε στον κυριότερο ελληνικό εμπορικό σταθμό στη Μεσόγειο.
Ο Άμασις υποστήριξε τους Βαβυλώνιους, όταν ηττήθηκαν από τον Κύρο Β', βασιλιά των Περσών (539 π.Χ.). Τελικά η Αίγυπτος ενσωματώθηκε στην περσική αυτοκρατορία, όταν ο γιος και διάδοχος του Κύρου Β', ο Καμβύσης, απομάκρυνε από τον θρόνο το γιο του Άμασι, Ψαμμήτιχο Γ (525 π.Χ.). Έκτοτε οι Αιγύπτιοι πέρασαν στη διακυβέρνηση των Αχαιμενιδών Περσών βασιλέων. Όταν ο Αλέξανδρος νίκησε τους Πέρσες στην Ισσό (333 π.Χ.), προέλασε μέχρι την Αίγυπτο, όπου έγινε δεκτός ως απελευθερωτής από τον περσικό ζυγό. Ανακηρύχθηκε Φαραώ στη Μέμφιδα (332 π.Χ.) και προσφωνήθηκε "γιος του Άμμωνα-Δία" από τους ιερείς του θεού.
3.000-1.500 π.Χ
Το 3.000 π.Χ στην Αίγυπτο παρουσιάζεται πολιτική σταθεροποίηση και θα ακολουθήσουν 29 δυναστείες Φαραώ. Μαζί με τους Φαραώ θάβονταν και πολυπληθείς υπηρέτες και στη συνέχεια μόνο συγγενείς. Κατασκευή πυραμίδων ως βασιλικών τάφων. Ο Φαραώ ήταν η μόνη πηγή δικαιοσύνης, καθώς δεν υπήρχε εθιμικό δίκαιο ή ποινικός κώδικας. Η Αίγυπτος ήταν ένα από τα πιο συγκεντρωτικά κράτη που υπήρξαν: εξ ού και η εμφάνιση απίστευτης γραφειοκρατίας. Αυστηρά διαστρωματωμένη κοινωνία. Απουσία εμπορικής τάξης Διάδοση της γραφής με τη βοήθεια του πάπυρου. Απ’ όλες τις θρησκείες των πρώτων πολιτισμών η Αιγυπτιακή υπήρξε η πιο φιλάνθρωπη, ελαστική και γενναιόδωρη. Το εξωτερικό εμπόριο βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια του Φαραώ. Οι Αιγύπτιοι δεν ανέπτυξαν στρατιωτική τεχνολογία.
Το 1.650 π.Χ εισέρχονται οι Ασιάτες πολεμιστές Υξώς και καταλαμβάνουν την Κάτω Αίγυπτο (βόρεια).
Σε σύγκριση με τον πολιτισμό της Σουμερίας μπορούμε να διαπιστώσουμε πως ο Αιγυπτιακός πολιτισμός υπήρξε πιο συγκεντρωτικός. Ο Φαραώ εκτός από εκπρόσωπος του θεού συγκεντρώνει στα χέρια του το εμπόριο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ανεξάρτητη εμπορική τάξη, επίσης είναι η πηγή δικαιοσύνης λόγω έλλειψης δικαίου.
Πιθανόν αυτή η ισχυρά εδραιωμένη εξουσία είναι που επέτρεψε στη θρησκεία της Αιγύπτου να έχει πιο φιλεύσπλαχνο πρόσωπο, εφόσον ανώτατος εκπρόσωπος της επί της γης είναι ο ίδιος ο Φαραώ. Όπως και στην Μεσοποταμία έτσι κι εδώ έχουμε την εμφάνιση ορισμένων επιτευγμάτων (γραφή, γεωργία κ.λ.π) αλλά και αρνητικά κοινωνικά φαινόμενα (ταξική διαστρωμάτωση, ανθρωποθυσίες, κλ.π).
1.500-600 π.Χ Γύρω στο 1.700 π.Χ το σημιτικό φύλο Υκσώς καταλαμβάνει τη Βόρεια (Κάτω) Αίγυπτο και τη Μέμφιδα. Οι κατακτητές γοητεύονται από τον πολιτισμό των κατακτημένων αλλά εισάγουν και δικές τους καινοτομίες, όπως την τεχνική ύφανσης και νέες νότες στη μουσική.
Το 1.573 π.Χ οι Αιγύπτιοι εξεγείρονται υπό την ηγεσία του Κάμωσις αρχικά και του Άμωσις στη συνέχεια. Καταδιώκουν τους Υκσώς και καταλαμβάνουν την πρωτεύουσά τους Άβαρις.
Οι Αιγύπτιοι εκστρατεύουν στη Μ. Ασία και αποσπούν φόρο υποτέλειας από διάφορα βασίλεια, επίσης αποκρούουν τους ισχυρούς Μιτανούς. Ανακτούν τη Νουβία στα νότιά τους. Η πριγκίπισσα Χάτσεψουτ σφετερίζεται τον Αιγυπτιακό θρόνο, οικειοποιούμενη τους Φαραωνικούς τίτλους και παριστάνοντας όπου οι περιστάσεις το απαιτούσαν τον άντρα. Ωστόσο θεωρείται ικανή ηγερία που συνήψε κερδοφόρες εμπορικές συμφωνίες. Ο Τούθμωσις ο Γ’ την ανατρέπει. Κατόπιν, το 1.483 κατακτά την πρωτεύουσα των Χαναναίων Μεγιδώ. Έτσι υπό τον έλεγχο της Αιγύπτου περνούν η Βόρειος Παλαιστίνη και η Νότια Συρία. Κατόπιν ο Τούθμωσις κατακτά λιμάνια της Φοινίκης και επιτίθεται στους Μιταννούς. Μετά τη νίκη του, ορίζεται μεταξύ τους σύνορο ο Ευφράτης.
Η Αιγυπτιακή κοινωνία της εποχής ακμάζει και οι πολίτες επιδίδονται συχνά σε γλέντια και γιορτές. Όταν Φαραώ αναλαμβάνει ο Ακενατόν, τη θέση του θεού Άμμων – Ρα στην κορυφή της ιεραρχίας των Αιγυπτιακών θεοτήτων καταλαμβάνει ο Άτων. Ωστόσο, ο παλαιότερος θεός αποκαθίσταται αργότερα, μετά τον θάνατο του Ακενατόν.
Όταν η Αιγυπτιακή αυτοκρατορία εισέρχεται σε περίοδο παρακμής, οι Ασσύριοι αρπάζουν τις κατακτήσεις της στην Μ. Ασία. Χαρακτηριστικό σημάδι της φθοράς είναι πως στον θρόνο του Φαραώ καταφέρνουν να αναρριχηθούν: Νούβιοι, Λίβυοι και ένας Αιθίοπας. Στο τέλος του 6ου αιώνα με την κάθοδο των Περσών η αυτοκρατορία τους σβήνει.
Παρά την εισβολή των Υκσώς ο Αιγυπτιακός πολιτισμός επιδεικνύει μια αξιοσημείωτη σταθερότητα. Εκτός του ότι γοήτευσαν τους εισβολείς, στην συνέχεια καταφέρνουν να τους εκδιώξουν. Έτσι ξεκινά μια καινούρια περίοδος κυριαρχίας των Αιγυπτίων στην περιοχή, που συνοδεύεται και με επέκταση στην Μ. Ασία και την Νουβία στα νότια. Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό φαίνεται πως πραγματοποιείται υλική πρόοδος που βασίζεται αφενός στους φόρους υποτέλειας αφετέρου στο εμπόριο. Εξάλλου οι αλλαγές στη θρησκευτική ζωή που φτάνει μέχρις του σημείου θεοί να χάνουν τη δύναμή τους προς όφελος κάποιου άλλου, αντανακλούν μάλλον την εσωτερική διαπάλη ανάμεσα σε ισχυρές κοινωνικές ομάδες. Τελικά για μια ακόμη φορά η Αίγυπτος εισέρχεται σε περίοδο παρακμής που έχει σαν αποτέλεσμα να χάσει τα εδάφη της Μ. Ασίας από τους Ασσύριους αρχικά και κατόπιν να δεχτεί μια ακόμη εισβολή, των Περσών αυτή τη φορά και η αυτοκρατορία τους να σβήσει. Η συμμετοχή των Αιγυπτίων στην παραγωγική διαδικασία είχε τις συνέπειές της στη διάρθρωση της κοινωνίας. Στην κορυφή βρισκόταν ο φαραώ, ο οποίος ενσάρκωνε τον επίγειο θεό αλλά και το κράτος. Σ' αυτόν ο λαός εναπέθετε τις ελπίδες του για την επιτυχία των συλλογικών του προσπαθειών. Ήταν απροσπέλαστος και η θέληση του αποτελούσε νόμο για τους υπηκόους. Στην κοινωνική ιεραρχία κάτω απ' αυτόν βρίσκονταν οι ιερείς, οι ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι και οι γραφείς που συγκροτούσαν την τάξη των ισχυρών. Ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα αποτελούσαν οι επαγγελματίες στρατιωτικοί, που κληρονομούσαν το επάγγελμα και στους οποίους ο φαραώ παραχωρούσε εκτάσεις γης για καλλιέργεια. Το μεγαλύτερο όμως μέρος της αιγυπτιακής κοινωνίας αποτελούσαν οι ελεύθεροι πολίτες, γεωργοί ή τεχνίτες, που εργάζονταν σκληρά για το μεγαλείο του φαραώ. Οι δούλοι, τέλος, προέρχονταν από τους πολέμους ή αγοράζονταν από τους εμπόρους. Υπήρχαν ιδιωτικοί δούλοι, που σπανίως ξεπερνούσαν τους δύο σε κάθε οικογένεια και κρατικοί, που ανήκαν στο φαραώ και εργάζονταν στα κρατικά εργαστήρια, στους ναούς, στα ορυχεία, τα λατομεία κ.ά. Ωστόσο, στην ιεραρχημένη αιγυπτιακή κοινωνία διακρίνουμε κάποια κοινωνική ευελιξία. Ιδιαίτερα στην περίοδο του Νέου Βασιλείου, το σύστημα των κοινωνικών τάξεων δεν ήταν αυστηρά κλειστό, αφού, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, υπήρχε η δυνατότητα μεταπήδησης από τη μια τάξη στην άλλη. Είναι γνωστό ότι άνθρωποι ταπεινής κοινωνικής προέλευσης έφτασαν να καταλάβουν σημαντικά αξιώματα και έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην εποχή τους. Η οργάνωση του κράτους από τις αρχές ήδη της 3ης χιλιετίας π.Χ. βασιζόταν στην ιδέα της θεοποίησης του φαραώ. Ο ρόλος της θρησκείας στη ζωή των Αιγυπτίων, όπως άλλωστε και στη ζωή των λαών της Μεσοποταμίας, ήταν καθοριστικός. Πλήθος επιγραφών αναφέρουν το φαραώ ως θεό, ενώ υπάρχουν και κείμενα που τον αντιμετώπιζαν ως άνθρωπο. Σε καμία περίπτωση δεν μείωναν όμως τη θεϊκή του υπόσταση, δεδομένου ότι οι θεοί παρουσιάζονταν με ανθρώπινες ιδιότητες στους αιγυπτιακούς μύθους. Η οργάνωση του κράτους είχε χαρακτήρα θεοκρατικό. Η θρησκεία της Αρχαίας Αιγύπτου είναι αναμφισβήτητα μια από τις πιο ενδιαφερουσές θρησκείες παγκοσμίως. Είναι πολυθεϊστική με μια μικρή περίοδο μονοθεϊσμού και επηρεάστηκε έντονα από την παράδοση, η οποία αναγκάσε τους αιγύπτιους να αντισταθούν σε κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις στην Αίγυπτο εκτείνονται χρονικά σε μια περίοδο 3.000 χρόνων. Η θρησκεία φιλοξένησε περίπου 700 θέους και θεές οι οποίοι παριστάνονταν συνήθως με σώμα ανθρώπου και κεφάλι ζώου. Ο ΘΕΟΣ ΡΑ Κυριότερος θεός ήταν ο Ρα, ο θεός του ήλιου, του οποίου ενσάρκωση ήταν ο Φαραώ. Οι αιγύπτιοι υποστήριζαν ότι ο Ρα έφτιαχνε τους ανθρώπους και αυτοαποκαλούνταν «τα ζωντανά του Ρα». Απεικονιζόταν με κεφάλι γερακιού πάνω στο οποίο έφερε έναν ηλιακό δίσκο. Ακόμα κι αν η έννοια του ονόματός του είναι αβέβαιη, λέγεται πως μπορεί να σημαίνει «δημιουργός». Η ΘΕΑ ΙΣΙΣ Η Ίσις, η θεά της μαγείας, ξεκίνησε αρχικά όντας μια πολύ μικρή θεότητα του Δέλτα του Νείλου και σταδιακά εξελίχθηκε σε μια πολύ σημαντική θεά για τους Αιγύπτιους. Κατά την περίοδο της ακμής της, είχε δικούς της ιερείς και πολλούς ναούς. Σύμφωνα με τους Έλληνες, αντιστοιχεί άλλοτε με την Δήμητρα, άλλοτε με την Ήρα ή ακόμα και με την Αφροδίτη. Το όνομα της μεταφράζεται ως «θεά» ή ως «βασίλισσα του θρόνου». Το ιερατείο την ανέθεσε σύζυγο του θεού Όσιρι. Ο ΘΕΟΣ ΟΣΙΡΙΣ Ο Όσιρις, ο θεός της μεταθανάτιας ζωής, ήταν αρχικά ενσάρκωση του πνεύματος της βλάστησης, που πεθαίνει κατά το θερισμό και αναγεννάτε όταν φυτρώνει ο σπόρος. Λατρεύτηκε σε ολόκληρη την Αρχαία Αίγυπτο ως ο θεός των νεκρών. Εξομοιώθηκε με πολλές θεότητες του ελληνικού δωδεκάθεου, κυρίως δε με τον Διόνυσο και τον Άδη. Η σημασία του ονόματος του θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως «εκείνος που βλέπει τον θρόνο». Ήταν γιος του Γκεμπ και της Νουτ, είχε σύζυγο την Ίσις και δύο παιδιά, τον Ώρος και τον Άνουβις. Η ΘΕΑ ΑΘΩΡ Η θεά Άθωρ ήταν η θηλυκή αιγυπτιακή θεότητα την οποία οι Έλληνες ταύτιζαν με την Αφροδίτη. Αναφέρεται συνήθως ως κόρη του Ρα, ή σύζυγος του Ώρου. Ο συνήθης απεικονιστικός τύπος για την θεά είναι η μορφή της αγελάδας, το ιερό ζώο της. Πολλές φορές στον αιγυπτιακό ανθρωπομορφισμό παρουσιάζεται ως θεά με κεφαλή αγελάδας, και συνηθέστερα ως θεά με μαλλιά χωρισμένα σε μακριές πλεξίδες με κέρατα ή αυτιά αγελάδας. Ήταν προστάτιδα των γυναικών και του καλλωπισμού, της χαράς και του έρωτα. Την αποκαλούσαν βασίλισσα της ευθυμίας και του χορού ή βασίλισσα της μουσικής και του τραγουδιού, ενώ ο ναός της θεωρείτο τόπος μέθης και ευχάριστης διαβίωσης. Το όνομά της ερμηνεύεται ως «οίκος του Ώρου». Ο ΘΕΟΣ ΘΩΘ Ο θεός Θωθ υπήρξε ένας απ’ τους πλέον δημοφιλής θεούς της αιγυπτιακής θρησκείας. Ήταν θεότητα της Σελήνης και της Σοφίας. Οι αρχαίοι έλληνες τον προσδιόριζαν ως τον Ερμή τον Τρισμέγιστο. Από τον Σεληνιακό συσχετισμό του λέγεται ότι αντλεί την πολυμορφία του καθώς εκφράζεται με πολλά και διαφορετικά πρόσωπα. Όπως η Σελήνη αντλεί το φως της απ’ τον ήλιο, έτσι και Θωθ αντλούσε ένα μεγάλο μέρος της εξουσίας του απ’ τον ηλιακό θεό Ρα, όντας γραφέας και σύμβουλος του. Ήταν παρόν σε κάθε όψη λατρείας στους ναούς, στην απονομή δικαιοσύνης και στις μαγικές τέχνες. Το όνομά του σημαίνει «Οδηγός». ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΩΡΟΥ Οι τέσσερις γιοι του Ώρου ήταν μια ομάδα τεσσάρων θεών της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας που ουσιαστικά ήταν η προσωποποίηση των τεσσάρων κανωπικών αγγείων, δηλαδή των αγγείων που χρησιμοποιούνταν απ’ τους αρχαίους Αιγύπτιους κατά την ταρίχευση για την αποθήκευση και την συντήρηση των εσωτερικών οργάνων για την μεταθανάτια ζωή. Στην παλαιότερη αναφορά στους γιους του Ώρου, περιγράφονται ως φίλοι του βασιλιά καθώς τον βοηθούσαν να ανέβει στον ουρανό, σαν σκάλες. Στις ταφικές τελετουργίες, κάθε γιος προστατευόταν από μια θεότητα ο καθένας. Ιμσέτ ανθρώπινη μορφή, προστάτευε το συκώτι και προστατευόταν από την Ίσιδα Χαπί μορφή μπαμπουίνου, προστάτευε τους πνεύμονες και προστατευόταν από την Νέφθη Ντουαμουτέφ μορφή τσακαλιού, προστάτευε το στομάχι και προστατευόταν από την Νηίθ Κεμπεχσενούφ μορφή γερακιού, προστάτευε το έντερο και προστατευόταν από τη Σελκέτ Οι τέσσερεις γιοι του Ώρου (από αριστερά): Ιμσέτ, Ντουαμουτέφ, Χαπί, Κεμπεχσενούφ ΑΛΛΟΙ ΘΕΟΙ i. Ακέρ, προστάτης του ταξιδεύοντος ηλίου. ii. Αμμούτ, δαίμων που καταβρόχθιζε ψυχές. iii. Άμων, θηβαϊκός βασιλεύς των νεκρών. iv. Ανκέτ, θεά των υδάτων, Ελεφαντίνη. v. Άνουβις, θεός-τσακάλι της μουμιοποίησης. vi. Απέπ, ο όφις που προσπάθησε να σκοτώσει τον ήλιο. vii. Άπις, θεός ταύρος λατρευόταν στην Μέμφιδα. viii. Ατέν, ηλιακός δίσκος. ix. Ατούμ, θεός του δύοντος ηλίου. x. Βουτό, θεά κόμπρα των Κάτω Αιγύπτου xi. Γκεμπ, θεός της γης. xii. Βησά, ροστάτης του σπιτιού xiii. Ιάχ, Θεός του φεγγαριού. xiv. Ιμχοτέπ, γιος του Πτα. xv. Ίχυ, ενσάρκωση της έκστασης του παιξίματος του σείστρου. xvi. Κεπερά, θεός-σκαραβαίος του ανατέλλοντος ηλίου. xvii. Κετές, Σημιτική θεά της φύσης. xviii. Κνεμού, θεός της πλημμυρίδας του Νείλου. xix. Χονσού, θηβαϊκός θεός της σελήνης. xx. Μά'ατ, θεά της τάξης και της αλήθειας. xxi. Μερετσεγκέρ, θεά της Κοιλάδας των Βασιλέων. xxii. Μεσκνέτ, προστάτιδα θεά της γέννησης. xxiii. Μιν, θεός της αρσενικής γονιμότητας. xxiv. Μιχός, θεός-λέων, γιος της Μπαστέτ. xxv. Μνεύις, θεός ταύρος της Ηλιούπολης. xxvi. Μοντού, αιγυπτιακός θεός του πολέμου. xxvii. Μουτ, θηβαϊκή Μητέρα-Θεά. xxviii. Μπαστ, Γάτα θεά του οίκου. xxix. Μπατ, αρχαία ουράνια θεά-αγελάδα. xxx. Μπες, Νάνος θεός της μουσικής και των πολεμικών επιχειρήσεων. xxxi. Νηίθ, θεά του πολέμου και της ύφανσης xxxii. Νεκχεμπέτ, θεά-όρνεο της Άνω Αιγύπτου xxxiii. Νεφερτέμ, θεός του λωτού, Μέμφις. xxxiv. Νεχεμπκαού, θεότητα του Άδη. xxxv. Νέφθυς, Αδελφή της Ίσιδας, σύζυγος του Σετ xxxvi. Νουν, θεός των αρχέγονων υδάτων. xxxvii. Νουτ, θεά του ουρανού. xxxviii. Όνουρις, Πολεμιστής και ουράνιος θεός της Αβύδου. xxxix. Ουπουαούτ, ψυχοπομπός. xl. Πτα, θεός δημιουργός. xli. Ρενενουτέτ, Θεότητα της τροφής και του τρύγου, αρωγός και προστάτης του Φαραώ. xlii. Σατέτ, θεά του Νείλου και της γονιμότητας. xliii. Σεκχμέτ, θεά του πολέμου και της καταστροφής. xliv. Σελκέτ, θεά-σκορπιός της μαγείας. xlv. Σέραπις, Συγκριτική θεότητα της μεταθανάτιας ζωής. xlvi. Σεσχάτ, θεά της μέτρησης. xlvii. Σεθ, θεός του χάους, σκότωσε τον Όσιρι. xlviii. Σία, Θεοποίηση της αντίληψης, και της καρδιάς του Φθα. xlix. Σοκάρ, θεός της νεκρόπολης της μέμφιδας. l. Σομπέκ, θεός των κροκοδείλων. li. Σοπντέτ, θεά του άστρου Σείριος. lii. Σοπντού, θεός του ουρανού. liii. Σου, θεός του αέρα. liv. Ταουρέτ, θεά των γυναικών και του οίκου. lv. Τεφνούτ, θεά της υγρασίας και της βροχής. lvi. Χαπί, Θεός του Νείλου. lvii. Χε, θεός του απείρου. lviii. Χέκα, θεός της μαγείας. lix. Χεκέτ, θεά-βάτραχος του απείρου. lx. Χου, Θεοποίηση της πρώτης λέξης της δημιουργίας, του εξουσιαστικού Λόγου.
3.000-1.500 π.Χ
Το 3.000 π.Χ στην Αίγυπτο παρουσιάζεται πολιτική σταθεροποίηση και θα ακολουθήσουν 29 δυναστείες Φαραώ. Μαζί με τους Φαραώ θάβονταν και πολυπληθείς υπηρέτες και στη συνέχεια μόνο συγγενείς. Κατασκευή πυραμίδων ως βασιλικών τάφων. Ο Φαραώ ήταν η μόνη πηγή δικαιοσύνης, καθώς δεν υπήρχε εθιμικό δίκαιο ή ποινικός κώδικας. Η Αίγυπτος ήταν ένα από τα πιο συγκεντρωτικά κράτη που υπήρξαν: εξ ού και η εμφάνιση απίστευτης γραφειοκρατίας. Αυστηρά διαστρωματωμένη κοινωνία. Απουσία εμπορικής τάξης Διάδοση της γραφής με τη βοήθεια του πάπυρου. Απ’ όλες τις θρησκείες των πρώτων πολιτισμών η Αιγυπτιακή υπήρξε η πιο φιλάνθρωπη, ελαστική και γενναιόδωρη. Το εξωτερικό εμπόριο βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια του Φαραώ. Οι Αιγύπτιοι δεν ανέπτυξαν στρατιωτική τεχνολογία.
Το 1.650 π.Χ εισέρχονται οι Ασιάτες πολεμιστές Υξώς και καταλαμβάνουν την Κάτω Αίγυπτο (βόρεια).
Σε σύγκριση με τον πολιτισμό της Σουμερίας μπορούμε να διαπιστώσουμε πως ο Αιγυπτιακός πολιτισμός υπήρξε πιο συγκεντρωτικός. Ο Φαραώ εκτός από εκπρόσωπος του θεού συγκεντρώνει στα χέρια του το εμπόριο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ανεξάρτητη εμπορική τάξη, επίσης είναι η πηγή δικαιοσύνης λόγω έλλειψης δικαίου.
Πιθανόν αυτή η ισχυρά εδραιωμένη εξουσία είναι που επέτρεψε στη θρησκεία της Αιγύπτου να έχει πιο φιλεύσπλαχνο πρόσωπο, εφόσον ανώτατος εκπρόσωπος της επί της γης είναι ο ίδιος ο Φαραώ. Όπως και στην Μεσοποταμία έτσι κι εδώ έχουμε την εμφάνιση ορισμένων επιτευγμάτων (γραφή, γεωργία κ.λ.π) αλλά και αρνητικά κοινωνικά φαινόμενα (ταξική διαστρωμάτωση, ανθρωποθυσίες, κλ.π).
1.500-600 π.Χ Γύρω στο 1.700 π.Χ το σημιτικό φύλο Υκσώς καταλαμβάνει τη Βόρεια (Κάτω) Αίγυπτο και τη Μέμφιδα. Οι κατακτητές γοητεύονται από τον πολιτισμό των κατακτημένων αλλά εισάγουν και δικές τους καινοτομίες, όπως την τεχνική ύφανσης και νέες νότες στη μουσική.
Το 1.573 π.Χ οι Αιγύπτιοι εξεγείρονται υπό την ηγεσία του Κάμωσις αρχικά και του Άμωσις στη συνέχεια. Καταδιώκουν τους Υκσώς και καταλαμβάνουν την πρωτεύουσά τους Άβαρις.
Οι Αιγύπτιοι εκστρατεύουν στη Μ. Ασία και αποσπούν φόρο υποτέλειας από διάφορα βασίλεια, επίσης αποκρούουν τους ισχυρούς Μιτανούς. Ανακτούν τη Νουβία στα νότιά τους. Η πριγκίπισσα Χάτσεψουτ σφετερίζεται τον Αιγυπτιακό θρόνο, οικειοποιούμενη τους Φαραωνικούς τίτλους και παριστάνοντας όπου οι περιστάσεις το απαιτούσαν τον άντρα. Ωστόσο θεωρείται ικανή ηγερία που συνήψε κερδοφόρες εμπορικές συμφωνίες. Ο Τούθμωσις ο Γ’ την ανατρέπει. Κατόπιν, το 1.483 κατακτά την πρωτεύουσα των Χαναναίων Μεγιδώ. Έτσι υπό τον έλεγχο της Αιγύπτου περνούν η Βόρειος Παλαιστίνη και η Νότια Συρία. Κατόπιν ο Τούθμωσις κατακτά λιμάνια της Φοινίκης και επιτίθεται στους Μιταννούς. Μετά τη νίκη του, ορίζεται μεταξύ τους σύνορο ο Ευφράτης.
Η Αιγυπτιακή κοινωνία της εποχής ακμάζει και οι πολίτες επιδίδονται συχνά σε γλέντια και γιορτές. Όταν Φαραώ αναλαμβάνει ο Ακενατόν, τη θέση του θεού Άμμων – Ρα στην κορυφή της ιεραρχίας των Αιγυπτιακών θεοτήτων καταλαμβάνει ο Άτων. Ωστόσο, ο παλαιότερος θεός αποκαθίσταται αργότερα, μετά τον θάνατο του Ακενατόν.
Όταν η Αιγυπτιακή αυτοκρατορία εισέρχεται σε περίοδο παρακμής, οι Ασσύριοι αρπάζουν τις κατακτήσεις της στην Μ. Ασία. Χαρακτηριστικό σημάδι της φθοράς είναι πως στον θρόνο του Φαραώ καταφέρνουν να αναρριχηθούν: Νούβιοι, Λίβυοι και ένας Αιθίοπας. Στο τέλος του 6ου αιώνα με την κάθοδο των Περσών η αυτοκρατορία τους σβήνει.
Παρά την εισβολή των Υκσώς ο Αιγυπτιακός πολιτισμός επιδεικνύει μια αξιοσημείωτη σταθερότητα. Εκτός του ότι γοήτευσαν τους εισβολείς, στην συνέχεια καταφέρνουν να τους εκδιώξουν. Έτσι ξεκινά μια καινούρια περίοδος κυριαρχίας των Αιγυπτίων στην περιοχή, που συνοδεύεται και με επέκταση στην Μ. Ασία και την Νουβία στα νότια. Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό φαίνεται πως πραγματοποιείται υλική πρόοδος που βασίζεται αφενός στους φόρους υποτέλειας αφετέρου στο εμπόριο. Εξάλλου οι αλλαγές στη θρησκευτική ζωή που φτάνει μέχρις του σημείου θεοί να χάνουν τη δύναμή τους προς όφελος κάποιου άλλου, αντανακλούν μάλλον την εσωτερική διαπάλη ανάμεσα σε ισχυρές κοινωνικές ομάδες. Τελικά για μια ακόμη φορά η Αίγυπτος εισέρχεται σε περίοδο παρακμής που έχει σαν αποτέλεσμα να χάσει τα εδάφη της Μ. Ασίας από τους Ασσύριους αρχικά και κατόπιν να δεχτεί μια ακόμη εισβολή, των Περσών αυτή τη φορά και η αυτοκρατορία τους να σβήσει. Η συμμετοχή των Αιγυπτίων στην παραγωγική διαδικασία είχε τις συνέπειές της στη διάρθρωση της κοινωνίας. Στην κορυφή βρισκόταν ο φαραώ, ο οποίος ενσάρκωνε τον επίγειο θεό αλλά και το κράτος. Σ' αυτόν ο λαός εναπέθετε τις ελπίδες του για την επιτυχία των συλλογικών του προσπαθειών. Ήταν απροσπέλαστος και η θέληση του αποτελούσε νόμο για τους υπηκόους. Στην κοινωνική ιεραρχία κάτω απ' αυτόν βρίσκονταν οι ιερείς, οι ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι και οι γραφείς που συγκροτούσαν την τάξη των ισχυρών. Ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα αποτελούσαν οι επαγγελματίες στρατιωτικοί, που κληρονομούσαν το επάγγελμα και στους οποίους ο φαραώ παραχωρούσε εκτάσεις γης για καλλιέργεια. Το μεγαλύτερο όμως μέρος της αιγυπτιακής κοινωνίας αποτελούσαν οι ελεύθεροι πολίτες, γεωργοί ή τεχνίτες, που εργάζονταν σκληρά για το μεγαλείο του φαραώ. Οι δούλοι, τέλος, προέρχονταν από τους πολέμους ή αγοράζονταν από τους εμπόρους. Υπήρχαν ιδιωτικοί δούλοι, που σπανίως ξεπερνούσαν τους δύο σε κάθε οικογένεια και κρατικοί, που ανήκαν στο φαραώ και εργάζονταν στα κρατικά εργαστήρια, στους ναούς, στα ορυχεία, τα λατομεία κ.ά. Ωστόσο, στην ιεραρχημένη αιγυπτιακή κοινωνία διακρίνουμε κάποια κοινωνική ευελιξία. Ιδιαίτερα στην περίοδο του Νέου Βασιλείου, το σύστημα των κοινωνικών τάξεων δεν ήταν αυστηρά κλειστό, αφού, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, υπήρχε η δυνατότητα μεταπήδησης από τη μια τάξη στην άλλη. Είναι γνωστό ότι άνθρωποι ταπεινής κοινωνικής προέλευσης έφτασαν να καταλάβουν σημαντικά αξιώματα και έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην εποχή τους. Η οργάνωση του κράτους από τις αρχές ήδη της 3ης χιλιετίας π.Χ. βασιζόταν στην ιδέα της θεοποίησης του φαραώ. Ο ρόλος της θρησκείας στη ζωή των Αιγυπτίων, όπως άλλωστε και στη ζωή των λαών της Μεσοποταμίας, ήταν καθοριστικός. Πλήθος επιγραφών αναφέρουν το φαραώ ως θεό, ενώ υπάρχουν και κείμενα που τον αντιμετώπιζαν ως άνθρωπο. Σε καμία περίπτωση δεν μείωναν όμως τη θεϊκή του υπόσταση, δεδομένου ότι οι θεοί παρουσιάζονταν με ανθρώπινες ιδιότητες στους αιγυπτιακούς μύθους. Η οργάνωση του κράτους είχε χαρακτήρα θεοκρατικό. Η θρησκεία της Αρχαίας Αιγύπτου είναι αναμφισβήτητα μια από τις πιο ενδιαφερουσές θρησκείες παγκοσμίως. Είναι πολυθεϊστική με μια μικρή περίοδο μονοθεϊσμού και επηρεάστηκε έντονα από την παράδοση, η οποία αναγκάσε τους αιγύπτιους να αντισταθούν σε κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις στην Αίγυπτο εκτείνονται χρονικά σε μια περίοδο 3.000 χρόνων. Η θρησκεία φιλοξένησε περίπου 700 θέους και θεές οι οποίοι παριστάνονταν συνήθως με σώμα ανθρώπου και κεφάλι ζώου. Ο ΘΕΟΣ ΡΑ Κυριότερος θεός ήταν ο Ρα, ο θεός του ήλιου, του οποίου ενσάρκωση ήταν ο Φαραώ. Οι αιγύπτιοι υποστήριζαν ότι ο Ρα έφτιαχνε τους ανθρώπους και αυτοαποκαλούνταν «τα ζωντανά του Ρα». Απεικονιζόταν με κεφάλι γερακιού πάνω στο οποίο έφερε έναν ηλιακό δίσκο. Ακόμα κι αν η έννοια του ονόματός του είναι αβέβαιη, λέγεται πως μπορεί να σημαίνει «δημιουργός». Η ΘΕΑ ΙΣΙΣ Η Ίσις, η θεά της μαγείας, ξεκίνησε αρχικά όντας μια πολύ μικρή θεότητα του Δέλτα του Νείλου και σταδιακά εξελίχθηκε σε μια πολύ σημαντική θεά για τους Αιγύπτιους. Κατά την περίοδο της ακμής της, είχε δικούς της ιερείς και πολλούς ναούς. Σύμφωνα με τους Έλληνες, αντιστοιχεί άλλοτε με την Δήμητρα, άλλοτε με την Ήρα ή ακόμα και με την Αφροδίτη. Το όνομα της μεταφράζεται ως «θεά» ή ως «βασίλισσα του θρόνου». Το ιερατείο την ανέθεσε σύζυγο του θεού Όσιρι. Ο ΘΕΟΣ ΟΣΙΡΙΣ Ο Όσιρις, ο θεός της μεταθανάτιας ζωής, ήταν αρχικά ενσάρκωση του πνεύματος της βλάστησης, που πεθαίνει κατά το θερισμό και αναγεννάτε όταν φυτρώνει ο σπόρος. Λατρεύτηκε σε ολόκληρη την Αρχαία Αίγυπτο ως ο θεός των νεκρών. Εξομοιώθηκε με πολλές θεότητες του ελληνικού δωδεκάθεου, κυρίως δε με τον Διόνυσο και τον Άδη. Η σημασία του ονόματος του θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως «εκείνος που βλέπει τον θρόνο». Ήταν γιος του Γκεμπ και της Νουτ, είχε σύζυγο την Ίσις και δύο παιδιά, τον Ώρος και τον Άνουβις. Η ΘΕΑ ΑΘΩΡ Η θεά Άθωρ ήταν η θηλυκή αιγυπτιακή θεότητα την οποία οι Έλληνες ταύτιζαν με την Αφροδίτη. Αναφέρεται συνήθως ως κόρη του Ρα, ή σύζυγος του Ώρου. Ο συνήθης απεικονιστικός τύπος για την θεά είναι η μορφή της αγελάδας, το ιερό ζώο της. Πολλές φορές στον αιγυπτιακό ανθρωπομορφισμό παρουσιάζεται ως θεά με κεφαλή αγελάδας, και συνηθέστερα ως θεά με μαλλιά χωρισμένα σε μακριές πλεξίδες με κέρατα ή αυτιά αγελάδας. Ήταν προστάτιδα των γυναικών και του καλλωπισμού, της χαράς και του έρωτα. Την αποκαλούσαν βασίλισσα της ευθυμίας και του χορού ή βασίλισσα της μουσικής και του τραγουδιού, ενώ ο ναός της θεωρείτο τόπος μέθης και ευχάριστης διαβίωσης. Το όνομά της ερμηνεύεται ως «οίκος του Ώρου». Ο ΘΕΟΣ ΘΩΘ Ο θεός Θωθ υπήρξε ένας απ’ τους πλέον δημοφιλής θεούς της αιγυπτιακής θρησκείας. Ήταν θεότητα της Σελήνης και της Σοφίας. Οι αρχαίοι έλληνες τον προσδιόριζαν ως τον Ερμή τον Τρισμέγιστο. Από τον Σεληνιακό συσχετισμό του λέγεται ότι αντλεί την πολυμορφία του καθώς εκφράζεται με πολλά και διαφορετικά πρόσωπα. Όπως η Σελήνη αντλεί το φως της απ’ τον ήλιο, έτσι και Θωθ αντλούσε ένα μεγάλο μέρος της εξουσίας του απ’ τον ηλιακό θεό Ρα, όντας γραφέας και σύμβουλος του. Ήταν παρόν σε κάθε όψη λατρείας στους ναούς, στην απονομή δικαιοσύνης και στις μαγικές τέχνες. Το όνομά του σημαίνει «Οδηγός». ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΩΡΟΥ Οι τέσσερις γιοι του Ώρου ήταν μια ομάδα τεσσάρων θεών της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας που ουσιαστικά ήταν η προσωποποίηση των τεσσάρων κανωπικών αγγείων, δηλαδή των αγγείων που χρησιμοποιούνταν απ’ τους αρχαίους Αιγύπτιους κατά την ταρίχευση για την αποθήκευση και την συντήρηση των εσωτερικών οργάνων για την μεταθανάτια ζωή. Στην παλαιότερη αναφορά στους γιους του Ώρου, περιγράφονται ως φίλοι του βασιλιά καθώς τον βοηθούσαν να ανέβει στον ουρανό, σαν σκάλες. Στις ταφικές τελετουργίες, κάθε γιος προστατευόταν από μια θεότητα ο καθένας. Ιμσέτ ανθρώπινη μορφή, προστάτευε το συκώτι και προστατευόταν από την Ίσιδα Χαπί μορφή μπαμπουίνου, προστάτευε τους πνεύμονες και προστατευόταν από την Νέφθη Ντουαμουτέφ μορφή τσακαλιού, προστάτευε το στομάχι και προστατευόταν από την Νηίθ Κεμπεχσενούφ μορφή γερακιού, προστάτευε το έντερο και προστατευόταν από τη Σελκέτ Οι τέσσερεις γιοι του Ώρου (από αριστερά): Ιμσέτ, Ντουαμουτέφ, Χαπί, Κεμπεχσενούφ ΑΛΛΟΙ ΘΕΟΙ i. Ακέρ, προστάτης του ταξιδεύοντος ηλίου. ii. Αμμούτ, δαίμων που καταβρόχθιζε ψυχές. iii. Άμων, θηβαϊκός βασιλεύς των νεκρών. iv. Ανκέτ, θεά των υδάτων, Ελεφαντίνη. v. Άνουβις, θεός-τσακάλι της μουμιοποίησης. vi. Απέπ, ο όφις που προσπάθησε να σκοτώσει τον ήλιο. vii. Άπις, θεός ταύρος λατρευόταν στην Μέμφιδα. viii. Ατέν, ηλιακός δίσκος. ix. Ατούμ, θεός του δύοντος ηλίου. x. Βουτό, θεά κόμπρα των Κάτω Αιγύπτου xi. Γκεμπ, θεός της γης. xii. Βησά, ροστάτης του σπιτιού xiii. Ιάχ, Θεός του φεγγαριού. xiv. Ιμχοτέπ, γιος του Πτα. xv. Ίχυ, ενσάρκωση της έκστασης του παιξίματος του σείστρου. xvi. Κεπερά, θεός-σκαραβαίος του ανατέλλοντος ηλίου. xvii. Κετές, Σημιτική θεά της φύσης. xviii. Κνεμού, θεός της πλημμυρίδας του Νείλου. xix. Χονσού, θηβαϊκός θεός της σελήνης. xx. Μά'ατ, θεά της τάξης και της αλήθειας. xxi. Μερετσεγκέρ, θεά της Κοιλάδας των Βασιλέων. xxii. Μεσκνέτ, προστάτιδα θεά της γέννησης. xxiii. Μιν, θεός της αρσενικής γονιμότητας. xxiv. Μιχός, θεός-λέων, γιος της Μπαστέτ. xxv. Μνεύις, θεός ταύρος της Ηλιούπολης. xxvi. Μοντού, αιγυπτιακός θεός του πολέμου. xxvii. Μουτ, θηβαϊκή Μητέρα-Θεά. xxviii. Μπαστ, Γάτα θεά του οίκου. xxix. Μπατ, αρχαία ουράνια θεά-αγελάδα. xxx. Μπες, Νάνος θεός της μουσικής και των πολεμικών επιχειρήσεων. xxxi. Νηίθ, θεά του πολέμου και της ύφανσης xxxii. Νεκχεμπέτ, θεά-όρνεο της Άνω Αιγύπτου xxxiii. Νεφερτέμ, θεός του λωτού, Μέμφις. xxxiv. Νεχεμπκαού, θεότητα του Άδη. xxxv. Νέφθυς, Αδελφή της Ίσιδας, σύζυγος του Σετ xxxvi. Νουν, θεός των αρχέγονων υδάτων. xxxvii. Νουτ, θεά του ουρανού. xxxviii. Όνουρις, Πολεμιστής και ουράνιος θεός της Αβύδου. xxxix. Ουπουαούτ, ψυχοπομπός. xl. Πτα, θεός δημιουργός. xli. Ρενενουτέτ, Θεότητα της τροφής και του τρύγου, αρωγός και προστάτης του Φαραώ. xlii. Σατέτ, θεά του Νείλου και της γονιμότητας. xliii. Σεκχμέτ, θεά του πολέμου και της καταστροφής. xliv. Σελκέτ, θεά-σκορπιός της μαγείας. xlv. Σέραπις, Συγκριτική θεότητα της μεταθανάτιας ζωής. xlvi. Σεσχάτ, θεά της μέτρησης. xlvii. Σεθ, θεός του χάους, σκότωσε τον Όσιρι. xlviii. Σία, Θεοποίηση της αντίληψης, και της καρδιάς του Φθα. xlix. Σοκάρ, θεός της νεκρόπολης της μέμφιδας. l. Σομπέκ, θεός των κροκοδείλων. li. Σοπντέτ, θεά του άστρου Σείριος. lii. Σοπντού, θεός του ουρανού. liii. Σου, θεός του αέρα. liv. Ταουρέτ, θεά των γυναικών και του οίκου. lv. Τεφνούτ, θεά της υγρασίας και της βροχής. lvi. Χαπί, Θεός του Νείλου. lvii. Χε, θεός του απείρου. lviii. Χέκα, θεός της μαγείας. lix. Χεκέτ, θεά-βάτραχος του απείρου. lx. Χου, Θεοποίηση της πρώτης λέξης της δημιουργίας, του εξουσιαστικού Λόγου.
Καθοριστική για τη γνώση της ιστορίας της Αιγύπτου ήταν η αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών, δηλαδή των χαρακτήρων συμβόλων που χρησιμοποιούσαν από την 4η χιλιετία π.χ. οι κάτοικοι της χώρας στη γραφή. Η επινόηση και η χρησιμοποίηση της γραφής είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα στοιχεία που δηλώνουν το πολιτιστικό τους επίπεδο4. Η δυσκολία στην απόδοση και την εκμάθηση της ιερογλυφικής γραφής προϋπέθετε ειδίκευση και συνεχή ενασχόληση. Ένας απλός πολίτης στη διάρκεια του Νέου Βασιλείου είχε τη δυνατότητα να εκπαιδευτεί ως γραφέας και να ακολουθήσει σταδιοδρομία δημοσίου υπαλλήλου, γεγονός που του προσέδιδε κύρος5. Οι γραφείς κατέγραψαν σε παπύρους τα έργα και τη δράση των φαραώ, ενώ τοίχοι πολλών μνημείων, ναών και τάφων, ήταν καλυμμένοι από ιερογλυφικά που σχεδίασαν ειδικευμένοι τεχνίτες με την καθοδήγηση των γραφέων.
Η αποκρυπτογράφησή τους οφείλεται στο Γάλλο αιγυπτιολόγο J. Champollion, ο οποίος το 1822 διάβασε το κείμενο μιας τρίγλωσσης επιγραφής, που ήταν χαραγμένο σε στήλη με ιερογλυφικά. με απλοποιημένα ιερογλυφικά της ελληνιστικής περιόδου και με ελληνικά στοιχεία. Η στήλη της Ροζέτας, όπως είναι γνωστή από το όνομα της πόλης όπου ανακαλύφθηκε, είχε χαραγμένο ένα κείμενο που υμνούσε τον Πτολεμαίο Ε', βασιλιά της Αιγύπτου.
Τα περισσότερα αιγυπτιακά κείμενα αναφέρονται στη δράση και τα κατορθώματα των φαραώ· τα κείμενα λογοτεχνικού περιεχομένου είναι ελάχιστα εξαιτίας ίσως της δυσκολίας της γραφής, που δεν άφησε το περιθώριο να εκφραστούν γραπτώς πολλοί άνθρωποι. Όσα διατηρήθηκαν είναι ποιήματα θρησκευτικού και λυρικού περιεχομένου αλλά και λαϊκές διηγήσεις.
Η παρακολούθηση των πλημμυρών του Νείλου και της κίνησης των αστέρων έδωσε την ευκαιρία ανάπτυξης εμπειρικών αστρονομικών γνώσεων, όπως είναι η καθιέρωση του ημερολογίου των 365 ημερών, ο χωρισμός του έτους σε μήνες και εβδομάδες αλλά και ο προσδιορισμός της ώρας βάσει της ηλιακής σκιάς.
Η ανάγκη μέτρησης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων γης που χάνονταν λόγω των πλημμυρών συνέβαλε στην ανάπτυξη της πρακτικής γεωμετρίας. Φαίνεται όμως ότι οι μαθηματικές γνώσεις ήταν περισσότερο εξελιγμένες, όπως τουλάχιστον μπορούμε να εικάσουμε από την κατασκευή των πυραμίδων.
Η ταρίχευση των νεκρών βοήθησε στην απόκτηση γνώσεων ανατομίας και ιατρικής. Από κείμενα παπύρων που έχουν διασωθεί, διαβάζουμε για διαγνώσεις που έκαναν και τρόπους θεραπείας που εφάρμοζαν. Η φήμη των γιατρών της Αιγύπτου ήταν μεγάλη και διαδεδομένη ακόμα και στον ελληνικό κόσμο.Εξωτερικός Σύνδεσμος
Η αρχιτεκτονική, η γλυπτική αλλά και η ζωγραφική στην Αίγυπτο βρίσκονταν στην υπηρεσία των φαραώ. Σκοπός των καλλιτεχνών ήταν να προβάλουν τη ζωή και τη δράση των φαραώ. Τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα, μνημειακού* χαρακτήρα, επιβάλλονταν με τις διαστάσεις τους. Οι αχανείς επίπεδες επιφάνειες της αιγυπτιακής γης, σε συνδυασμό με την ανάγκη των ηγεμόνων να επιβληθούν μέσω των έργων τους, οδήγησαν στην κατασκευή μνημείων που επιβάλλονταν με τον όγκο.
Οι πυραμίδες του Χέοπα, του Χεφρήνος και του Μυκερίνου στη Γκίζα, οι μεγάλοι ναοί στο Λούξορ και το Καρνάκ με το πλήθος των κιόνων που στήριζαν περιστύλια και υπόστυλες αίθουσες είναι ενδεικτικά δείγματα της αρχιτεκτονικής.
Οι επιφάνειες των περισσότερων ναών αλλά και των νεκρικών θαλάμων των τάφων ήταν γεμάτες με παραστάσεις ζωγραφιστές ή ανάγλυφεςπου εξιστορούσαν τη δράση των φαραώ αλλά και πτυχές της καθημερινής ζωής. Εκτός από τα μεγάλα σε διαστάσεις αγάλματα που διακοσμούσαν ναούς και ταφικά μνημεία, κατασκευάστηκαν και μικρότερα από ξύλο ή πέτρα, πραγματικά κομψοτεχνήματα. Πολλά έργα μικροτεχνίας κατασκευασμένα από μέταλλα, πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για τις καλλιτεχνικές επιλογές και τα επιτεύγματα των Αιγυπτίων.
600-400 π.Χ 120.000 χιλιάδες εργάτες πεθαίνουν στην προσπάθεια διάνοιξης διώρυγας που θα ενώνει Νείλο και Ερυθρά θάλασσα. Το έργο ήταν έμπνευση του Φαραώ της Αιγύπτου Νεκώς Β’ (610-595 π.Χ)
Ο διάδοχος του Κύρου Καμβύσης καταλαμβάνει την Αίγυπτο. Ο γιός του Δαρείου Ξέρξης καταπνίγει εξεγέρσεις σε Αίγυπτο και Βαβυλώνα το 481
400 π.Χ-200 μ.Χ Ο Αλέξανδρος κατευθύνεται στην Αίγυπτο όπου του επιφυλάσσεται υποδοχή θεού Ο Αλέξανδρος και ο στρατός του κατευθύνθηκαν προς τα πάνω προς τη Μέμφιδα, τη σατραπική έδρα της περσικής επαρχίας της Αιγύπτου και παραδοσιακή πρωτεύουσα για πολλούς ιθαγενείς ηγεμόνες που κυβέρνησαν αυτήν την αρχαία Γη στους προηγούμενους αιώνες. Ο Αλέξανδρος ήταν σίγουρο ότι θα γιόρταζε την άφιξή του σε αυτήν την ιστορική πόλη. Διεξήγαγε αξιόλογους Ελληνικούς αθλητικούς και μουσικούς αγώνες Σύντομα άφησε την πόλη και κατευθύνθηκε βόρεια στον ποταμό Νείλο. Σε μια θέση που ονομάζεται Ρακώτιδα, στον Κανωπικό κλάδο του ποταμού Νείλου και δίπλα στη Μεσόγειο, ο Αλέξανδρος ίδρυσε μια νέα πόλη. Αυτή η πόλη θα συνέχιζε να είναι ένα μεγάλο στολίδι της αρχαίας Μεσογείου, μια πόλη που άντεξε μέχρι σήμερα: η Αλεξάνδρεια. Από εκεί ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε δυτικά, κατά μήκος της ακτής σε έναν οικισμό που ονομάζεται Μάρσα Ματρούχ (Paraetonium), προτού αυτός και ο στρατός του κατευθυνθούν προς την ενδοχώρα διασχίζοντας την έρημο προς το Ιερό του Άμμωνα στη Σίβα στη Λιβύη. Στα μάτια του Αλέξανδρου, ο Λίβυος Άμμωνας ήταν η τοπική εκδήλωση του Δία, και γι’ αυτό ο Αλέξανδρος ήθελε να επισκεφτεί το περίφημο ιερό της ερήμου της θεότητας. Η Αυτοκρατορία αυτή οδήγησε στη δημιουργία της Δυναστείας των Πτολεμαίων, που ιδρύθηκε το 305 π.Χ. από έναν από τους πρώην στρατηγούς του Αλέξανδρου, τον Πτολεμαίο Α' Σωτήρα. Οι Πτολεμαίοι έπρεπε να πολεμήσουν τις εγγενείς εξεγέρσεις και συμμετείχαν σε ξένους και εμφυλίους πολέμους που οδήγησαν στην παρακμή της δυναστείας και στην τελική προσάρτησή της από την Αρχαία Ρώμη. Το βασίλειο των Πτολεμαίων γνώρισε το 2ο και τον 1ο π.Χ. αιώνα μία προϊούσα παρακμή, συμπτώματα της οποίας ήταν οι συνεχείς δυναστικές έριδες, η συνεχής πτώση της οικονομίας και η ενδυνάμωση του εγχώριου πληθυσμού, λόγω της ελάττωσης της ισχύος του βασιλείου. Συχνά η Ρώμη επενέβαινε στα εσωτερικά του, διότι πρέσβεις από την Αλεξάνδρεια κατέφθαναν στη Ρώμη. Η ιστορία του βασιλείου χωρίζεται σε δύο ενότητες: την περίοδο διάσπασης του βασιλείου και την περίοδο της βασιλείας της Κλεοπάτρας Ζ’. Το 163 π.Χ. για πρώτη φορά το βασίλειο των Πτολεμαίων διανεμήθηκε. Ο Πτολεμαίος ο ΙΣΤ’ έλαβε το Αιγαίο και την Κύπρο και ο Πτολεμαίος Φίσκων την Κυρηναϊκή. Ένα άλλο σύμπτωμα της ασθενούς κατάστασης του βασιλείου ήταν η κληροδότησή του στους Ρωμαίους κατά τη διαθήκη του Πτολεμαίου Φίσκωνος το 155 π.Χ. Σε επιγραφή που έχει βρεθεί στο ναό του Απόλλωνα στην Κυρήνη αναφέρεται ότι σε περίπτωση θανάτου του η Κυρηναϊκή περιέρχεται στην ιδιοκτησία του ρωμαϊκού δήμου. Η σύγκλητος δεν εφάρμοσε τη διαθήκη. Το 96 π.Χ. ο Πτολεμαίος Απίων στην Κυρηναϊκή άφησε το βασίλειο στο ρωμαϊκό δήμο και η Σύγκλητος το 74 π.Χ. αποφάσισε να στείλει ένα Ρωμαίο διοικητή και να οργανώσει ως επαρχία την περιοχή. Ο Πτολεμαίος I' με διαθήκη του άφηνε την Αίγυπτο στο ρωμαϊκό δήμο. Αυτά είναι συμπτώματα και χαρακτηριστικά της κατάσταση που επικρατούσε. Κατά τη διάρκεια, όμως, της βασιλείας της Κλεοπάτρας Ζ’, σημειώνεται μία αναβίωση της ισχύος του βασιλείου. Η Κλεοπάτρα Ζ’ (51-30 π.Χ.) ανήλθε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα της Πτολεμαίου ΙB’, ο οποίος με διαθήκη άφηνε το βασίλειό του στην κόρη του και το γιο του, Πτολεμαίο ΙΓ’ με τον όρο ότι θα παντρευτούν. Αντίγραφο της διαθήκης στάλθηκε στη Ρώμη, με την παράκληση να επιβλεφθεί η χρονική εφαρμογή της διαθήκης. Η Κλεοπάτρα, που ανήλθε στο θρόνο σε ηλικία 17 ετών, (ο αδερφός της Πτολεμαίος ήταν τότε ένδεκα ετών) κυβέρνησε ουσιαστικά μόνη της, αφού οι σύζυγοί της άλλαζαν (Πτολεμαίος ΙΓ’ [51-47], Πτολεμαίος ΙΔ’ [47-44], γιος της Πτολεμαίος ΙΕ’ Καισαρίων [44-30]). Τυπικά είχε τον τίτλο της συμβασιλείας, ουσιαστικά, όμως, κυβερνούσε μόνη της. Το γεγονός ότι η εξουσία της είχε πραγματικό αντίκρισμα φαίνεται απ’ το ότι εικονίζεται μόνη της σε νομίσματα και καθιέρωσε τη λατρεία της ως ‘νέας Ίσιδος’, διαχωρίζοντάς την από τη λατρεία του βασιλιά. Ήταν ευφυής, μορφωμένη και ασκούσε υψηλή πολιτική μέσω των διαπροσωπικών της σχέσεων.
Πληροφορίες γι’ αυτήν έχουμε από πτολεμαϊκούς παπύρους και νομίσματα και από ρωμαϊκές πηγές. Από τις ελληνικές πηγές, τη συναντάμε στο βίο του Πλουτάρχου ‘Αντώνιος’. Η σύνδεση της Κλεοπάτρας με τα ρωμαϊκά πράγματα έγινε μέσω της σύνδεσής της με τον Ιούλιο Καίσαρα. Οι ρωμαϊκοί εμφύλιο πόλεμοι διεξήχθησαν κατά κύριο λόγο στην Ελλάδα. Μετά τη μάχη στα Φάρσαλα, ο ηττηθείς Πομπήιος κατέφυγε στην Αίγυπτο όπου δολοφονήθηκε.
Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας κατέφθασε στην Αλεξάνδρεια, ούτε ο Πτολεμαίος ΙΓ’ ούτε η Κλεοπάτρα Ζ’ βρισκόταν εκεί και τους κάλεσε εκεί ώστε να τους συμφιλιώσει. Το 48 π.Χ. ανακοίνωσε ότι θα συμβάλλει όπως όριζε η διαθήκη. Όταν το 47 π.Χ. υποκινήθηκε μία εξέγερση του πτολεμαϊκού στρατού για τον Πτολεμαίο ΙΓ’ και έγινε μάχη στην Αλεξάνδρεια, τότε, επειδή στο λιμάνι υπήρχαν πενήντα ρωμαϊκά πλοία, ο Ιούλιος Καίσαρας διέταξε να πυρποληθούν για να μη χρησιμοποιηθούν από τους εξεγερμένους, η φωτιά μεταδόθηκε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η οποία και καταστράφηκε. Όταν καταπνίγηκε η εξέγερση και ο Πτολεμαίος ΙΓ’, βασίλισσα ήταν η Κλεοπάτρα με τον αδερφό της, Πτολεμαίο ΙΔ’. Ο Καίσαρας άφησε εκεί τέσσερις λεγεώνες φεύγοντας. Η Κλεοπάτρα βρισκόταν στη Ρώμη στις Ειδούς του Μαρτίου 44 π.Χ. μαζί με τον τρίτο γιο της Καισαρίωνα. Η γνωριμία της με τον Μάρκο Αντώνιο αργότερα σε σχέση με τα γεγονότα μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Μετά τη μάχη στους Φιλίππους, το 42 π.Χ., ο Μάρκος Αντώνιος έδειξε ενδιαφέρον για τη διοίκηση της ανατολής & Αιγύπτου και έμεινε εκεί. Όπως ο Πλούταρχος περιγράφει, αποδέχτηκε τον ελληνικό τρόπο ζωής στην Ταρσό της Κιλικίας … και το χειμώνα του 41-40 βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια.
Αν εξαιρέσουμε τα έτη 40-38, ο Αντώνιος πέρασε όλη την υπόλοιπη περίοδο από το 42 ως το 31 π.Χ. στην ελληνική ανατολή μαζί με την Κλεοπάτρα. Οι πολιτικές βλέψεις του Αντωνίου ήταν άλλες από την επίσημη πολιτική της Ρώμης. Το 34 π.Χ. σε μία εκδήλωση στο κατάμεστο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα παρουσιάστηκαν καθισμένοι σε χρυσούς θρόνους με τα παιδιά τους στα πόδια τους. Τότε ο Μάρκος Αντώνιος διένειμε τα εδάφη της Ανατολής στην Κλεοπάτρα, που ονομάστηκε ‘βασίλισσα των βασιλέων’, και στα παιδιά της. Ειδικότερα, ο Καισαρίων, γιος του Καίσαρα και της Κλεοπάτρας, ονομάστηκε βασιλέας των βασιλέων, στον Αλέξανδρο Ήλιο αποδόθηκε η Αρμενία και τα εδάφη ανατολικά του Ευφράτη, στην Κλεοπάτρα Σελήνη η Λιβύη και η κυρηναϊκή και στον Πτολεμαίο Φιλάδελφο τα εδάφη δυτικά του Ευφράτη. Η πράξη αυτή με έντονο πολιτικό συμβολισμό, επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να ιδρύσει μία αυτοκρατορία με κέντρο την Αλεξάνδρεια, κάτι που τον έφερνε αυτομάτως σε ρήξη με τη Ρώμη και τον Οκταβιανό.
Η Σύγκλητος αφαίρεσε όλους του δημόσιους τίτλους από τον Αντώνιο, ώστε ο Οκταβιανός να έχει αντιμέτωπο ένα απλό ιδιώτη, και ο πόλεμος επίσημα διεξαγόταν εναντίον της Κλεοπάτρας. Η τελική μάχη δόθηκε στο Άκτιο, στη νότια είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Στη βόρεια πλευρά βρισκόταν ο Οκταβιανός με ένα στόλο ελαφρών και γρήγορων πλοίων και στη νότια ο στόλος της Κλεοπάτρας εντός του Αμβρακικού και ο στρατός του Αντωνίου. Τα πλοία του Οκταβιανού επιτηρούσαν τη θαλάσσια είσοδο του κόλπου, με αποτέλεσμα ελλείψεις σε τρόφιμα και αυτομολήσεις. Τότε αποφασίστηκε η έξοδος από τον κόλπο στις 2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ. Η Κλεοπάτρα με 60 πλοία που διασώθηκαν κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια και με ένα πλοίο την ακολούθησε ο Μάρκος Αντώνιος.
Ο Οκταβιανός πέρασε το χειμώνα του 31/30 π.Χ. στην Αθήνα και επέστρεψε στην Ιταλία. Την άνοιξη του 30 π.Χ. πραγματοποίησε ένα ταξείδι στη Μικρά Ασία, τη Συρία και την Αίγυπτο. Η Κλεοπάτρα ζήτησε να διαπραγματευτεί μαζί του. Ο Οκταβιανός αρνήθηκε, διότι ήθελε και θησαυρό και Αίγυπτο. Την 1 Αυγούστου 30 π.Χ. ο Αντώνιος αυτοκτόνησε. Η Κλεοπάτρα βρέθηκε νεκρή στον τάφο της, αν και υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το θάνατό της, από τις οποίες μία κάνει λόγο για θάνατο από δηλητήριο φιδιού. Το 30 π.Χ. σημειώθηκε το τέλος του πτολεμαϊκού βασιλείου. Το 29 π.Χ. ο Οκταβιανός πραγματοποίησε θρίαμβο, ο Πτολεμαίος Καισαρίων εκτελέστηκε, τα υπόλοιπα παιδιά συνόδευσαν το θρίαμβο του Οκταβιανού και, πέρα από την Κλεοπάτρα Σελήνη Β’, που δόθηκε ως σύζυγος στο βασιλιά της Μαυριτανίας Ιούδα, δε γνωρίζουμε τι απέγινε Ο Αλέξανδρος Ήλιος και ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος. Τα Φαγιούμ αποτελούν το σώμα των προσωπογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν από τον 1ο έως τον 3ο αιώνα από συνεχιστές της ύστερης ελληνιστικής παράδοσης της Αλεξανδρινής Σχολής και διασώθηκαν ως την εποχή μας. Για πρώτη φορά αναφέρονται από τον ιταλό περιηγητή Πιέτρο ντελα Βάλλε το 1615. Ήταν προορισμένα για ταφική χρήση και πήραν το όνομά τους από την όαση Φαγιούμ, στην οποία ανακαλύφθηκαν αρχικά, 85 χλμ νότια του Καΐρου.Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που διεξήχθησαν από αγγλικές και γαλλικές αποστολές στις αρχές του 19ου αιώνα έφεραν στην επιφάνεια πολλά φαγιούμ, χωρίς ωστόσο να κεντριστεί το ενδιαφέρον των ειδημόνων της τέχνης. Το 1887, κάτοικοι της περιοχής κοντά στο Ελ-Ρουμπαγιάτ ανακάλυψαν και ανέσκαψαν μομμιοποιημένα σώματα με φαγιούμ στη θέση της κεφαλής. Τα συγκεκριμένα έργα αγόρασε ο Θίοντορ Γκραφ (1840–1903), αυστριακός επιχειρηματίας και τα παρουσίασε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και τη Νέα Υόρκη.Ένα μεγάλο μέρος του συνολικού corpus τους, ωστόσο, ήλθε στην επιφάνεια χάρις στον άγγλο αρχαιολόγο Sir William Flinders Petrie, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1900 αναζητώντας την είσοδο της πυραμίδας Χαουάρα στην όαση Φαγιούμ όπου ήταν κρυμμένα, εντόπισε την ελληνορωμαϊκή νεκρόπολη της Αρσινόης, γνωστή από τον Ηρόδοτο ως Κροκοδείλων πόλις, κέντρο λατρείας του θεού Σομπέκ.Άριστα διατηρημένα εξαιτίας του ξηρού κλίματος της αιγυπτιακής ερήμου, είχαν ζωγραφισθεί είτε με την εγκαυστική τεχνική ή με την τεχνική της τέμπερας. Οι τεχνικές αυτές προέρχονται από την αρχαιοελληνική ζωγραφική παράδοση, που συνεχίστηκε στις πρωτοχριστιανικές εγκαυστικές εικόνες της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.Η εγκαυστική τεχνική χαρακτηρίζεται από το λιωμένο κερί που με τη βοήθεια του «καυτηρίου», του πινέλου ή του «κέστρου» απλωνόταν πάνω στο ξύλο ή το πανί που έπρεπε να ζωγραφιστεί για να προκύψει ένα πορτραίτο σαν κι εμάς. Το κερί απλωνόταν ομοιόμορφα στη ζωγραφική επιφάνεια και πάνω του ο καλλιτέχνης εκτελούσε την παράσταση που επιθυμούσε. Σε αρκετές περιπτώσεις και ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του νεκρού χρησιμοποιούνταν φύλλα χρυσού, με τα οποία αποδίδονταν διακοσμητικοί στέφανοι και κοσμήματα. Ο θάνατος της Κλεοπάτρας το 30 π.Χ. τερμάτισε την ονομαστική ανεξαρτησία της Αιγύπτου, με αποτέλεσμα η Αίγυπτος να γίνει μια από τις επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Πτολεμαίοι με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια, αναζωογονούν τέχνες, πολιτισμό και επιστήμες (Ευκλείδης, Ερατοσθένης, Αρχιμήδης). Στην αυτοκρατορία θα υπάρξουν 2 κυρίως τάξεις, η αριστοκρατία και οι αγρότες
Περίπου 31 π.Χ ο Οκταβιανός στο εξωτερικό: προσαρτά την Αίγυπτο (πολύτιμη για το σιτάρι της),
Το 642 μ.Χ Όλη η Αίγυπτος – που αποτελούσε Βυζαντινή επαρχία – περνά στα χέρια των Αράβων και πλήθος κόσμου τους υποδέχεται σαν ελευθερωτές. Σημαντική υπήρξε η διαμάχη που είχε ξεσπάσει μεταξύ του Βυζαντίου και του τοπικού Κόπτη Πατριάρχη. Το πέρασμα στη μουσουλμανική κυριαρχία έγινε στις περισσότερες περιπτώσεις ομαλά. Ο κόσμος δεν υποχρεώνονταν να ενταχθεί στο Ισλάμ και μπορούσε να διατηρεί τους δικούς του νόμους. Επίσης η φορολογία ήταν σε γενικές γραμμές μικρότερη, ενώ οι τοπικοί διοικητές παρέμειναν στις θέσεις τους υπό επιτήρηση. Επίσης οι νόμοι εφαρμόζονταν με αυστηρότητα.
1.000-1.100 μ.Χ: Στην Αίγυπτο κυβερνά η σιίτικη δυναστεία των Φατιμιδών οι Φατιμίδες του Καΐρου, που ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από την κόρη του προφήτη Φατιμά. Ήταν ηγέτες της Σια, δηλαδή μερίδας που επί αιώνες είχαν αφομοιώσει στοιχεία κι από άλλες εκτός Ισλάμ λατρείες, κυρίως από το χριστιανισμό και από το ζωροαστρισμό. Για τους σιίτες, η γραμμή της διαδοχής περνούσε από το σύζυγο της Φατιμά Αλή και μερικοί πρέσβευαν ότι ο φόνος των απίστων αποτελούσε θρησκευτικό καθήκον. Οι Φατιμίδες τον 10ο μ.Χ αιώνα φτάνουν στο απόγειό τους. Μετά τον εμφύλιο που άρχισε το 1060 μ.Χ απ’ τους κύκλους του στρατού, κυβερνιόνταν από δυναστεία Αρμενίων μουσουλμάνων που κατάγονταν από δούλους.
1.100-1.200 μ.Χ Το 1.168 μ.Χ, ο Σαλαντίν γίνεται αντιβασιλιάς της Αιγύπτου των Φατιμιδών και κυβερνά ως αντιπρόσωπος του Νουρεντίν, έτσι οι Φατιμίδες της Αιγύπτου πέφτουν και η Αίγυπτος έχει σουνίτικη διοίκηση. H περιοχή της Αιγύπτου το 1317 είχε μετονομαστεί σε Σουλτανάτο των Μαμελούκων του Καίρου. Η Αίγυπτος παρέμεινε εξ ολοκλήρου οθωμανική (οθωμανικό εγιαλέτι) μέχρι το 1867, εκτός από την περίοδο της γαλλικής κατοχής από το 1798 έως το 1801. Οι γαλλικές δυνάμεις του Ναπολέοντα εισέβαλαν (με το πρόσχημα της απελευθέρωσης, όπως κάνουν όλοι οι αυταρχικοί κατακτητές) το 1798. Από το 1867, η Αίγυπτος έγινε ένα τυπικά αυτόνομο υποτελές κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ονομαζόταν Χεδιβάτο της Αιγύπτου. Το Χεδιβάτο πέρασε στον βρετανικό έλεγχο το 1882 μετά τον Αγγλοαιγυπτιακό πόλεμο. Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά την Αιγυπτιακή Επανάσταση του 1919, ιδρύθηκε το Βασίλειο της Αιγύπτου. Κι ενώ ήταν de jure ανεξάρτητο κράτος, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε τον έλεγχο των εξωτερικών υποθέσεων, της άμυνας και άλλων θεμάτων. Η βρετανική κατοχή κράτησε μέχρι το 1954, οπότε και συνάφθηκε η Αγγλοαιγυπτιακή Συμφωνία του 1954. Η σύγχρονη Δημοκρατία της Αιγύπτου ιδρύθηκε το 1953, και με την πλήρη απόσυρση των βρετανικών δυνάμεων από τη Διώρυγα του Σουέζ το 1956 σηματοδοτήθηκε για πρώτη φορά μετά από 2500 χρόνια η πλήρης ανεξαρτησίας της Αιγύπτου. Ο Πρόεδρος Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ (πρόεδρος από το 1956 έως το 1970) εισήγαγε πολλές μεταρρυθμίσεις και δημιούργησε τη βραχύβια Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (με τη Συρία). Ο Νάσερ, μεταξύ άλλων σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων, κρατικοποίησε και τη Διώρυγα του Σουέζ. Κατά τη διάρκεια της θητείας του διεξήχθη ο Πόλεμος των Έξι Ημερών και δημιουργήθηκε το διεθνές Κίνημα των Αδεσμεύτων. Ο διάδοχός του, ο Ανουάρ Σαντάτ (πρόεδρος από το 1970 έως το 1981) άλλαξε την τροχιά της Αιγύπτου, ενώ απομακρύνθηκε από πολλές από τις πολιτικές και τις οικονομικές αρχές του νασερισμού, εγκαθιδρύοντας εκ νέου ένα πολυκομματικό σύστημα και εγκαινιάζοντας την οικονομική πολιτική του λεγόμενου ανοίγματος ή «ινφιτάχ». Ο Σαντάτ οδήγησε την Αίγυπτο στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973 για να ανακτήσει τη Χερσόνησο του Σινά, η οποία προσαρτήθηκε στο Ισραήλ μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Αυτό οδήγησε αργότερα στη Συνθήκη Ειρήνης Αιγύπτου-Ισραήλ. Η πρόσφατη αιγυπτιακή ιστορία κυριαρχείται από γεγονότα μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια διακυβέρνησης του πρώην προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ. Η Αιγυπτιακή Επανάσταση του 2011 εξώθησε τον Μουμπάρακ σε παραίτηση και είχε ως αποτέλεσμα τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο στην αιγυπτιακή ιστορία, τον Μοχάμεντ Μόρσι. Οι αναταραχές μετά την επανάσταση του 2011 και οι σχετικές διαμάχες οδήγησαν στο Αιγυπτιακό Πραξικόπημα το 2013, στη φυλάκιση του Μόρσι και στην εκλογή του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στη θέση του προέδρου το 2014. Οι Έλληνες της Αιγύπτου ή Αιγυπτιώτες, ήταν οι ελληνικοί πληθυσμοί που διαχρονικά είχαν μεταναστεύσει και ζούσαν στην Αίγυπτο. Είχαν μια ιδιαίτερα ακμάζουσα παρουσία στη χώρα κατά την κλασική αρχαιότητα, ρωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή περίοδο, και κατόπιν από τον 19ο αιώνα έως τη δεκαετία του 1960. Οι σύγχρονοι Αιγυπτιώτες για εκατό και πλέον χρόνια απολάμβαναν μεγάλη οικονομική και πολιτική ισχύ ενώ έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό και την εκκοσμίκευση της χώρας. Ο πληθυσμός και η αίγλη της κοινότητας αποκορυφώθηκε περίπου το 1940, όποτε και αριθμούσε γύρω στα 250.000 άτομα. Η έλευση του καθεστώτος Νάσερ το 1953 και οι αντιδυτικές μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε ήταν καταστροφικές για τους Αιγυπτιώτες και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τη χώρα. Σήμερα η κοινότητα αριθμεί γύρω στα 9.000 μέλη, συγκεντρωμένα κυρίως στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο (στη φωτογραφία, από κάτω, η Αμπέτειος Σχολή στο Κάιρο). Το 1907 η επίσημη απογραφή κατέγραψε 62.973 Έλληνες στην Αίγυπτο. Έως το 1940 οι Έλληνες ανήλθαν στις 250.000. Η Ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας βρισκόταν γύρω από την εκκλησία και το μοναστήρι του Αγίου Σάββα. Στην ίδια περιοχή βρίσκονταν ένας ξενώνας για Έλληνες ταξιδιώτες, ένα ελληνικό νοσοκομείο και αργότερα ένα ελληνικό σχολείο. Στη φωτογραφία παρακάτω η ελληνορθόδοξη εκκλησία του Πορτ Σάιντ. Η ελληνική κοινότητα του Καΐρου ιδρύθηκε το 1856 -ως ίδρυση αναφέρεται η τοπική επίσημη οργάνωση της κοινότητας-, με την κοινότητα να είναι εδραιωμένη στις περιοχές Τζουόνια, Χαρέτ ελ Ρουμ (Δρόμος των Ελλήνων) και στη Χαμζάουι. Το πατριαρχείο βρισκόταν στη Χαρέτ ελ Ρουμ, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο παλαιό Κάιρο υπάρχει ακόμη και περιβάλλεται από έναν ψηλό τοίχο, ενώ στην κορυφή του έχει ένα πέτρινο πύργο. Μέσα του υπάρχει ακόμα το ελληνικό νοσοκομείο, ένα σχολείο και ένας οίκος ευγηρίας. Φωτογραφία της Αιγύπτου από τους αδελφούς Ζαγκάκη. Πέρα από τις Ελληνικές κοινότητες της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου υπήρχαν και σημαντικές αριθμητικά Ελληνικές κοινότητες: Πρώτη η Μανσούρα, ιδρύθηκε το 1860. Μανσούρα Πορτ Σάιντ, ιδρύθηκε το 1870. Υπήρξαν τόσοι Δωδεκανήσιοι Έλληνες εκεί, που παρ'ολίγον να ονομαστεί "Νέα Κάσος". Ζαγκαζίγκ, ιδρύθηκε το 1870. Τάντα, ιδρύθηκε το 1880. Έλληνες εργάτες στη Διώρυγα του Σουέζ Ακόμη μια φωτογραφία εποχής με έλληνες σκαπανείς στην κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ. Ελληνική κοινότητα του Σουέζ, ιδρύθηκε το 1888. Υπήρχαν επίσης 15 άλλες, μικρότερες κοινότητες, κυρίως γύρω από το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Στην Άνω Αίγυπτο η αρχαιότερη Ελληνική κοινότητα είναι αυτή της Μίνιας, που ιδρύθηκε το 1862. Η συνεισφορά του ελληνικού πληθυσμού στην οικονομική ζωή της Αιγύπτου ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Οι πρώτες τράπεζες της Αιγύπτου δημιουργήθηκαν από Έλληνες, όπως η Τράπεζα της Αλεξανδρείας, ή η Αγγλοαιγυπτιακή τράπεζα (ιδιοκτησίας της οικογένειας Συναδινού) και η Γενική Τράπεζα της Αλεξανδρείας. Υπήρχαν επίσης πολλά Ελληνικά θέατρα και κινηματογράφοι. Οι κύριες ελληνικές εφημερίδες ήταν Τα Γράμματα, Ταχυδρόμος και Νέα Ζωή. Ήταν οι Έλληνες αγρότες αυτοί που πρώτοι με συστηματικό τρόπο και επιστημονικό σχεδιασμό οργάνωσαν την καλλιέργεια του βαμβακιού και του καπνού. Βελτίωσαν την ποσότητα και ποιότητα της παραγωγής και ήταν κυρίαρχοι στις μεγάλες εξαγωγές των προϊόντων αυτών. Διάσημες οικογένειες ήταν αυτές του Σαλβάγου, Μπενάκη, Ροδοκανάκη, Ζερβουδάκη, Τσανακλή και Καραβόπουλου. Οι ποικιλίες καπνού για την παραγωγή τσιγάρων ήταν ελληνικής παραγωγής, όπως στα τσιγάρα των αδερφών Κυριαζή (μάρκα Kyriazi frères), κάποτε πρώτα σε εξαγωγές. Άλλοι τομείς της έντονης Ελληνοαιγυπτιακής εμπορικής δραστηριότητας ήταν η εστίαση, οινοπαραγωγή, αρωματικά σαπούνια, ξυλοτεχνία και η βιομηχανία της εκτύπωσης. Στην παραγωγή τροφίμων οι βιομηχανίες μακαρονιού του Μελαχροινού του Αντωνίου, τα Italia των αδελφών Οικονόμου, η μακαρονοποιία Ibis των Στ.Ζενιώδη - Χ.Αναστασιάδη και Π. Πουλίδη η οποία ήταν η πρώτη και η μοναδική η οποία παρήγαγε μακαρόνια για διαβητικούς -πατέντα η οποία δεν καταχωρήθηκε - από σιμιγδάλι καθώς και ήταν η πρώτη η οποία συσκεύασε τα προιόντας της σε κλειστά πακέτα και σακούλες του μισού κιλού σύμφωνα με τα ευρωπαικά πρότυπα, ήταν οι πλέον ευρέως γνωστές μακαρονοποιίες. Στην παραγωγή τυριού και βουτύρου οι Αργυρίου, Ρουσσόγλου και Παλαιορούτας. Σε σοκολάτες, μπισκότα και καραμέλες τα γνωστότερα ονόματα ήταν οι Δαλόγλου, Ρούσσος και Ρεπαπής. Ελαιόλαδο και παράγωγα ελαίου ο Ζερμπίνης που βρίσκονταν στο Καφρ ελ Ζαγιάτ. Από την ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου προήλθαν επίσης πολλοί συγγραφείς, καλλιτέχνες, διπλωμάτες και πολιτικοί διεθνούς φήμης: ο Κωνσταντίνος Καβάφης, οι πεζογράφοι Νίκος Νικολαΐδης, Στρατής Τσίρκας, Τίμος Μαλάνος, Πέτρος Μάγνης, Μαρία Ιορδανίδου, οι ζωγράφοι Κ. Παρθένης, Δ. Λίτσας, οι γλύπτες Α. Λαζαρίδης και Θ. Θωμόπουλος, και μεταγενέστερα από τον χώρο της μουσικής η Τζίνα Μπαχάουερ, ο Μάνος Λοΐζος και ο Γιάννης Χρήστου. Κ.Π. Καβάφης Στρατής Τσίρκας Ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων στην Ελλάδα, οι ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου έστειλαν πολλούς εθελοντές, ίδρυσαν νοσοκομεία και φιλοξένησαν οικογένειες από την Ελλάδα. Κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πάνω από 7.000 Έλληνες της μειονότητας πολέμησαν με τους συμμάχους στη Μέση Ανατολή εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, με τους νεκρούς στις τάξεις τους να ανέρχονται στους 142. Η οικονομική τους συνεισφορά έφτασε τα 2,5 δισεκατομμύρια Αιγυπτιακές λίρες. Μετά την Κρίση του Σουέζ οι Βρετανοί και Γάλλοι εργάτες αποχώρησαν, ενώ οι Έλληνες έμειναν. Η άνοδος της ελληνικής αριστοκρατίας η οποία αποτελούνταν από πλούσιους βιομηχάνους, εμπόρους και τραπεζίτες οδήγησε στο μεγάλο κύμα του Ελληνοαιγυπτιακού φιλανθρωπισμού. Οι ευεργέτες αυτοί συνεισέφεραν σημαντικά ποσά για το κτίσιμο σχολείων, ακαδημιών, νοσοκομείων και ιδρυμάτων σε Αίγυπτο και Ελλάδα. Ο Μιχαήλ Τοσίτσας (γεννημένος στο Μέτσοβο αλλά κατόπιν κάτοικος Αλεξανδρείας, όπου και είχε τις επιχειρήσεις του), δώρησε μεγάλα ποσά για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Αμαλιείο ορφανοτροφείο και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Η σύζυγος του, Ελένη Τοσίτσα, δώρησε το οικόπεδο για τη δημιουργία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Ελλάδος. Ο Γεώργιος Αβέρωφ (επίσης από το Μέτσοβο) βοήθησε οικονομικά στην κατασκευή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, και επίσης με την ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, τις Φυλακές Εφήβων και τη δωρεά του θωρηκτού Αβέρωφ στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Ο Εμμανουήλ Μπενάκης βοήθησε οικονομικά στην κατασκευή της Εθνικής Πινακοθήκης. Ο γιος του, Αντώνης Μπενάκης, ήταν ο ιδρυτής του μουσείου Μπενάκη. Η αναχώρηση των Ελλήνων από την Αίγυπτο ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930-40 με τους εφαρμοστικούς νόμους που ψηφίστηκαν στην οικονομία της χώρας. Η δυνατότητα προσαρμογής των Ελλήνων στις νέες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που ξεκινούν αυτή την περίοδο και συνεχίζονται και καθ' όλη τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας 1940-50 θα αποτελέσουν τη βασικότερη αιτία αναχώρησης και αναζήτησης νέας πατρίδας. Στατιστικές απογραφές των Κοινοτικών σχολείων της αντίστοιχης περιόδου επιβεβαιώνουν πώς το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ξεκινά η εθελούσια αναχώρηση και μετανάστευση των Ελλήνων της Αιγύπτου. Ο εκτοπισμός των Ελλήνων από την Αίγυπτο ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της Αιγυπτιακής επανάστασης του 1952 και συνεχίστηκε και μετά από αυτή. Με την ανάδειξη του νέου κυρίαρχου καθεστώτος του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, η άνοδος του Παναραβισμού και εθνικισμού, και η εθνικοποίηση των πολλών βιομηχανιών που ακολούθησε από το 1957 και αργότερα, έκανε πολλούς χιλιάδες Έλληνες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Πολλοί από αυτούς μετανάστευσαν στην Αυστραλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά, Βραζιλία,Νότιο Αφρική, Δυτική Ευρώπη, και Ελλάδα. Ως συνέπεια, πολλά Ελληνικά σχολεία, εκκλησίες, μικρές κοινότητες και ιδρύματα τερμάτισαν τη λειτουργία τους. Η διακυβέρνηση του Νάσερ ήταν μια μεγάλη καταστροφή για την Ελληνική διασπορά, η οποία από εκατοντάδες χιλιάδες στην Αίγυπτο έφτασε να αριθμεί λιγότερες από 5.000. Η επικίνδυνη κατάσταση στη Μέση Ανατολή δυσχέρανε τις συνθήκες για τους Έλληνες που επέλεξαν να παραμείνουν στην Αίγυπτο. Εκτιμάται πως την περίοδο 1957 - 1967 οι περισσότεροι Έλληνες έφυγαν από τη χώρα. Σήμερα, η Ελληνική κοινότητα επίσημα αριθμεί περίπου στους 2.000 κατοίκους. Θεωρείται πως ο πραγματικός αριθμός είναι υψηλότερος μια και πολλοί Έλληνες άλλαξαν την επίσημη εθνικότητα τους σε Αιγυπτιακή, για να μπορούν να συνεχίσουν τις οικονομικές τους δραστηριότητες. Στην Αλεξάνδρεια, πέρα από το Πατριαρχείο, υπάρχει και μια Πατριαρχική θεολογική σχολή η οποία επαναλειτουργεί μετά από 480 έτη αφότου είχε κλείσει. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Κάιρο και αρκετά άλλα κτίρια, έχουν ανακαινιστεί πρόσφατα με έξοδα του Ελληνικού κράτους και ο Καθεδρικός Ναός του Ευαγγελισμού στην Αλεξάνδρεια με χορηγία του ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης. Η Μονή του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Κάιρο ανακαινίστηκε λαμπρά με χορηγία του ζεύγους Θ. Μαρτίνου. Από τη δεκαετία του 2000 υπήρξε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον από την Αιγυπτιακή κυβέρνηση για τη σύσφιξη των διπλωματικών και στρατιωτικών σχέσεων με την Ελλάδα, κάτι που βελτίωσε τις συνθήκες της εκεί Ελληνικής διασποράς, η οποία και δέχεται συχνές επισκέψεις από πολλούς Έλληνες πολιτικούς. Οι οικονομικές σχέσεις είναι ανεπτυγμένες ανάμεσα στην Αίγυπτο και την Ελλάδα, και υπάρχει σημαντικός αριθμός ελληνικών επενδύσεων στη χώρα. Το 2009, υπογράφηκε ένα πενταετές μνημόνιο συνεργασίας ανάμεσα στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» της Αθήνας και το Πανεπιστήμιο Αλεξανδρείας, σχετικά με την έρευνα στον χώρο της Αρχαιομετρίας και τους παράπλευρους τομείς. Η Αιγυπτιακή κυβέρνηση έχει δηλώσει πως επιθυμεί να δώσει κίνητρα στους επαναπατρισμένους Έλληνες να επιστρέψουν στην Αίγυπτο, αλλά μέχρι στιγμής λίγοι σκέφτονται σοβαρά μια τέτοια απόφαση. Όσον αφορά στη σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων στη χώρα του Νείλου γράφονται προφανώς οι τελευταίες σελίδες. Παλιοί εξάλλου Αιγυπτιώτες Έλληνες ζουν στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Αμερική, την Αυστραλία, οργανώθηκαν κι’ εκεί σε συλλόγους, συγχρωτίστηκαν με τον υπόλοιπο Ελληνισμό στις χώρες αυτές και φυσικά ζουν τη σύγχρονη πραγματικότητα στις χώρες της σημερινής διαμονής τους. Ακριβώς σε ανάλογη προσαρμογή με την αιγυπτιακή πραγματικότητα, είναι αναγκασμένοι να προχωρήσουν σήμερα οι Έλληνες της Αιγύπτου, αν θέλουν να διατηρηθεί έστω και κατ’ ελάχιστον ή και κατ’ όνομα η ελληνική παροικία με τη νέα μορφή της. Τον Δεκέμβριο του 2015, ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξάνδρειας, Γιάννης Παπαδόπουλος, μαζί με τα στελέχη της Ομογένειας, Ε.Κασιμάτη και Ε. Καλορίζο, αναφέρθηκαν στο επείγον ζήτημα της φθίνουσας λειτουργίας του ελληνόφωνου σχολείου της παροικίας, λόγω της μειούμενης ανά σχολικό έτος παρουσίας μαθητών, καθώς φέτος φοιτούν μόλις 70 μαθητές. Και όπως τόνισε, η εξέλιξη αυτή δικαιολογείται από τον φθίνοντα αριθμό των μελών της Ελληνικής Κοινότητας, καθώς έχουν απομείνει στην Αίγυπτο συνολικά περί τους 2000 Έλληνες.
600-400 π.Χ 120.000 χιλιάδες εργάτες πεθαίνουν στην προσπάθεια διάνοιξης διώρυγας που θα ενώνει Νείλο και Ερυθρά θάλασσα. Το έργο ήταν έμπνευση του Φαραώ της Αιγύπτου Νεκώς Β’ (610-595 π.Χ)
Ο διάδοχος του Κύρου Καμβύσης καταλαμβάνει την Αίγυπτο. Ο γιός του Δαρείου Ξέρξης καταπνίγει εξεγέρσεις σε Αίγυπτο και Βαβυλώνα το 481
400 π.Χ-200 μ.Χ Ο Αλέξανδρος κατευθύνεται στην Αίγυπτο όπου του επιφυλάσσεται υποδοχή θεού Ο Αλέξανδρος και ο στρατός του κατευθύνθηκαν προς τα πάνω προς τη Μέμφιδα, τη σατραπική έδρα της περσικής επαρχίας της Αιγύπτου και παραδοσιακή πρωτεύουσα για πολλούς ιθαγενείς ηγεμόνες που κυβέρνησαν αυτήν την αρχαία Γη στους προηγούμενους αιώνες. Ο Αλέξανδρος ήταν σίγουρο ότι θα γιόρταζε την άφιξή του σε αυτήν την ιστορική πόλη. Διεξήγαγε αξιόλογους Ελληνικούς αθλητικούς και μουσικούς αγώνες Σύντομα άφησε την πόλη και κατευθύνθηκε βόρεια στον ποταμό Νείλο. Σε μια θέση που ονομάζεται Ρακώτιδα, στον Κανωπικό κλάδο του ποταμού Νείλου και δίπλα στη Μεσόγειο, ο Αλέξανδρος ίδρυσε μια νέα πόλη. Αυτή η πόλη θα συνέχιζε να είναι ένα μεγάλο στολίδι της αρχαίας Μεσογείου, μια πόλη που άντεξε μέχρι σήμερα: η Αλεξάνδρεια. Από εκεί ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε δυτικά, κατά μήκος της ακτής σε έναν οικισμό που ονομάζεται Μάρσα Ματρούχ (Paraetonium), προτού αυτός και ο στρατός του κατευθυνθούν προς την ενδοχώρα διασχίζοντας την έρημο προς το Ιερό του Άμμωνα στη Σίβα στη Λιβύη. Στα μάτια του Αλέξανδρου, ο Λίβυος Άμμωνας ήταν η τοπική εκδήλωση του Δία, και γι’ αυτό ο Αλέξανδρος ήθελε να επισκεφτεί το περίφημο ιερό της ερήμου της θεότητας. Η Αυτοκρατορία αυτή οδήγησε στη δημιουργία της Δυναστείας των Πτολεμαίων, που ιδρύθηκε το 305 π.Χ. από έναν από τους πρώην στρατηγούς του Αλέξανδρου, τον Πτολεμαίο Α' Σωτήρα. Οι Πτολεμαίοι έπρεπε να πολεμήσουν τις εγγενείς εξεγέρσεις και συμμετείχαν σε ξένους και εμφυλίους πολέμους που οδήγησαν στην παρακμή της δυναστείας και στην τελική προσάρτησή της από την Αρχαία Ρώμη. Το βασίλειο των Πτολεμαίων γνώρισε το 2ο και τον 1ο π.Χ. αιώνα μία προϊούσα παρακμή, συμπτώματα της οποίας ήταν οι συνεχείς δυναστικές έριδες, η συνεχής πτώση της οικονομίας και η ενδυνάμωση του εγχώριου πληθυσμού, λόγω της ελάττωσης της ισχύος του βασιλείου. Συχνά η Ρώμη επενέβαινε στα εσωτερικά του, διότι πρέσβεις από την Αλεξάνδρεια κατέφθαναν στη Ρώμη. Η ιστορία του βασιλείου χωρίζεται σε δύο ενότητες: την περίοδο διάσπασης του βασιλείου και την περίοδο της βασιλείας της Κλεοπάτρας Ζ’. Το 163 π.Χ. για πρώτη φορά το βασίλειο των Πτολεμαίων διανεμήθηκε. Ο Πτολεμαίος ο ΙΣΤ’ έλαβε το Αιγαίο και την Κύπρο και ο Πτολεμαίος Φίσκων την Κυρηναϊκή. Ένα άλλο σύμπτωμα της ασθενούς κατάστασης του βασιλείου ήταν η κληροδότησή του στους Ρωμαίους κατά τη διαθήκη του Πτολεμαίου Φίσκωνος το 155 π.Χ. Σε επιγραφή που έχει βρεθεί στο ναό του Απόλλωνα στην Κυρήνη αναφέρεται ότι σε περίπτωση θανάτου του η Κυρηναϊκή περιέρχεται στην ιδιοκτησία του ρωμαϊκού δήμου. Η σύγκλητος δεν εφάρμοσε τη διαθήκη. Το 96 π.Χ. ο Πτολεμαίος Απίων στην Κυρηναϊκή άφησε το βασίλειο στο ρωμαϊκό δήμο και η Σύγκλητος το 74 π.Χ. αποφάσισε να στείλει ένα Ρωμαίο διοικητή και να οργανώσει ως επαρχία την περιοχή. Ο Πτολεμαίος I' με διαθήκη του άφηνε την Αίγυπτο στο ρωμαϊκό δήμο. Αυτά είναι συμπτώματα και χαρακτηριστικά της κατάσταση που επικρατούσε. Κατά τη διάρκεια, όμως, της βασιλείας της Κλεοπάτρας Ζ’, σημειώνεται μία αναβίωση της ισχύος του βασιλείου. Η Κλεοπάτρα Ζ’ (51-30 π.Χ.) ανήλθε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα της Πτολεμαίου ΙB’, ο οποίος με διαθήκη άφηνε το βασίλειό του στην κόρη του και το γιο του, Πτολεμαίο ΙΓ’ με τον όρο ότι θα παντρευτούν. Αντίγραφο της διαθήκης στάλθηκε στη Ρώμη, με την παράκληση να επιβλεφθεί η χρονική εφαρμογή της διαθήκης. Η Κλεοπάτρα, που ανήλθε στο θρόνο σε ηλικία 17 ετών, (ο αδερφός της Πτολεμαίος ήταν τότε ένδεκα ετών) κυβέρνησε ουσιαστικά μόνη της, αφού οι σύζυγοί της άλλαζαν (Πτολεμαίος ΙΓ’ [51-47], Πτολεμαίος ΙΔ’ [47-44], γιος της Πτολεμαίος ΙΕ’ Καισαρίων [44-30]). Τυπικά είχε τον τίτλο της συμβασιλείας, ουσιαστικά, όμως, κυβερνούσε μόνη της. Το γεγονός ότι η εξουσία της είχε πραγματικό αντίκρισμα φαίνεται απ’ το ότι εικονίζεται μόνη της σε νομίσματα και καθιέρωσε τη λατρεία της ως ‘νέας Ίσιδος’, διαχωρίζοντάς την από τη λατρεία του βασιλιά. Ήταν ευφυής, μορφωμένη και ασκούσε υψηλή πολιτική μέσω των διαπροσωπικών της σχέσεων.
Πληροφορίες γι’ αυτήν έχουμε από πτολεμαϊκούς παπύρους και νομίσματα και από ρωμαϊκές πηγές. Από τις ελληνικές πηγές, τη συναντάμε στο βίο του Πλουτάρχου ‘Αντώνιος’. Η σύνδεση της Κλεοπάτρας με τα ρωμαϊκά πράγματα έγινε μέσω της σύνδεσής της με τον Ιούλιο Καίσαρα. Οι ρωμαϊκοί εμφύλιο πόλεμοι διεξήχθησαν κατά κύριο λόγο στην Ελλάδα. Μετά τη μάχη στα Φάρσαλα, ο ηττηθείς Πομπήιος κατέφυγε στην Αίγυπτο όπου δολοφονήθηκε.
Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας κατέφθασε στην Αλεξάνδρεια, ούτε ο Πτολεμαίος ΙΓ’ ούτε η Κλεοπάτρα Ζ’ βρισκόταν εκεί και τους κάλεσε εκεί ώστε να τους συμφιλιώσει. Το 48 π.Χ. ανακοίνωσε ότι θα συμβάλλει όπως όριζε η διαθήκη. Όταν το 47 π.Χ. υποκινήθηκε μία εξέγερση του πτολεμαϊκού στρατού για τον Πτολεμαίο ΙΓ’ και έγινε μάχη στην Αλεξάνδρεια, τότε, επειδή στο λιμάνι υπήρχαν πενήντα ρωμαϊκά πλοία, ο Ιούλιος Καίσαρας διέταξε να πυρποληθούν για να μη χρησιμοποιηθούν από τους εξεγερμένους, η φωτιά μεταδόθηκε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η οποία και καταστράφηκε. Όταν καταπνίγηκε η εξέγερση και ο Πτολεμαίος ΙΓ’, βασίλισσα ήταν η Κλεοπάτρα με τον αδερφό της, Πτολεμαίο ΙΔ’. Ο Καίσαρας άφησε εκεί τέσσερις λεγεώνες φεύγοντας. Η Κλεοπάτρα βρισκόταν στη Ρώμη στις Ειδούς του Μαρτίου 44 π.Χ. μαζί με τον τρίτο γιο της Καισαρίωνα. Η γνωριμία της με τον Μάρκο Αντώνιο αργότερα σε σχέση με τα γεγονότα μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Μετά τη μάχη στους Φιλίππους, το 42 π.Χ., ο Μάρκος Αντώνιος έδειξε ενδιαφέρον για τη διοίκηση της ανατολής & Αιγύπτου και έμεινε εκεί. Όπως ο Πλούταρχος περιγράφει, αποδέχτηκε τον ελληνικό τρόπο ζωής στην Ταρσό της Κιλικίας … και το χειμώνα του 41-40 βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια.
Αν εξαιρέσουμε τα έτη 40-38, ο Αντώνιος πέρασε όλη την υπόλοιπη περίοδο από το 42 ως το 31 π.Χ. στην ελληνική ανατολή μαζί με την Κλεοπάτρα. Οι πολιτικές βλέψεις του Αντωνίου ήταν άλλες από την επίσημη πολιτική της Ρώμης. Το 34 π.Χ. σε μία εκδήλωση στο κατάμεστο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα παρουσιάστηκαν καθισμένοι σε χρυσούς θρόνους με τα παιδιά τους στα πόδια τους. Τότε ο Μάρκος Αντώνιος διένειμε τα εδάφη της Ανατολής στην Κλεοπάτρα, που ονομάστηκε ‘βασίλισσα των βασιλέων’, και στα παιδιά της. Ειδικότερα, ο Καισαρίων, γιος του Καίσαρα και της Κλεοπάτρας, ονομάστηκε βασιλέας των βασιλέων, στον Αλέξανδρο Ήλιο αποδόθηκε η Αρμενία και τα εδάφη ανατολικά του Ευφράτη, στην Κλεοπάτρα Σελήνη η Λιβύη και η κυρηναϊκή και στον Πτολεμαίο Φιλάδελφο τα εδάφη δυτικά του Ευφράτη. Η πράξη αυτή με έντονο πολιτικό συμβολισμό, επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να ιδρύσει μία αυτοκρατορία με κέντρο την Αλεξάνδρεια, κάτι που τον έφερνε αυτομάτως σε ρήξη με τη Ρώμη και τον Οκταβιανό.
Η Σύγκλητος αφαίρεσε όλους του δημόσιους τίτλους από τον Αντώνιο, ώστε ο Οκταβιανός να έχει αντιμέτωπο ένα απλό ιδιώτη, και ο πόλεμος επίσημα διεξαγόταν εναντίον της Κλεοπάτρας. Η τελική μάχη δόθηκε στο Άκτιο, στη νότια είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Στη βόρεια πλευρά βρισκόταν ο Οκταβιανός με ένα στόλο ελαφρών και γρήγορων πλοίων και στη νότια ο στόλος της Κλεοπάτρας εντός του Αμβρακικού και ο στρατός του Αντωνίου. Τα πλοία του Οκταβιανού επιτηρούσαν τη θαλάσσια είσοδο του κόλπου, με αποτέλεσμα ελλείψεις σε τρόφιμα και αυτομολήσεις. Τότε αποφασίστηκε η έξοδος από τον κόλπο στις 2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ. Η Κλεοπάτρα με 60 πλοία που διασώθηκαν κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια και με ένα πλοίο την ακολούθησε ο Μάρκος Αντώνιος.
Ο Οκταβιανός πέρασε το χειμώνα του 31/30 π.Χ. στην Αθήνα και επέστρεψε στην Ιταλία. Την άνοιξη του 30 π.Χ. πραγματοποίησε ένα ταξείδι στη Μικρά Ασία, τη Συρία και την Αίγυπτο. Η Κλεοπάτρα ζήτησε να διαπραγματευτεί μαζί του. Ο Οκταβιανός αρνήθηκε, διότι ήθελε και θησαυρό και Αίγυπτο. Την 1 Αυγούστου 30 π.Χ. ο Αντώνιος αυτοκτόνησε. Η Κλεοπάτρα βρέθηκε νεκρή στον τάφο της, αν και υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το θάνατό της, από τις οποίες μία κάνει λόγο για θάνατο από δηλητήριο φιδιού. Το 30 π.Χ. σημειώθηκε το τέλος του πτολεμαϊκού βασιλείου. Το 29 π.Χ. ο Οκταβιανός πραγματοποίησε θρίαμβο, ο Πτολεμαίος Καισαρίων εκτελέστηκε, τα υπόλοιπα παιδιά συνόδευσαν το θρίαμβο του Οκταβιανού και, πέρα από την Κλεοπάτρα Σελήνη Β’, που δόθηκε ως σύζυγος στο βασιλιά της Μαυριτανίας Ιούδα, δε γνωρίζουμε τι απέγινε Ο Αλέξανδρος Ήλιος και ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος. Τα Φαγιούμ αποτελούν το σώμα των προσωπογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν από τον 1ο έως τον 3ο αιώνα από συνεχιστές της ύστερης ελληνιστικής παράδοσης της Αλεξανδρινής Σχολής και διασώθηκαν ως την εποχή μας. Για πρώτη φορά αναφέρονται από τον ιταλό περιηγητή Πιέτρο ντελα Βάλλε το 1615. Ήταν προορισμένα για ταφική χρήση και πήραν το όνομά τους από την όαση Φαγιούμ, στην οποία ανακαλύφθηκαν αρχικά, 85 χλμ νότια του Καΐρου.Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που διεξήχθησαν από αγγλικές και γαλλικές αποστολές στις αρχές του 19ου αιώνα έφεραν στην επιφάνεια πολλά φαγιούμ, χωρίς ωστόσο να κεντριστεί το ενδιαφέρον των ειδημόνων της τέχνης. Το 1887, κάτοικοι της περιοχής κοντά στο Ελ-Ρουμπαγιάτ ανακάλυψαν και ανέσκαψαν μομμιοποιημένα σώματα με φαγιούμ στη θέση της κεφαλής. Τα συγκεκριμένα έργα αγόρασε ο Θίοντορ Γκραφ (1840–1903), αυστριακός επιχειρηματίας και τα παρουσίασε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και τη Νέα Υόρκη.Ένα μεγάλο μέρος του συνολικού corpus τους, ωστόσο, ήλθε στην επιφάνεια χάρις στον άγγλο αρχαιολόγο Sir William Flinders Petrie, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1900 αναζητώντας την είσοδο της πυραμίδας Χαουάρα στην όαση Φαγιούμ όπου ήταν κρυμμένα, εντόπισε την ελληνορωμαϊκή νεκρόπολη της Αρσινόης, γνωστή από τον Ηρόδοτο ως Κροκοδείλων πόλις, κέντρο λατρείας του θεού Σομπέκ.Άριστα διατηρημένα εξαιτίας του ξηρού κλίματος της αιγυπτιακής ερήμου, είχαν ζωγραφισθεί είτε με την εγκαυστική τεχνική ή με την τεχνική της τέμπερας. Οι τεχνικές αυτές προέρχονται από την αρχαιοελληνική ζωγραφική παράδοση, που συνεχίστηκε στις πρωτοχριστιανικές εγκαυστικές εικόνες της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.Η εγκαυστική τεχνική χαρακτηρίζεται από το λιωμένο κερί που με τη βοήθεια του «καυτηρίου», του πινέλου ή του «κέστρου» απλωνόταν πάνω στο ξύλο ή το πανί που έπρεπε να ζωγραφιστεί για να προκύψει ένα πορτραίτο σαν κι εμάς. Το κερί απλωνόταν ομοιόμορφα στη ζωγραφική επιφάνεια και πάνω του ο καλλιτέχνης εκτελούσε την παράσταση που επιθυμούσε. Σε αρκετές περιπτώσεις και ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του νεκρού χρησιμοποιούνταν φύλλα χρυσού, με τα οποία αποδίδονταν διακοσμητικοί στέφανοι και κοσμήματα. Ο θάνατος της Κλεοπάτρας το 30 π.Χ. τερμάτισε την ονομαστική ανεξαρτησία της Αιγύπτου, με αποτέλεσμα η Αίγυπτος να γίνει μια από τις επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Οι Πτολεμαίοι με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια, αναζωογονούν τέχνες, πολιτισμό και επιστήμες (Ευκλείδης, Ερατοσθένης, Αρχιμήδης). Στην αυτοκρατορία θα υπάρξουν 2 κυρίως τάξεις, η αριστοκρατία και οι αγρότες
Περίπου 31 π.Χ ο Οκταβιανός στο εξωτερικό: προσαρτά την Αίγυπτο (πολύτιμη για το σιτάρι της),
Το 642 μ.Χ Όλη η Αίγυπτος – που αποτελούσε Βυζαντινή επαρχία – περνά στα χέρια των Αράβων και πλήθος κόσμου τους υποδέχεται σαν ελευθερωτές. Σημαντική υπήρξε η διαμάχη που είχε ξεσπάσει μεταξύ του Βυζαντίου και του τοπικού Κόπτη Πατριάρχη. Το πέρασμα στη μουσουλμανική κυριαρχία έγινε στις περισσότερες περιπτώσεις ομαλά. Ο κόσμος δεν υποχρεώνονταν να ενταχθεί στο Ισλάμ και μπορούσε να διατηρεί τους δικούς του νόμους. Επίσης η φορολογία ήταν σε γενικές γραμμές μικρότερη, ενώ οι τοπικοί διοικητές παρέμειναν στις θέσεις τους υπό επιτήρηση. Επίσης οι νόμοι εφαρμόζονταν με αυστηρότητα.
1.000-1.100 μ.Χ: Στην Αίγυπτο κυβερνά η σιίτικη δυναστεία των Φατιμιδών οι Φατιμίδες του Καΐρου, που ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από την κόρη του προφήτη Φατιμά. Ήταν ηγέτες της Σια, δηλαδή μερίδας που επί αιώνες είχαν αφομοιώσει στοιχεία κι από άλλες εκτός Ισλάμ λατρείες, κυρίως από το χριστιανισμό και από το ζωροαστρισμό. Για τους σιίτες, η γραμμή της διαδοχής περνούσε από το σύζυγο της Φατιμά Αλή και μερικοί πρέσβευαν ότι ο φόνος των απίστων αποτελούσε θρησκευτικό καθήκον. Οι Φατιμίδες τον 10ο μ.Χ αιώνα φτάνουν στο απόγειό τους. Μετά τον εμφύλιο που άρχισε το 1060 μ.Χ απ’ τους κύκλους του στρατού, κυβερνιόνταν από δυναστεία Αρμενίων μουσουλμάνων που κατάγονταν από δούλους.
1.100-1.200 μ.Χ Το 1.168 μ.Χ, ο Σαλαντίν γίνεται αντιβασιλιάς της Αιγύπτου των Φατιμιδών και κυβερνά ως αντιπρόσωπος του Νουρεντίν, έτσι οι Φατιμίδες της Αιγύπτου πέφτουν και η Αίγυπτος έχει σουνίτικη διοίκηση. H περιοχή της Αιγύπτου το 1317 είχε μετονομαστεί σε Σουλτανάτο των Μαμελούκων του Καίρου. Η Αίγυπτος παρέμεινε εξ ολοκλήρου οθωμανική (οθωμανικό εγιαλέτι) μέχρι το 1867, εκτός από την περίοδο της γαλλικής κατοχής από το 1798 έως το 1801. Οι γαλλικές δυνάμεις του Ναπολέοντα εισέβαλαν (με το πρόσχημα της απελευθέρωσης, όπως κάνουν όλοι οι αυταρχικοί κατακτητές) το 1798. Από το 1867, η Αίγυπτος έγινε ένα τυπικά αυτόνομο υποτελές κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ονομαζόταν Χεδιβάτο της Αιγύπτου. Το Χεδιβάτο πέρασε στον βρετανικό έλεγχο το 1882 μετά τον Αγγλοαιγυπτιακό πόλεμο. Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά την Αιγυπτιακή Επανάσταση του 1919, ιδρύθηκε το Βασίλειο της Αιγύπτου. Κι ενώ ήταν de jure ανεξάρτητο κράτος, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε τον έλεγχο των εξωτερικών υποθέσεων, της άμυνας και άλλων θεμάτων. Η βρετανική κατοχή κράτησε μέχρι το 1954, οπότε και συνάφθηκε η Αγγλοαιγυπτιακή Συμφωνία του 1954. Η σύγχρονη Δημοκρατία της Αιγύπτου ιδρύθηκε το 1953, και με την πλήρη απόσυρση των βρετανικών δυνάμεων από τη Διώρυγα του Σουέζ το 1956 σηματοδοτήθηκε για πρώτη φορά μετά από 2500 χρόνια η πλήρης ανεξαρτησίας της Αιγύπτου. Ο Πρόεδρος Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ (πρόεδρος από το 1956 έως το 1970) εισήγαγε πολλές μεταρρυθμίσεις και δημιούργησε τη βραχύβια Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (με τη Συρία). Ο Νάσερ, μεταξύ άλλων σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων, κρατικοποίησε και τη Διώρυγα του Σουέζ. Κατά τη διάρκεια της θητείας του διεξήχθη ο Πόλεμος των Έξι Ημερών και δημιουργήθηκε το διεθνές Κίνημα των Αδεσμεύτων. Ο διάδοχός του, ο Ανουάρ Σαντάτ (πρόεδρος από το 1970 έως το 1981) άλλαξε την τροχιά της Αιγύπτου, ενώ απομακρύνθηκε από πολλές από τις πολιτικές και τις οικονομικές αρχές του νασερισμού, εγκαθιδρύοντας εκ νέου ένα πολυκομματικό σύστημα και εγκαινιάζοντας την οικονομική πολιτική του λεγόμενου ανοίγματος ή «ινφιτάχ». Ο Σαντάτ οδήγησε την Αίγυπτο στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973 για να ανακτήσει τη Χερσόνησο του Σινά, η οποία προσαρτήθηκε στο Ισραήλ μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Αυτό οδήγησε αργότερα στη Συνθήκη Ειρήνης Αιγύπτου-Ισραήλ. Η πρόσφατη αιγυπτιακή ιστορία κυριαρχείται από γεγονότα μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια διακυβέρνησης του πρώην προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ. Η Αιγυπτιακή Επανάσταση του 2011 εξώθησε τον Μουμπάρακ σε παραίτηση και είχε ως αποτέλεσμα τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο στην αιγυπτιακή ιστορία, τον Μοχάμεντ Μόρσι. Οι αναταραχές μετά την επανάσταση του 2011 και οι σχετικές διαμάχες οδήγησαν στο Αιγυπτιακό Πραξικόπημα το 2013, στη φυλάκιση του Μόρσι και στην εκλογή του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στη θέση του προέδρου το 2014. Οι Έλληνες της Αιγύπτου ή Αιγυπτιώτες, ήταν οι ελληνικοί πληθυσμοί που διαχρονικά είχαν μεταναστεύσει και ζούσαν στην Αίγυπτο. Είχαν μια ιδιαίτερα ακμάζουσα παρουσία στη χώρα κατά την κλασική αρχαιότητα, ρωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή περίοδο, και κατόπιν από τον 19ο αιώνα έως τη δεκαετία του 1960. Οι σύγχρονοι Αιγυπτιώτες για εκατό και πλέον χρόνια απολάμβαναν μεγάλη οικονομική και πολιτική ισχύ ενώ έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό και την εκκοσμίκευση της χώρας. Ο πληθυσμός και η αίγλη της κοινότητας αποκορυφώθηκε περίπου το 1940, όποτε και αριθμούσε γύρω στα 250.000 άτομα. Η έλευση του καθεστώτος Νάσερ το 1953 και οι αντιδυτικές μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε ήταν καταστροφικές για τους Αιγυπτιώτες και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τη χώρα. Σήμερα η κοινότητα αριθμεί γύρω στα 9.000 μέλη, συγκεντρωμένα κυρίως στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο (στη φωτογραφία, από κάτω, η Αμπέτειος Σχολή στο Κάιρο). Το 1907 η επίσημη απογραφή κατέγραψε 62.973 Έλληνες στην Αίγυπτο. Έως το 1940 οι Έλληνες ανήλθαν στις 250.000. Η Ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας βρισκόταν γύρω από την εκκλησία και το μοναστήρι του Αγίου Σάββα. Στην ίδια περιοχή βρίσκονταν ένας ξενώνας για Έλληνες ταξιδιώτες, ένα ελληνικό νοσοκομείο και αργότερα ένα ελληνικό σχολείο. Στη φωτογραφία παρακάτω η ελληνορθόδοξη εκκλησία του Πορτ Σάιντ. Η ελληνική κοινότητα του Καΐρου ιδρύθηκε το 1856 -ως ίδρυση αναφέρεται η τοπική επίσημη οργάνωση της κοινότητας-, με την κοινότητα να είναι εδραιωμένη στις περιοχές Τζουόνια, Χαρέτ ελ Ρουμ (Δρόμος των Ελλήνων) και στη Χαμζάουι. Το πατριαρχείο βρισκόταν στη Χαρέτ ελ Ρουμ, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο παλαιό Κάιρο υπάρχει ακόμη και περιβάλλεται από έναν ψηλό τοίχο, ενώ στην κορυφή του έχει ένα πέτρινο πύργο. Μέσα του υπάρχει ακόμα το ελληνικό νοσοκομείο, ένα σχολείο και ένας οίκος ευγηρίας. Φωτογραφία της Αιγύπτου από τους αδελφούς Ζαγκάκη. Πέρα από τις Ελληνικές κοινότητες της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου υπήρχαν και σημαντικές αριθμητικά Ελληνικές κοινότητες: Πρώτη η Μανσούρα, ιδρύθηκε το 1860. Μανσούρα Πορτ Σάιντ, ιδρύθηκε το 1870. Υπήρξαν τόσοι Δωδεκανήσιοι Έλληνες εκεί, που παρ'ολίγον να ονομαστεί "Νέα Κάσος". Ζαγκαζίγκ, ιδρύθηκε το 1870. Τάντα, ιδρύθηκε το 1880. Έλληνες εργάτες στη Διώρυγα του Σουέζ Ακόμη μια φωτογραφία εποχής με έλληνες σκαπανείς στην κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ. Ελληνική κοινότητα του Σουέζ, ιδρύθηκε το 1888. Υπήρχαν επίσης 15 άλλες, μικρότερες κοινότητες, κυρίως γύρω από το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Στην Άνω Αίγυπτο η αρχαιότερη Ελληνική κοινότητα είναι αυτή της Μίνιας, που ιδρύθηκε το 1862. Η συνεισφορά του ελληνικού πληθυσμού στην οικονομική ζωή της Αιγύπτου ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Οι πρώτες τράπεζες της Αιγύπτου δημιουργήθηκαν από Έλληνες, όπως η Τράπεζα της Αλεξανδρείας, ή η Αγγλοαιγυπτιακή τράπεζα (ιδιοκτησίας της οικογένειας Συναδινού) και η Γενική Τράπεζα της Αλεξανδρείας. Υπήρχαν επίσης πολλά Ελληνικά θέατρα και κινηματογράφοι. Οι κύριες ελληνικές εφημερίδες ήταν Τα Γράμματα, Ταχυδρόμος και Νέα Ζωή. Ήταν οι Έλληνες αγρότες αυτοί που πρώτοι με συστηματικό τρόπο και επιστημονικό σχεδιασμό οργάνωσαν την καλλιέργεια του βαμβακιού και του καπνού. Βελτίωσαν την ποσότητα και ποιότητα της παραγωγής και ήταν κυρίαρχοι στις μεγάλες εξαγωγές των προϊόντων αυτών. Διάσημες οικογένειες ήταν αυτές του Σαλβάγου, Μπενάκη, Ροδοκανάκη, Ζερβουδάκη, Τσανακλή και Καραβόπουλου. Οι ποικιλίες καπνού για την παραγωγή τσιγάρων ήταν ελληνικής παραγωγής, όπως στα τσιγάρα των αδερφών Κυριαζή (μάρκα Kyriazi frères), κάποτε πρώτα σε εξαγωγές. Άλλοι τομείς της έντονης Ελληνοαιγυπτιακής εμπορικής δραστηριότητας ήταν η εστίαση, οινοπαραγωγή, αρωματικά σαπούνια, ξυλοτεχνία και η βιομηχανία της εκτύπωσης. Στην παραγωγή τροφίμων οι βιομηχανίες μακαρονιού του Μελαχροινού του Αντωνίου, τα Italia των αδελφών Οικονόμου, η μακαρονοποιία Ibis των Στ.Ζενιώδη - Χ.Αναστασιάδη και Π. Πουλίδη η οποία ήταν η πρώτη και η μοναδική η οποία παρήγαγε μακαρόνια για διαβητικούς -πατέντα η οποία δεν καταχωρήθηκε - από σιμιγδάλι καθώς και ήταν η πρώτη η οποία συσκεύασε τα προιόντας της σε κλειστά πακέτα και σακούλες του μισού κιλού σύμφωνα με τα ευρωπαικά πρότυπα, ήταν οι πλέον ευρέως γνωστές μακαρονοποιίες. Στην παραγωγή τυριού και βουτύρου οι Αργυρίου, Ρουσσόγλου και Παλαιορούτας. Σε σοκολάτες, μπισκότα και καραμέλες τα γνωστότερα ονόματα ήταν οι Δαλόγλου, Ρούσσος και Ρεπαπής. Ελαιόλαδο και παράγωγα ελαίου ο Ζερμπίνης που βρίσκονταν στο Καφρ ελ Ζαγιάτ. Από την ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου προήλθαν επίσης πολλοί συγγραφείς, καλλιτέχνες, διπλωμάτες και πολιτικοί διεθνούς φήμης: ο Κωνσταντίνος Καβάφης, οι πεζογράφοι Νίκος Νικολαΐδης, Στρατής Τσίρκας, Τίμος Μαλάνος, Πέτρος Μάγνης, Μαρία Ιορδανίδου, οι ζωγράφοι Κ. Παρθένης, Δ. Λίτσας, οι γλύπτες Α. Λαζαρίδης και Θ. Θωμόπουλος, και μεταγενέστερα από τον χώρο της μουσικής η Τζίνα Μπαχάουερ, ο Μάνος Λοΐζος και ο Γιάννης Χρήστου. Κ.Π. Καβάφης Στρατής Τσίρκας Ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων στην Ελλάδα, οι ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου έστειλαν πολλούς εθελοντές, ίδρυσαν νοσοκομεία και φιλοξένησαν οικογένειες από την Ελλάδα. Κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πάνω από 7.000 Έλληνες της μειονότητας πολέμησαν με τους συμμάχους στη Μέση Ανατολή εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, με τους νεκρούς στις τάξεις τους να ανέρχονται στους 142. Η οικονομική τους συνεισφορά έφτασε τα 2,5 δισεκατομμύρια Αιγυπτιακές λίρες. Μετά την Κρίση του Σουέζ οι Βρετανοί και Γάλλοι εργάτες αποχώρησαν, ενώ οι Έλληνες έμειναν. Η άνοδος της ελληνικής αριστοκρατίας η οποία αποτελούνταν από πλούσιους βιομηχάνους, εμπόρους και τραπεζίτες οδήγησε στο μεγάλο κύμα του Ελληνοαιγυπτιακού φιλανθρωπισμού. Οι ευεργέτες αυτοί συνεισέφεραν σημαντικά ποσά για το κτίσιμο σχολείων, ακαδημιών, νοσοκομείων και ιδρυμάτων σε Αίγυπτο και Ελλάδα. Ο Μιχαήλ Τοσίτσας (γεννημένος στο Μέτσοβο αλλά κατόπιν κάτοικος Αλεξανδρείας, όπου και είχε τις επιχειρήσεις του), δώρησε μεγάλα ποσά για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Αμαλιείο ορφανοτροφείο και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Η σύζυγος του, Ελένη Τοσίτσα, δώρησε το οικόπεδο για τη δημιουργία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Ελλάδος. Ο Γεώργιος Αβέρωφ (επίσης από το Μέτσοβο) βοήθησε οικονομικά στην κατασκευή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, και επίσης με την ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, τις Φυλακές Εφήβων και τη δωρεά του θωρηκτού Αβέρωφ στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Ο Εμμανουήλ Μπενάκης βοήθησε οικονομικά στην κατασκευή της Εθνικής Πινακοθήκης. Ο γιος του, Αντώνης Μπενάκης, ήταν ο ιδρυτής του μουσείου Μπενάκη. Η αναχώρηση των Ελλήνων από την Αίγυπτο ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930-40 με τους εφαρμοστικούς νόμους που ψηφίστηκαν στην οικονομία της χώρας. Η δυνατότητα προσαρμογής των Ελλήνων στις νέες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που ξεκινούν αυτή την περίοδο και συνεχίζονται και καθ' όλη τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας 1940-50 θα αποτελέσουν τη βασικότερη αιτία αναχώρησης και αναζήτησης νέας πατρίδας. Στατιστικές απογραφές των Κοινοτικών σχολείων της αντίστοιχης περιόδου επιβεβαιώνουν πώς το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ξεκινά η εθελούσια αναχώρηση και μετανάστευση των Ελλήνων της Αιγύπτου. Ο εκτοπισμός των Ελλήνων από την Αίγυπτο ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της Αιγυπτιακής επανάστασης του 1952 και συνεχίστηκε και μετά από αυτή. Με την ανάδειξη του νέου κυρίαρχου καθεστώτος του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, η άνοδος του Παναραβισμού και εθνικισμού, και η εθνικοποίηση των πολλών βιομηχανιών που ακολούθησε από το 1957 και αργότερα, έκανε πολλούς χιλιάδες Έλληνες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Πολλοί από αυτούς μετανάστευσαν στην Αυστραλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά, Βραζιλία,Νότιο Αφρική, Δυτική Ευρώπη, και Ελλάδα. Ως συνέπεια, πολλά Ελληνικά σχολεία, εκκλησίες, μικρές κοινότητες και ιδρύματα τερμάτισαν τη λειτουργία τους. Η διακυβέρνηση του Νάσερ ήταν μια μεγάλη καταστροφή για την Ελληνική διασπορά, η οποία από εκατοντάδες χιλιάδες στην Αίγυπτο έφτασε να αριθμεί λιγότερες από 5.000. Η επικίνδυνη κατάσταση στη Μέση Ανατολή δυσχέρανε τις συνθήκες για τους Έλληνες που επέλεξαν να παραμείνουν στην Αίγυπτο. Εκτιμάται πως την περίοδο 1957 - 1967 οι περισσότεροι Έλληνες έφυγαν από τη χώρα. Σήμερα, η Ελληνική κοινότητα επίσημα αριθμεί περίπου στους 2.000 κατοίκους. Θεωρείται πως ο πραγματικός αριθμός είναι υψηλότερος μια και πολλοί Έλληνες άλλαξαν την επίσημη εθνικότητα τους σε Αιγυπτιακή, για να μπορούν να συνεχίσουν τις οικονομικές τους δραστηριότητες. Στην Αλεξάνδρεια, πέρα από το Πατριαρχείο, υπάρχει και μια Πατριαρχική θεολογική σχολή η οποία επαναλειτουργεί μετά από 480 έτη αφότου είχε κλείσει. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Κάιρο και αρκετά άλλα κτίρια, έχουν ανακαινιστεί πρόσφατα με έξοδα του Ελληνικού κράτους και ο Καθεδρικός Ναός του Ευαγγελισμού στην Αλεξάνδρεια με χορηγία του ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης. Η Μονή του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Κάιρο ανακαινίστηκε λαμπρά με χορηγία του ζεύγους Θ. Μαρτίνου. Από τη δεκαετία του 2000 υπήρξε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον από την Αιγυπτιακή κυβέρνηση για τη σύσφιξη των διπλωματικών και στρατιωτικών σχέσεων με την Ελλάδα, κάτι που βελτίωσε τις συνθήκες της εκεί Ελληνικής διασποράς, η οποία και δέχεται συχνές επισκέψεις από πολλούς Έλληνες πολιτικούς. Οι οικονομικές σχέσεις είναι ανεπτυγμένες ανάμεσα στην Αίγυπτο και την Ελλάδα, και υπάρχει σημαντικός αριθμός ελληνικών επενδύσεων στη χώρα. Το 2009, υπογράφηκε ένα πενταετές μνημόνιο συνεργασίας ανάμεσα στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» της Αθήνας και το Πανεπιστήμιο Αλεξανδρείας, σχετικά με την έρευνα στον χώρο της Αρχαιομετρίας και τους παράπλευρους τομείς. Η Αιγυπτιακή κυβέρνηση έχει δηλώσει πως επιθυμεί να δώσει κίνητρα στους επαναπατρισμένους Έλληνες να επιστρέψουν στην Αίγυπτο, αλλά μέχρι στιγμής λίγοι σκέφτονται σοβαρά μια τέτοια απόφαση. Όσον αφορά στη σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων στη χώρα του Νείλου γράφονται προφανώς οι τελευταίες σελίδες. Παλιοί εξάλλου Αιγυπτιώτες Έλληνες ζουν στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Αμερική, την Αυστραλία, οργανώθηκαν κι’ εκεί σε συλλόγους, συγχρωτίστηκαν με τον υπόλοιπο Ελληνισμό στις χώρες αυτές και φυσικά ζουν τη σύγχρονη πραγματικότητα στις χώρες της σημερινής διαμονής τους. Ακριβώς σε ανάλογη προσαρμογή με την αιγυπτιακή πραγματικότητα, είναι αναγκασμένοι να προχωρήσουν σήμερα οι Έλληνες της Αιγύπτου, αν θέλουν να διατηρηθεί έστω και κατ’ ελάχιστον ή και κατ’ όνομα η ελληνική παροικία με τη νέα μορφή της. Τον Δεκέμβριο του 2015, ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξάνδρειας, Γιάννης Παπαδόπουλος, μαζί με τα στελέχη της Ομογένειας, Ε.Κασιμάτη και Ε. Καλορίζο, αναφέρθηκαν στο επείγον ζήτημα της φθίνουσας λειτουργίας του ελληνόφωνου σχολείου της παροικίας, λόγω της μειούμενης ανά σχολικό έτος παρουσίας μαθητών, καθώς φέτος φοιτούν μόλις 70 μαθητές. Και όπως τόνισε, η εξέλιξη αυτή δικαιολογείται από τον φθίνοντα αριθμό των μελών της Ελληνικής Κοινότητας, καθώς έχουν απομείνει στην Αίγυπτο συνολικά περί τους 2000 Έλληνες.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΝΤΕ ΛΑΣ ΚΑΣΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΙΣΠΑΝΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ ΣΤΙΣ ΔΥΤΙΚΕΣ ΙΝΔΙΕΣ
Πρόλογος του Επισκόπου Fray Bartolomé de las Casas, ή Casaus, προς τον Ύψιστο και Παντοδύναμο Άρχοντα, τον Πρίγκιπα της Ισπανίας, Don Fe...
-
Αντισταθείτε σ'αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει "Καλά είμαι εδώ". Αντισταθείτε σ'αυτόν που γύρισε πάλι στο σ...
-
1. Ορθολογισμός (ρασιοναλισμός): Σύμφωνα με τους ορθολογιστές φιλοσόφους, η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως από τον ίδιο τον ορθό ...
-
Τρεις είναι οι κορυφαίοι αναγεννησιακοί επιστήμονες που άνοιξαν το δρόμο της νεότερης επιστήμης: Ο Κοπέρνικος, ο Παράκελσος και Ο Βεζά...



















































































































































































