Ετικέτες
- Α΄ Λυκείου (132)
- Αρχαία (47)
- Β΄ Λυκείου (181)
- Γ΄ Λυκείου (134)
- Γλώσσα (50)
- Ιστορία (285)
- Λογοτεχνία (67)
- Φιλοσοφία (31)
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025
WILLIAM SHAKESPEARE "ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡ"
O "Ιούλιος Καίσαρ"(αγγλικός τίτλος: The Tragedy of Iulius Cæsar) είναι θεατρικό έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Το έργο αναφέρεται στις συνθήκες της συνωμοσίας κατά του Ιουλίου Καίσαρα και στις συνέπειες της δολοφονίας του. Διαδραματίζεται στη Ρώμη και τους Φιλίππους και ο αφηγηματικός χρόνος δράσης, που είναι στην πραγματικότητα μεταξύ 44 και 42 π.Χ., συμπυκνώνεται σε λίγες μέρες.
Η κύρια πηγή του Σαίξπηρ ήταν οι βιογραφίες του Ιουλίου Καίσαρα και του Βρούτου από το έργο Βίοι Παράλληλοι του Πλούταρχου στην αγγλική μετάφραση του 1579 από τον σερ Τόμας Νορθ. Ο Σαίξπηρ πιθανότατα ολοκλήρωσε το έργο το 1599, παίχτηκε για πρώτη φορά στις 21 Σεπτεμβρίου 1599 και εκδόθηκε το 1623.
Σε αντίθεση με πολλούς ήρωες σε άλλα έργα του Σαίξπηρ, ο Καίσαρας δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο, εμφανίζεται μόνο σε τρεις σκηνές και δολοφονείται στην αρχή της τρίτης πράξης. Περισσότερο προβάλλεται ο Βρούτος και τα αντικρουόμενα συναισθήματά του ανάμεσα στο καθήκον του πατριωτισμού και τη στοργή προς τον Καίσαρα.
Υπήρχαν πολλά «Δράματα του Καίσαρα» στην ελισαβετιανή περίοδο, αλλά η εκδοχή του Σαίξπηρ ήταν από τις πιο δημοφιλείς.
Οι περισσότεροι μελετητές του Σαίξπηρ συμφωνούν ότι το έργο αντανακλά τη γενική ανησυχία της Ελισαβετιανής Αγγλίας και τους φόβους για τη διαδοχή της ηγεσίας. Την εποχή της συγγραφής και της πρώτης παράστασης, η ισχυρή βασίλισσα Ελισάβετ Α' ήταν ηλικιωμένη και είχε αρνηθεί να ορίσει διάδοχο, με αποτέλεσμα να ανησυχούν ότι ένας εμφύλιος πόλεμος παρόμοιος με αυτόν της Ρώμης μπορεί να ξεσπάσει μετά τον θάνατό της.
Το έργο διαδραματίζεται στη Ρώμη και προς το τέλος στην Ελλάδα (Σάρδεις και Φιλίππους).
Δύο Ρωμαίοι αξιωματούχοι παρακολουθούν τον λαό της Ρώμης να πανηγυρίζει για τη θριαμβευτική επιστροφή του Ιουλίου Καίσαρα μετά τη νίκη του κατά του αντιπάλου του Πομπήιου. Επιχειρούν να σταματήσουν τις γιορτές και να διαλύσουν τον κόσμο, αλλά αντιμετωπίζονται με προσβολές. Κατά τη διάρκεια της γιορτής των Λουπερκάλιων, ένας οιωνοσκόπος προειδοποιεί τον Καίσαρα να φυλάγεται γιατί θανάσιμος κίνδυνος τον περιμένει στις Ειδούς του Μαρτίου, αυτός όμως αγνοεί την προειδοποίηση. Εν τω μεταξύ, ο Κάσσιος προσπαθεί να πείσει τον Βρούτο να συμμετάσχει στη συνωμοσία για τη δολοφονία του Καίσαρα. Ο Βρούτος, φίλος του Καίσαρα και που πολλοί τον θεωρούσαν γιο του, διστάζει για τη δολοφονία, συμφωνεί ωστόσο ότι ο Καίσαρας κάνει κατάχρηση της εξουσίας του.
Στη συνέχεια, μαθαίνουν από τον Κάσκα ότι ο Μάρκος Αντώνιος στη γιορτή των Λουπερκάλιων πρόσφερε στον Καίσαρα το στέμμα της Ρώμης τρεις φορές και ότι κάθε φορά ο Καίσαρας το αρνήθηκε με αυξανόμενη απροθυμία, ελπίζοντας ότι το πλήθος που παρακολουθούσε θα επέμενε να το δεχτεί. Λέει επίσης ότι το πλήθος επευφήμησε τον Καίσαρα που αρνήθηκε το στέμμα και αυτό αναστάτωσε τον Καίσαρα. Την παραμονή των Ειδών του Μαρτίου, οι συνωμότες συναντιούνται και αποκαλύπτουν ότι έχουν πλαστογραφήσει επιστολές υποστήριξης από τον ρωμαϊκό λαό για να δελεάσουν τον Βρούτο να συμμετάσχει. Ο Βρούτος διαβάζει τα γράμματα και, μετά από πολλή συζήτηση και ταραχή, αποφασίζει να συμμετάσχει στη συνωμοσία, πιστεύοντας ότι ο Καίσαρας πρέπει να σκοτωθεί για να αποτραπεί η δράση του εναντίον της Ρωμαϊκής δημοκρατίας.
Αφού αγνόησε τους οιωνούς καθώς και τα προαισθήματα της γυναίκας του Καλπουρνίας, ο Καίσαρας πηγαίνει στη Σύγκλητο. Καθ' οδόν, βλέπει τον οιωνοσκόπο και τον περιπαίζει: «Οι Ειδοί του Μαρτίου ήρθαν». Αυτός όμως του απαντά: «Ναι, ήρθαν, αλλά δεν πέρασαν». Οι συνωμότες τον πλησιάζουν με ένα ψεύτικο αίτημα και καθώς συζητούν, ο Κάσκας και οι άλλοι τον μαχαιρώνουν ξαφνικά. Ο Βρούτος χτυπάει τελευταίος. Όταν τον βλέπει, ο Καίσαρας παύει να αντιστέκεται και προφέρει την περίφημη φράση «Και συ τέκνον, Βρούτε;».
Οι συνωμότες διευκρινίζουν ότι διέπραξαν τον φόνο για το καλό της Ρώμης, προκειμένου να αποτρέψουν μια αυταρχική διακυβέρνηση και να σώσουν τη Ρωμαϊκή δημοκρατία. Το αποδεικνύουν αυτό καθώς δεν προσπαθούν να διαφύγουν από τη σκηνή. Ο Βρούτος εκφωνεί λόγο υπερασπιζόμενος τη δολοφονία και προς το παρόν το πλήθος είναι με το μέρος του.
Ωστόσο, ο Μάρκος Αντώνιος απευθύνεται κι αυτός στον λαό πάνω από το πτώμα του Καίσαρα, ξεκινώντας με το πολυσυζητημένο «Φίλοι, Ρωμαίοι, συμπατριώτες, ακούστε με!» Τους θυμίζει τα επιτεύγματα του Καίσαρα για τη Ρώμη, τη συμπάθειά του προς τους φτωχούς και την άρνησή του να λάβει το στέμμα, αμφισβητώντας έτσι τον ισχυρισμό του Βρούτου για τη φιλοδοξία του Καίσαρα. Δείχνει το ματωμένο, άψυχο σώμα του Καίσαρα στο πλήθος για να τους κάνει να δακρύσουν και να κερδίσει τη συμπάθεια για τον νεκρό ήρωα και διαβάζει τη διαθήκη του Καίσαρα, στην οποία κάθε Ρωμαίος πολίτης θα έπαιρνε 75 δραχμές. Έτσι, ο Μάρκος Αντώνιος μεταστρέφει την κοινή γνώμη και ξεσηκώνει τον λαό να διώξει τους συνωμότες από τη Ρώμη. Μέσα στην αναταραχή, ένας αθώος ποιητής, ο Κίννας, συγχέεται με τον συνωμότη Λεύκιο Κίννα και δολοφονείται από τον όχλο.
Ο Αντώνιος συναντά στο σπίτι του τον υιοθετημένο γιο του Καίσαρα Οκταβιανό και τον Μάρκο Λέπιδο και σχηματίζουν τη Δεύτερη ρωμαϊκή τριανδρία. Συμφωνούν για το ποιοι αντίπαλοι πρέπει να διωχθούν. Εν τω μεταξύ, ο Βρούτος και ο Κάσσιος έχουν φύγει και συγκεντρώνουν στρατεύματα στο στρατόπεδό τους κοντά στις Σάρδεις. Ο Βρούτος επιτίθεται στον Κάσσιο επειδή έμαθε ότι δωροδοκήθηκε για τη δολοφονία, οι δυο τους τελικά συμφιλιώνονται. Ο Βρούτος μαθαίνει ότι η αγαπημένη του γυναίκα Πορκία αυτοκτόνησε υπό το άγχος της απουσίας του από τη Ρώμη. Τον ενημερώνουν επίσης ότι στη Ρώμη διώκονται οι υποστηρικτές της συνωμοσίας και ότι ο Κικέρων είναι μεταξύ των διωχθέντων. Εκείνη τη νύχτα, το φάντασμα του Καίσαρα εμφανίζεται στον Βρούτο, τον προειδοποιεί ότι θα ηττηθεί στη μάχη ενάντια στον Αντώνιο και τον Οκταβιανό και καταλήγει: «Οψόμεθα εις Φιλίππους».
Στη μάχη των Φιλίππων τα στρατεύματα του Μάρκου Αντώνιου νίκησαν τον Κάσσιο. Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Κάσσιος βάζει τον υπηρέτη του να τον σκοτώσει αφού έμαθε τη σύλληψη του καλύτερου φίλου του Τιτίνιου. Όταν ο Τιτίνιος, που δεν είχε συλληφθεί, βλέπει το πτώμα του Κάσιου, αυτοκτονεί. Από την πλευρά του, ο Βρούτος κερδίζει το πρώτο στάδιο της μάχης και αντιστέκεται στις λεγεώνες τού Οκταβιανού αλλά η νίκη του δεν είναι οριστική. Με βαριά καρδιά, ο Βρούτος μάχεται ξανά την επόμενη μέρα. Ζητά από τους φίλους του να τον σκοτώσουν, αλλά αυτοί αρνούνται. Ηττάται και αυτοκτονεί πέφτοντας πάνω στο σπαθί του, που το κρατάει ένας πιστός του στρατιώτης.
Στη συνέχεια, υπάρχει ένας μικρός υπαινιγμός για ψυχρότητα μεταξύ του Μάρκου Αντώνιου και του Οκταβιανού που αποτελεί το θέμα ενός άλλου από τα ρωμαϊκά έργα του Σαίξπηρ, τον Αντώνιο και Κλεοπάτρα.
Το έργο τελειώνει με τον Μάρκο Αντώνιο να εκφωνεί μια ομιλία στην οποία υμνεί τον Βρούτο και τον περιγράφει ως τον μόνο ανιδιοτελή συμμετέχοντα στη συνωμοσία κατά του Καίσαρα: διακηρύσσει ότι ο Βρούτος παρέμεινε «ο ευγενέστερος Ρωμαίος από όλους» επειδή ήταν ο μόνος συνωμότης που πίστευε ότι έδρασε για το καλό της πατρίδας του.
WILLIAM SHAKESPEARE- ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ ήταν άγγλος ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός και θεατρικός επιχειρηματίας. Θεωρείται ο κορυφαίος δραματουργός των νεωτέρων χρόνων και ο μόνος, ίσως, που μπορεί να σταθεί δίπλα στους τρεις μεγάλους αρχαίους έλληνες τραγικούς ποιητές.
Ο Σαίξπηρ γεννήθηκε το 1564 στο χωριό Στράτφορντ-απόν-Έιβον (ή απλά Στράτφορντ) και ήταν το τρίτο απο τα οκτώ παιδία του εύπορου ζέυγους Τζόν Σαίξπhρ και Μαίρης Άρντεν.Επειδή δεν υπάρχει ακριβής ημερομηνία γέννησης, έχει επικρατήσει να θεωρείται ότι γεννήθηκε στις 23 Απριλίου.Έμαθε από πολύ μικρός να γράφει και να διαβάζει και πιθανότατα να φοίτησε στο Νέο Σχολείο του Στράτφορντ.Ητανε αρκετά μελετηρός αν και δέν έγραφε πολυ και τον περισσότερο καιρό του τον περνούσε μελετώντας Λατινικά και απαγγέλλοντας απ' έξω μεγάλα αποσπάσματα από ποιήματα.
Τον Νοέμβριο του 1582 ο Σαίξπηρ παντρεύτηκε την κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερή του Ανν Χάθαγουεϊ. Έξι μήνες αργότερα απέκτησαν μία κόρη, τη Σουζάνα, και δύο χρόνια αργότερα γεννιούνται τα δύο δίδυμα παιδιά τους, ο Χάμνετ και η Τζούντιθ.Δεν έχουν σωθεί παρά λίγες καταγραφές για την ιδιωτική ζωή του Σαίξπηρ, αλλα έχουν γίνει διάφορες εικασίες για ζητήματα όπως η εξωτερική του εμφάνιση, η σεξουαλικότητά του, οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις και το κατά πόσον τα έργα που του αποδίδονται είναι γραμμένα από άλλους.
Μία ιστορία του 18ου αιώνα που δεν έχει αποδείχτει θέλει τον Σαίξπηρ να ξεκινά τη θεατρική του καριέρα ως ιπποκόμος που κέρδιζε τα προς το ζην φυλάγοντας τα άλογα των πλούσιων θεατών και των αφεντικών των θεάτρων.Αργότερα έγινε ένας πολυ γνώστος ηθοποιός.
Τα έργα του Σαίξπηρ είναι δύσκολο να χρονολογηθούν αλλα τα πρώτα κατεγεγραμμένα έργα γράφτηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1590. Είναι σημαντικό το ότι κατάφερε να χειριστεί με απόλυτη δεξιοτεχνία τόσο την κωμωδία όσο και το δράμα και την τραγωδία. Τα έργα του διαπνέονται από βαθειά κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και παραμένουν επίκαιρα.
Τα πιο γνωστά είναι “Πολυ κακό για το τίποτα”,”Όνειρο θερινής νυκτός”, "Ο έμπορος της Βενετίας”,”Το ημέρωμα της στρίγγλας”,”Ριχάρδος ο Γ’“, “Ρωμαίος και Ιουλιέτα”, “Μακβεθ”,”Αμλετ”,”Βασιληάς Ληρ”και “Οθέλλος”.
Ο Σαίξπηρ, καθώς και όλη η θεατρική ομάδα στην οποία ανήκε, τελούσε υπό την εύνοια της βασίλισσας Ελισάβετ Α' της Αγγλίας. Συχνά έπαιζαν μπροστά στη βασίλισσα και την αυλή της τις μέρες των Χριστουγέννων ή άλλων εορτών.
Μετά τον θάνατο της Ελισάβετ Α' το 1603 o νέος βασιλιάς Ιάκωβος, που αγαπούσε το θέατρο, πήρε επίσημα υπο την προστασία του τον θίασο του Σαίξπηρ. Κατα τη διάρκεια της καριέρας του ο Σαίξπηρ απέκτησε πολλά χρήματα με τα οποία έκανε επενδύσεις και αγόραζε ακίνητα. Το 1599, μαζί με άλλα μέλη του θιάσου. έχτισαν το δικό τους θέατρο στη νότια όχθη του ποταμού Τάμεση και το ονόμασαν Γκλομπ (Globe). Το 1608 ανέλαβαν επίσης το θέατρο Μπλακφράιαρς (Blackfriars).
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ο Σαίξπηρ μοίραζε το χρόνο του μεταξύ του Λονδίνου και του Στράτφορντ. Το 1596, τη χρονιά πριν αγοράσει το New Place στο Στράτφορντ, ζούσε στην ενορία της Αγίας Ελένης στο Μπίσοπσγκεϊτ του Λονδίνου, βόρεια του ποταμού Τάμεση. Μετακόμισε στην άλλη μεριά του Τάμεση, στο Σάουθγουορκ του Λονδίνου το 1599, δηλαδή τη χρονιά όπου κατασκευάστηκε το θέατρο Γκλομπ.Το 1604 μετακόμισε και πάλι βόρεια του ποταμού, σε μία περιοχή με πολλά ωραία σπίτια βόρεια του Καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου. Εκεί νοίκιαζε δωμάτια από έναν Γάλλο Ουγενότο που κατασκεύαζε περούκες για κυρίες.
Πέθανε στις 3 Μαΐου του 1616 αφήνοντας πίσω του τη σύζυγό του και δύο κόρες,ενω το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του το άφησε στη μεγαλύτερη κόρη του, Σουζάνα. Στον τάφο του τοποθετήθηκε έπειτα από δική του επιθυμία μία επιγραφή, λαξευμένη στην πέτρινη πλάκα που καλύπτει τον τάφο. Η επιγραφή περιλαμβάνει μία κατάρα ενάντια στη μετακίνηση των οστών του, η οποία και αποφεύχθηκε επιμελώς κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης του ναού το 2008.
<< Καλέ φίλε, στο όνομα του Θεού συγκρατήσου,
Από το να σκάψεις τη σκόνη που εσωκλείεται εδώ.
Ευλογημένος ας είναι όποιος ήσυχες αφήσει αυτές τις πέτρες,
Και καταραμένος ας είναι όποιος μετακινήσει τα κόκκαλά μου.>>
Ο SHAKESPEARE ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ, του Γιώργου Μάρδα
Στην προσπάθεια μας να διερευνήσουμε τη σχέση του Shakespeare με την Ιταλία βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα βασικό ερώτημα που απασχολεί τους ειδικούς ερευνητές και «σαιξπηρολόγους» σχετικά με το οποίο έχει ‘χυθεί πολύ μελάνι’ : είχε ποτέ, άραγε, επισκεφτεί στη διάρκεια της ζωής του, ο Shakespeare, την Ιταλία; Και αυτό το ερώτημα ή η προσπάθεια μας να βρούμε μια απάντηση μας οδηγεί σε άλλα ερωτήματα και στο ίδιο το μυστήριο της ύπαρξης του συγγραφέα : ήταν ο Shakespeare ο Shakespeare ; Ή ποιος ήταν, τέλος πάντων, αυτός ο άνθρωπος; Ποιά η ταυτότητα του; Ως προς το ζήτημα αυτό αντιμάχονται δύο αντίθετα στρατόπεδα, οι της Οξφόρδης εναντίον των μελετητών της γενέτειρας του συγγραφέα από το Στράτφορντ.
Τα έργα που διαδραματίζονται σε αυτή τη χώρα να είναι, άραγε, το αποτέλεσμα προσωπικών εμπειριών και γνώσεων ή μήπως πρόκειται για έμμεσες πληροφορίες που κατάφερε να αντλήσει ο συγγραφέας όποιος και να ήταν; Η βαθιά γνώση του συγγραφέα για την Ιταλία είναι ένας από τους λόγους που κάνουν τους ειδικούς να πιστεύουν ότι δεν ήταν ο Σαίξπηρ ο συγγραφέας των έργων που αποδίδονται σε αυτόν εν γένει. Σύμφωνα με μια από τις θεωρίες δημιουργός αυτών των ‘ιστοριών’ υπήρξε ο άλλος δραματικός συγγραφέας, σύγχρονος του Shakespeare, ο Christopher Marlowe ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, σκηνοθέτησε ο ίδιος το θάνατο του, και έφυγε στην Ιταλία, ενώ συνέχισε να γράφει με το όνομα Σαίξπηρ.
Ο Shakespeare κατείχε βαθειά γνώση για το είδος της ιταλικής "Commedia Dell'Arte"
Σύμφωνα με τον ιταλό καθηγητή Martino Luvara και τη μελέτη του στο Πανεπιστήμιο του Παλέρμο, ο Shakespeare δεν ήταν παρά ο Σικελός Messina με το βαφτιστικό όνομα Michelangelo Florio Crollalanza, ο οποίος δραπέτευσε στην Αγγλία, όπου και μετέφρασε το επίθετο του στα αγγλικά. Σύμφωνα με τον καθηγητή crollare σημαίνει καταρρέω (collapse) ή τινάσσω (shake) και lanza είναι το δόρυ (spear). Σύμφωνα με τον καθηγητή υπάρχουν αναμφισβήτητες ομοιότητες ανάμεσα στα έργα των δύο συγγραφέων, αλλά οι ειδικοί μελετητές δεν φαίνονται να πείθονται από τα επιχειρήματα του.
Σύμφωνα με αρκετούς άγγλους ερευνητές από το Stratford, ο Shakespeare δεν πρέπει να είχε επισκεφτεί την Ιταλία. Ωστόσο, οι ίδιοι θεωρούν βέβαιο ότι ο συγγραφέας είχε διαβάσει πλήθος πολιτικών πραγματειών, μυθιστορημάτων, ταξιδιωτικών οδηγών, δημοσιευμένων ή μη, ταξιδιωτικών αναφορών κ.α. σχετικά με τη χώρα αυτή. Πιθανόν ακόμα να βασίστηκε σε διαφορετικές προφορικές πηγές: από τις προσωπικές του γνωριμίες με επισκέπτες στην Αυλή, από Ιταλούς εμπόρους που ζούσαν στο Λονδίνο, λόγιους, μουσικούς, ή ακόμα να ανέτρεξε σε χάρτες και εικόνες και γκραβούρες κοστουμιών και γιορτών της Ιταλίας. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας θα μπορούσε ακόμα να έχει αντλήσει πληροφορίες από επιφανείς ανθρώπους της εποχής του όπως ο Κόμης του Σαουθάμπτον με τον οποίον είχε στενές επαφές. Ο δεύτερος είχε την οικονομική δυνατότητα να κάνει ένα τέτοιο ταξίδι. Γενικότερα, θα λέγαμε ότι υπήρχαν πολλές πηγές στη διάθεση των Ελισαβετιανών, γραπτές και προφορικές, τις οποίες κάθε έξυπνος άνθρωπος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, αν επιθυμούσε να ανακαλύψει οποιαδήποτε πτυχή της ζωής στην Ιταλία.
Από την άλλη πλευρά, πολλοί Άγγλοι σύγχρονοι του Shakespeare, και από την ίδια κοινωνική τάξη με αυτόν, είχαν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν κάποιο ταξίδι στην Ιταλία. Επίσης, διάφοροι ηθοποιοί των θιάσων της εποχής επισκέπτονταν τη χώρα αυτή για σειρά παραστάσεων. Το διάστημα 1650-1850, η Ιταλία αποτελούσε δημοφιλή προορισμό για νέους συγγραφείς απόφοιτους πανεπιστημίων που αναζητούσαν την έμπνευση. Όμως, τέτοια ταξίδια αφορούσαν τους πλέον ευκατάστατους και ο Shakespeare δεν ανήκε σε αυτή τη ομάδα ανθρώπων.
Παρόλα αυτά, ο συγγραφέας μας περιγράφει την «ιταλική πραγματικότητα» με μεγάλη πειστικότητα. Ο Shakespeare φαίνεται να γνωρίζει και τις τελευταίες λεπτομέρειες της ιταλικής ζωής, και δίνει πιστές περιγραφές φυσικών τοπίων (κανάλια) και κτηρίων (ονόματα εκκλησιών). Η ακόμα φαίνεται να είναι σε θέση να γνωρίζει διάφορα κουτσομπολιά που αφορούσαν στην ιταλική αυλή. Ο δραματουργός αναφέρει στα έργα του με λεπτομέρειες και ακρίβεια διάφορα σημεία εντός και εκτός των τειχών διαφόρων ιταλικών πόλεων που δημιουργούν εντύπωση, όπως για παράδειγμα κάποια πηγάδια, ή εκκλησίες, κλπ., μικρές λεπτομέρειες που έχουν επαληθευθεί.
Η Ιταλία ασκούσε σαγήνη στους Άγγλους. Σύμφωνα με την Laura Tosi, οι Ελισαβετιανοί θεωρούσαν την Ιταλία ως τον πιο «προηγμένο ευρωπαϊκό πολιτισμό της εποχής σε ζητήματα τέχνης, μουσικής και λογοτεχνίας καθώς και σε θέματα οικονομικής διαχείρισης, ξιφασκίας και πολιτικών επιστημών». Επίσης, η Ιταλία ήταν για αυτούς «το λίκνο της πολιτικής, θρησκευτικής και σεξουαλικής διαφθοράς» καθώς και το μακιαβελικό πρότυπο και πλαίσιο για πολλές από τις ελισαβετιανές τραγωδίες εκδίκησης. Τόσο το Ελισαβετιανό όσο και το κοινό της Ιακωβιανής εποχής, που παρακολουθούσε θέατρο, είχε συνδέσει την Ιταλία με τη ζέστη, την ακραία συγκίνηση και τη βία. Η τοποθέτηση της δράσης σε αυτή τη χώρα, και μόνο, ήταν αρκετή για να εγείρει ανάλογα συναισθήματα και τις αντίστοιχες προσδοκίες του αγγλικού κοινού. Η περιγραφή και η ενσωμάτωση τοπωνυμίων των ιταλικών τόπων/πόλεων ως μέρος του δραματικού και σκηνικού τοπίου ενός θεατρικού έργου ήταν αγαπημένη συνήθεια του αγγλικού θεάτρου του 16ου-17ου αιώνα. Ήταν, δηλαδή, αυτό που θα λέγαμε σήμερα «της μόδας». Η Ιταλία ήταν για αυτούς κάτι το εξωτικό : η Ιταλία κέντριζε τη φαντασία των άγγλων περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη γειτονική χώρα. Οι ιταλοί θεωρούνταν ως άνθρωποι με ιδιαίτερο πάθος, χαρισματικοί αλλά και απατηλοί, πράγμα που τους καθιστούσε ως τους ιδανικούς χαρακτήρες τόσο για τις σοβαρές τραγωδίες που παίζονταν στη βασιλική αυλή όσο και για τις κωμωδίες. Πολιτικά, η χώρα, ήταν ένα κατακερματισμένο κράτος αντιμαχόμενων φατριών, ο ιδανικός τόπος, δηλαδή, για ιστορίες ίντριγκας επιφανών προσώπων και ερώτων που αποκτούν τραγική διάσταση, υλικά που προσέδιδαν στα θεατρικά έργα μια πιο ενδιαφέρουσα διάσταση από το αν αυτά διαδραματίζονταν στη γενέτειρα του Shakespeare. Ο συγγραφέας προσέδιδε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα σε κάθε ιταλική πόλη, η Βερόνα για παράδειγμα συνδέθηκε με τον έρωτα, ενώ η Πάδοβα με το πανεπιστήμιο της ήταν το ιδανικό μέρος για μελέτη, ή ακόμα το λίκνο των τεχνών, όπως χαρακτηρίζει ο συγγραφέας αυτή την πόλη στο «Ημέρωμα της Στρίγκλας». Ειδικότερα, η Βενετία εκείνης της εποχής, ήταν μια ακμάζουσα δημοκρατία, ένας τόπος επιτηδευμένης συμπεριφοράς και ετικέτας που υπαγορευόταν από τους ευγενείς, αλλά και ο τόπος της απατηλής ίντριγκας. Ο Shakespeare ακολουθώντας το πρόσταγμα, λοιπόν, της μόδας, έπλασε απαράμιλλες σκηνές βασισμένες στον ιταλικό τρόπο ζωής. Η ιταλική παράδοση του καρναβαλιού, για παράδειγμα, του επέτρεψε να δημιουργήσει μοτίβα στις πλοκές του, όπως τους κλασσικούς χορούς μεταμφιεσμένων οι οποίοι επωφελούνται των περιστάσεων για να κρύψουν την πραγματική τους ταυτότητα.
Κάποια από τα έργα του Σαίξπηρ αποκτούν έντονο πολιτικό χαρακτήρα. Αν τα έργα αυτά διαδραματίζονταν στην πατρίδα του δεν θα είχαν δει το φως της ημέρας, και πιθανόν ο συγγραφέας να είχε καταλήξει στη φυλακή με την κατηγορία της προδοσίας ή της συκοφαντίας. Με το να μεταφέρει την κριτική του για την άρχουσα τάξη σε έναν άλλο τόπο δίνει στον εαυτό του τη δυνατότητα να ασκήσει κριτική σε ακανθώδη θέματα, όπως έκανε στην περίπτωση της πολιτικής δολοφονίας του «Ιουλίου Καίσαρα». Το «Ημέρωμα της Στρίγκλας» βασίζεται στο έργο του Αριόστο, ενώ για τον Οθέλλο του, ο συγγραφέας δανείζεται στοιχεία από τα ιταλικά μυθιστορήματα.
Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ
Στον «Έμπορο της Βενετίας» που γράφτηκε μεταξύ 1596 και 1598, μια από τις ηρωίδες του έργου, η Πόρσια, διαμένει στο οικογενειακό της κτήμα το Belmont. Για κάποιους, αυτό, αποτελεί προϊόν φαντασίας, ενώ άλλοι αναζητούν την πραγματική γεωγραφική θέση του σε σημεία της χώρας προσπαθώντας να εντοπίσουν ποια από τις σημερινές βίλες ταυτίζεται με το Belmont εκείνης της εποχής.
Όλοι ωστόσο καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, είτε έτσι είτε αλλιώς, η έπαυλη αυτή θα πρέπει να βρίσκεται στην περιοχή της Brenta όπου κτίζονταν οι θερινές κατοικίες των Βενετσιάνων εμπόρων. Εκτός, όμως, από τις επαύλεις της Brenta που πιθανόν να αποτελούσαν την αρχιτεκτονική έμπνευση της Βίλας Belmont έτσι και ένα άλλο αρχοντικό, η Βίλα Michiel, έχει δύο κύριες εισόδους, μια από τη λιμνοθάλασσα, 200 μέτρα από την κατοικία του διάσημου ζωγράφου Tiepolo, τις ίδιες δηλαδή εισόδους του σπιτιού της Πόρσια στον «Έμπορο» του Shakespeare.
Η Βίλα Foscari στον ποταμό Brenta, που κτίστηκε το 1560, πιθανολογείται ότι είναι το κτήμα της Πόρσια στο Belmont.
Ένα άλλο παράδειγμα ακριβούς γεωγραφικής αναφοράς του Shakespeare είναι τα εσωτερικά κανάλια της πόλης και η δυνατότητα που παρείχαν αυτά για τη μεταφορά των κατοίκων, στοιχείο που δεν γνώριζαν απαραιτήτως όσοι έμεναν εκτός της πόλης. Για παράδειγμα, αναφέρονται με ακρίβεια συγκεκριμένες αποβάθρες σε διάφορα σημεία της πόλης και των περιχώρων της, καθώς και το σωστό σημείο αποβίβασης των ταξιδιωτών όπως διαπιστώνουμε στον «Έμπορο».
Ο μώλος όπου προσάραξε η βάρκα της Πόρσια όταν μετέβη στο Παλάτι των Δόγηδων και στο Δικαστήριο.
Την εποχή που γράφεται το έργο η Βενετία είναι η πρώτη πόλη της χώρας, πιθανόν και της Ευρώπης, η οποία αναγκάζει τους Εβραίους κατοίκους της να ζήσουν μέσα σε γκέτο. Μάλιστα, ο ίδιος ο όρος ‘γκέτο’ έχει βενετσιάνικη προέλευση. Γκέτο σημαίνει ‘χυτήριο’ και με το όνομα αυτό βαφτίστηκε η περιοχή που αποτελούσε τη βιομηχανική ζώνη της πόλης (κοντά στο σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό) όπου κατασκευάζονταν τα κανόνια, όπου είχαν επίσης τη βάση τους οι βιοτεχνίες παραγωγής φυσητού γυαλιού. Όταν κρίθηκε ότι υπάρχει μεγάλη επικινδυνότητα να πάρει φωτιά η πόλη από τους κλιβάνους, εκκενώθηκε η περιοχή και στη συνέχεια δόθηκε στους Εβραίους το 1516. Στην πραγματικότητα αυτή η περιοχή επρόκειτο να αποτελέσει τον θύλακα στον οποίο θα περιορίζονταν οι Εβραίοι. Οι προηγούμενοι έστησαν ξανά σε αυτή την περιοχή τα σπίτια, τις συναγωγές τους, τους φούρνους και τα ραφτάδικα τους. Με τη δύση του ηλίου οι Εβραίοι όφειλαν να επιστρέψουν στο γκέτο τους και να παραμείνουν πίσω από τις βαριές πύλες που απέκλειαν την περιοχή από την υπόλοιπη πόλη, ενώ χριστιανοί φύλακες φρουρούσαν τις κεντρικές εξόδους και εισόδους. Η έξοδος επιτρεπόταν ξανά το επόμενο πρωινό. Στη συνέχεια, και καθώς ο πληθυσμός του βενετσιάνικου γκέτο άρχισε να αυξάνεται (1500 ήταν ο αριθμός των Εβραίων την εποχή που γράφεται ο «Έμπορος»), προστέθηκαν επιπλέον όροφοι στα υπάρχοντα οικοδομήματα, με κάποια σπίτια να φτάνουν μέχρι και τους επτά ορόφους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σήμερα ζουν στη Βενετία 2000 Εβραίοι.
Κανάλι στη Βενετία
ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΑ
Η ιστορία του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας» βασίζεται σε πραγματική ιστορία, ενώ με το θέμα του μίσους μεταξύ των δύο οικογενειών είχαν ασχοληθεί πολλοί ιταλοί συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Δάντης. Ο προηγούμενος αναφέρεται για πρώτη φορά σε αυτό το περιστατικό «Θεία Κωμωδία» το 1320. Ωστόσο, πρωταρχική έμπνευση του Shakespeare ήταν ένα ποίημα του Arthur Brooke το 1562. Επίσης, ο δραματουργός πιθανόν να είχε διαβάσει τις τρεις ιταλικές εκδοχές αυτής της ιστορίας των Masuccio Salernitano (1476), Luigi Da Porto (1530) και Matteo Bandello (1554).
Στα μέσα της δεκαετίας του 1590 , οι πρώιμες κλασικές και ιταλικού τύπου κωμωδίες του Σαίξπηρ παραχωρούν τη θέση τους στη ρομαντική ατμόσφαιρα των σημαντικότερων κωμωδιών του . Το ΄΄ όνειρο θερινής νυκτός ΄΄ είναι ένα πνευματώδες μείγμα ρομαντισμού , μαγείας και κωμικών σκηνών . Η επόμενη κωμωδία είναι ο ΄΄ έμπορος της Βενετίας ‘’ που βλέπουμε τις απόψεις εκείνης της εποχής . ‘’ το πολύ κακό για το τίποτα ‘’ , ‘’ το όπως αγαπάτε . ΄΄ το γλέντι της Δωδεκάτης νύχτας ‘’ ολοκληρώνουν τη σειρά των μεγάλων κωμωδιών . Μετά το λυρικό ΄΄Ριχάρδο β΄ ‘’ , εισήγαγε την κωμωδία πρόζας στα έργα ΄΄ Ερρίκος Δ’’ , Ερρίκος Ε΄ ‘’ . Η περίοδος αυτή αρχίζει και τελειώνει με δύο τραγωδίες : το ΄΄ Ρωμαίος και Ιουλιέττα ‘’ και τον ‘’ Ιούλιο καίσαρα ‘’.
Πολλοί κριτικοί πιστεύουν ότι οι μεγαλύτερες τραγωδίες του Σαίξπηρ αντιπροσωπεύουν την αιχμή της τέχνης του . ‘’ Ο Άμλετ ‘’, πιθανότατα έχει συζητηθεί περισσότερο από κάθε άλλο σαιξπηρικό χαρακτήρα . Ακολούθησαν ΄΄ο Οθέλλος ‘’ , ‘’Ο Βασιλιάς Ληρ ‘’, ‘’Μακβεθ΄΄. Οι τελευταίες μεγάλες τραγωδίες ‘’ Αντώνιος και Κλεοπάτρα ‘’ και ‘’Κοριολανός’’ περιέχουν μερικά από τα καλύτερα ποιήματα του .
Στη τελευταία του περίοδο στράφηκε στον ρομαντισμό και ολοκλήρωσε άλλα 3 μεγάλα έργα ‘’ Κυμβελίνος ‘’ , ‘’ το χειμωνιάτικο παραμύθι ‘’ και ΄΄ Η Τρικυμία ‘’.
Το γεγονός ότι εκτός από το ότι έγραφε τα έργα του τα έπαιζε κιόλας , τον έκανε ασυναγώνιστο στο μεταξύ των άλλων συγγραφέων . Δεν έγραφε αλλά για να γράφει αλλά για να ζει . Παρατηρούσε τους θεατές και παρακολουθούσε τις αντιδράσεις τους και δεν ήταν λίγες οι φορές που άλλαζε στη σκηνή τα λόγια του προσπαθώντας να αποδώσει όσο μπορούσε καλύτερα το νόημα και να ικανοποιήσει περισσότερο τους θεατές . Είχε τέτοια ικανότητα να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κοινού ώστε ακόμα και σήμερα τα έργα του εξακολουθούν να γοητεύουν τον θεατή με τη ζωντάνια τους. Ο Σαίξπηρ υπήρξε ευφυϊα όχι μόνο για την εποχή του αλλά για όλους τους αιώνες .
ΡΩΜΑΙΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ
Ο Ρωμαίος και Ιουλιέττα είναι το διάσημο ρομαντικό δράμα για την εφηβεία , την αγάπη και τον θάνατο . Ο Σαίξπηρ γράφει την απόλυτη ιστορία αγάπης πρώιμα οριν τα τριάντα του , μεταξύ 1591-1595, δηλαδή στην αρχή της σταδιοδρομίας του για δύο νεαρούς κατατρεγμένους εραστές που ο θάνατος τους τελικά συμβαδίζει τις διενέξεις μεταξύ των οικογενειών τους .
Το έργο είναι ένας θρίαμβος , εκτός των άλλων και ως προς τον τρόπο που ο συγγραφέας δομεί χαρακτήρες . τελειώνει με την ελεγεία του πρίγκιπα για τους ερωτευμένους(«Γιατί δεν υπήρξε ποτέ ιστορία πιο θλιβερή από αυτήν της Ιουλιέτας και του Ρωμαίου της».) . ήταν μεταξύ των πιο δημοφιλών έργων του Σαίξπηρ στη διάρκεια της ζωής του και μαζί με τον Άμλετ από τα συχνότερα εκτελούμενα έργα του. Ο Ίδιος το είχε χαρακτηρίσει ότι ήταν ο πιο μεγάλος έρωτας όλων των εποχών .
Το 1554 κυκλοφορεί μια συλλογή διηγημάτων του Ματεο Μπαντελο με τίτλο "Διηγήματα" . Σε αυτή τη συλλογή είχε περιληφθεί το διηγήμα του Λουίτζι Ντα Πόρτο που αναφέρεται στην Ιστορία μιας ανακτηθείσας νουβέλας για δύο ευγενείς εραστές.
Σύμφωνα με τους ιστορικούς της λογοτεχνίας η «ανακτηθείσα νουβέλα» του Λουίτζι Ντα Πόρτο ήταν ένα διήγημα του 1476 του Ιταλού συγγραφέα Μασούκιο Σαλερνιτάνο.
Το 1562 ο Άγγλος συγγραφέας Άρθουρ Μπρουκ κρατώντας τον πυρήνα του μύθου θα συνθέσει ένα ποίημα. Η ποιητική αυτή δημιουργία θα γίνει η αφορμή για τον μεγάλο ομότεχνό του Ελισαβετιανό -Ουίλιαμ Σαίξπηρ-δραματουργό να συγγράψει το 1599 (70 περίπου χρόνια μετά το πρώτο Ιταλικό αφήγημα) την δική του πασίγνωστη ιστορία. Ο Σαίξπηρ όμως με το έργο του κατόρθωσε με το κείμενο του να ζωντανέψει τους χαρακτήρες και να δημιουργήσει ένα μνημείο του έρωτα με τους δύο πρωταγωνιστικούς ήρωες να μετατρέπονται από το κοινό σε διαχρονικό σύμβολο των άτυχων εραστών και να θεωρούνται σήμερα ως αρχέτυπο των νέων εραστών .
Η ιστορία του έξοχου αυτού εφηβικού ύμνου της αγάπης χάνεται μέσα στο θρύλο και την παράδοση της Ιταλικής ζωής του 14ου αιώνα. Και παρότι έχουν περάσει αρκετές εκατονταετίες από τότε, η Ιουλιέτα και ο Ρωμαίος, εξακολουθούν να παραμένουν οι πιο φημισμένοι νεαροί εραστές της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ιστορικά δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη των εραστών . Το επονομαζόμενο σπίτι των Καπουλέτων ανήκε για χρόνια στη οικογένεια των Dell Capello και η ομοιότητα των ονομάτων έδωσε την πεποίθηση ότι πρόκειται για την κατοικία της Ιουλιέττας .
Το περίφημο μπαλκόνι κυριαρχεί στον προαύλιο χώρο .
Όμως δεν έχει σημασία το γεγονός ότι δεν αποδεικνύεται ιστορικά η ύπαρξη των εραστών . Γιατί πολύ απλά ως καταδικασμένοι στην αιωνιότητα ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα είναι πέρα και πάνω από την έννοια του χρόνου .
Ο ανεκπλήρωτος έρωτάς τους συγκίνησε και εξακολουθεί να συγκινεί τους ανθρώπους κάθε ηλικίας, θρησκεύματος, τάξης ή φυλής. Μια και οι κοινωνίες εξακολουθούν να είναι ανελέητες και σκληρές απέναντι στους αληθινούς και ιδανικούς εραστές, αλλά και στο φαινόμενο του έρωτα γενικότερα.
Βερόνα
Στη δική του εκδοχή για το έργο, ο Shakespeare αναφέρει την ύπαρξη μιας συκομουριάς σε συγκεκριμένο σημείο της Βερόνας. Ακόμα και σήμερα μπορεί να δει κανείς κάποια από τα εναπομείναντα δέντρα παλαιού άλσους έξω από τα τείχη του δυτικού τείχους της πόλης. Αξιοπερίεργο είναι το γεγονός ότι ο Shakespeare αναφέρει αυτά τα δέντρα τη στιγμή που κανένα από τα προγενέστερα έργα-πηγές έμπνευσης του δραματουργού δεν γίνεται κάτι τέτοιο. Αποτελεί αυτή η αναφορά μια απλή σύμπτωση η οποία επιθυμεί να προσθέσει κάποιο χρώμα στην αφήγηση, ή να προσδώσει νοηματικό βάθος αλληγορικής σημασίας, ή μήπως χρησιμοποιήθηκε σκόπιμα για λόγους γεωγραφικής ακρίβειας ή/και ιστορικής αλήθειας; Ο δραματουργός, δια στόματος του Benvolio δίνει την ακριβή γεωγραφική θέση της συκομουριάς.
Ο Dick Roe πήρε αυτή τη φωτογραφία έξω από την Porta Palio, μια από τις τρεις πύλες της δυτικής πλευράς του τείχους. Ο φωτογράφος σαφώς ήθελε να απαθανατίσει τις συκομουριές.
Ο Roe ταυτίζει την Freetown, το σημείο δηλαδή της πόλης όπου ο πρίγκιπας Έσκαλος απονέμει δικαιοσύνη με το κάστρο της Villafranca.
Το κάστρο αυτό ήταν το σπίτι του Bartolomeo della Scala, τον οποίο ο Shakespeare αποδίδει με το λατινικό Πρίγκηπας Escalus. Ο Έσκαλος, λοιπόν, ζητάει από τους δύο εκπροσώπους των αντίπαλων Οίκων, τους Μοντέγους και τους Καπουλέτους να μεταβούν στο σημείο που τους προστάζει. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Arthur Brooke στο δικό του «Romeus and Juliet», ονομάζει την οικία των Καπουλέτων "Free-town," μετάφραση του ιταλικού "Villa Franca" στην ιταλική εκδοχή. Ωστόσο, ο Shakespeare χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη, "Free-town", ως το όνομα του τόπου που αποδίδεται δικαιοσύνη, κάτι δηλαδή σαν το τοπικό δικαστήριο της περιοχής.
Act Ι, Scene 1, Στίχος 101
(stage directions).
[Enter PRINCE, with Attendants]
Prince Escalus. Rebellious subjects, enemies to peace,
Profaners of this neighbour-stained steel,—
Will they not hear? What, ho! you men, you beasts,
That quench the fire of your pernicious rage
With purple fountains issuing from your veins,
On pain of torture, from those bloody hands
Throw your mistemper'd weapons to the ground,
And hear the sentence of your moved prince.
Three civil brawls, bred of an airy word,
By thee, old Capulet, and Montague,
Have thrice disturb'd the quiet of our streets,
And made Verona's ancient citizens
Cast by their grave beseeming ornaments,
To wield old partisans, in hands as old,
Canker'd with peace, to part your canker'd hate:
If ever you disturb our streets again,
Your lives shall pay the forfeit of the peace.
For this time, all the rest depart away:
You Capulet; shall go along with me:
And, Montague, come you this afternoon,
To know our further pleasure in this case,
To old Free-town, our common judgment-place.
Once more, on pain of death, all men depart.
Το σπίτι της Ιουλιέτας, του 14ου αιώνα στην Via Capello, ξεχωρίζει από το περίφημο μπαλκόνι του που κατασκευάστηκε το 1930. Όπως υποδεικνύει ο Roe το κείμενο δεν αναφέρεται σε κανένα μπαλκόνι. Η λέξη αυτή δεν εμφανίζεται πουθενά. Ο Ρωμαίος στηρίζεται στην τοίχο ενός κήπου που δεν υπάρχει πια, και βλέπει την Ιουλιέτα όχι σε μπαλκόνι αλλά σε ένα παράθυρο, αναμφισβήτητα στο παράθυρο της μεγάλης αίθουσας υποδοχής τους πρώτου ορόφου των αναγεννησιακών σπιτιών. Προφανώς, η ‘σκηνή του μπαλκονιού’ πρέπει να προέκυψε από τη σκηνοθεσία του έργου στην Ελισαβετιανή σκηνή. Το Μοναστήρι των Φραγκισκανών του Πάτερ Λαυρέντιου με ό,τι έχει εναπομείνει από τα μεσαιωνικά κελιά του είναι το σημερινό San Francesco al Corso. Υπήρχαν τέσσερις εκκλησίες στη Βερόνα αφιερωμένες στον Άγιο Πέτρο, αλλά ο Roe, ακολουθώντας τη διαδρομή της Ιουλιέτας από το σπίτι της εντοπίζει αυτήν την εκκλησία στην ενορία στην οποία ανήκαν οι Καπουλέτοι, και ειδικότερα στο μονοπάτι που ενώνει το σπίτι της ηρωίδας με το μοναστήρι όπου κάνει την πρώτη της εξομολόγηση στον Πάτερ Λαυρέντιο. Με τη βοήθεια του Roe και των χαρτών του, μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο δραματουργός είτε χρησιμοποίησε κάποιον χάρτη της Βερόνας όταν έγραψε το έργο, είτε την περιέγραψε από προσωπική εμπειρία, ή ακόμα και τα δύο ταυτόχρονα, διαλέγουμε και παίρνουμε.
Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ (MERCHANT OF VENICE)
Ο Μπασάνιο χρειάζεται 3000 δουκάτα για να ταξιδέψει στο Μπελμόντε
όπου ζει η Πόρσια την οποία θέλει να παντρευτεί για να ξεπληρώσει τα
χρέη του με την περιουσία της. Μιας και ο Μπασάνιο δεν έχει οικονομική
δυνατότητα να πληρώσει 3000 δουκάτα ζητάει την βοήθεια από τον
Αντόνιο ο οποίος είναι έμπορος. Αλλά ο Αντόνιο δεν μπορεί να δώσει τα
λεφτά στον Μπασάνιο γιατί όλα του τα καράβια είναι σε εμπορικά ταξίδια
, για αυτό ζητάει δάνειο από τον Σάυλοκ, έναν Εβραίο τοκογλύφο. Ο
Σάυλοκ τους δανείζει τα λεφτά που χρειάζονται υπό έναν όρο :αν δεν του
επιστρέψουν τα λεφτά σε 3 μήνες θα πάρει μια λίβρα σάρκας από τον
οποιοδήποτε μέρος του σώματος του Αντόνιο. Δέχονται γιατί ο Αντόνιο
είναι σίγουρος ότι μπορεί να ξεπληρώσει μέσα σε 3 μήνες το δάνειο. Έτσι
ο Μπασάνιο μαζί με τον φίλο του τον Γραστάνιο ταξιδεύουν στο
Μπελμόντε. Η Πόρσια όπως έκανε με κάθε μνηστήρα, δίνει την επιλογή
στον Μπασάνιο να διαλέξει ένα από τα 3 κουτιά, από τα οποία μόνο ένα
περιέχει τη φωτογραφία της Πόρσια με την οποία μπορούσες να την
παντρευτείς.Ο Μπασάνιο επιλέγει το σωστό κουτί και παντεύτε την
Πόρσια. Εντομεταξύ ο Αντόνιο μαθένει πως έχουν βυθιστεί όλα τα πλοία
του και δεν μπορεί να πληρώσει τον Σάυλοκ. Αυτό το μαθένει ο Μπασάνιο
και επιστρέφει στη Βενετία με τα διπλάσια λεφτά λόγο της καθυστέρησης
του. Ο Σάυλοκ αρνείται λόγο προσωπικής αντιπαλότητας. Έτσι πάνε στο
δικαστήριο. Εκεί οι δικαστές προσπαθούν να αλλάξουν την γνώμη του
Σάυλοκ και να μην κόψει κομμάτι σάρκας του Αντόνιο. Οι δικαστές
αποτυγχάνουν στις προσπάθεις τους και τα παρατάνε, μέχρι που φτάνει
ένα γράμμα ότι θα έρθει ανώτατος δικαστής. Τότε εμφανίζεται η Πόρσια
μεταμφιεσμένη ως πλήρως εκπαιδευόμενη δικαστής του ανώτατου
δικαστή. Η μεταμφιεσμένη Πόρσια καταφέρνει με εξυπνάδα και πονηριά
να κάνει τον Σάυλοκ να μην σκοτώσει τον Αντόνιο λέγοντάς του δεμ
υπάρχει κάτι στο συμβόλαιο τους που να λέει ότι μπορεί να πάρει αίμα
από τον Αντόνιο, άρα αν πάρει λίβρα σάρκας και χάσει έστω και ια
σταγόνα αίματος ο Αντόνιο, ο Σάυλοκ θα καταδικαστεί σε θάνατο. Έτσι ο
Σάυλοκ αλλάζει γνώμη και δεν κόβει την σάρκα του Αντόνιο, όμως και
πάλι καταδικάζεται ο ίδιος σε φυλάκιση και η κόρη του να
εκχριστιανιστεί.
“To bait fish withal”
“Δόλωμα για ψάρια! Αν τίποτ' άλλο δεν ταίσει
θα ταίσει την εκδίκησή μου! Μ' ατίμωσε, μου
στέρησε μισό μίλλιο (δουκάτα), γέλασε με τις ζημιές μου,
τα κέρδη μου χλεύασε, καταφρόνεσε το έθνος μου,
χάλασε τις δουλειές μου, κρύωσε τους φίλους μου κι
άναψε τους εχθρούς μου. Και ποιος ο λόγος;
Επειδή είμαι Εβραίος. Δεν έχει μάτια ο Εβραίος;
Δεν έχει χέρια, όργανα, διαστάσεις, αισθήσεις, πάθη;
Το ίδιο φαί δεν τρώει, δεν πληγώνεται από τα ίδια όπλα,
δεν παθαίνει τίς ίδιες αρρώστιες και δεν γιατρεύεται από τα ίδια φάρμακα
δεν ζεσταίνεται και δεν κρυώνει από το ίδιο καλοκαίρι και τον ίδιο χειμώνα
όπως κι ο Χριστιανός; Αν μας τρυπήσετε, δεν ματώνουμε;
Αν μας γαργαλήσετε, δεν γελάμε; Αν μας δηλητηριάσετε,
δεν πεθαίνουμε; και αν μας αδικήσετε, να μην πάρουμε εκδίκηση;!
Αν όμοιοι είμαστε σε όλα τ' άλλα, και σ' αυτό θα σας μοιάσουμε!
Αν ο Εβραίος αδικήσει Χριστιανό, ποια είναι η ταπείνωσή του;
Η εκδίκηση!
Κι αν ο Χριστιανός αδικήσει Εβραίο, ποιος πρέπει νά ΄ναι
ο πόνος του σύμφωνα με το χριστιανικό παράδειγμα;
Λοιπόν, η εκδίκηση! Την κακουργία που μου μαθαίνετε
εγώ θα τηνε κάνω, κι όσο δύσκολο κι αν είναι,
θα την καλυτερέψω γω τη διδαχή!”
Πρωτότυπο:
To bait fish withal: if it will feed nothing else, it will feed my revenge. He hath
disgraced me, and hindered me half a million; laughed at my losses, mocked at my
gains, scorned my nation, thwarted my bargains, cooled my friends, heated mine
enemies; and what’s his reason? I am a Jew. Hath not a Jew eyes? hath not a Jew
hands, organs, dimensions, senses, affections, passions? fed with the same food,
hurt with the same weapons, subject to the same diseases, healed by the same
means, warmed and cooled by the same winter and summer, as a Christian is? If
you prick us, do we not bleed? if you tickle us, do we not laugh? if you poison us,
do we not die? and if you wrong us, shall we not revenge? If we are like you in the
rest, we will resemble you in that. If a Jew wrong a Christian, what is his humility?
Revenge. If a Christian wrong a Jew, what should his sufferance be by Christian
example? Why, revenge. The villany you teach me, I will execute, and it shall go
hard but I will better the instruction.
ΑΝΑΛΥΣΗ
Σ' αυτόν τον μονόλογο ο Σάυλοκ μιλάει για τον ρατσισμό και για το μίσος του προς
τον Αντώνιο στον οποίο δάνεισε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο δεν μπορεί
ξεπληρώσει επειδή τα πλοία του βυθίστικαν. Η προϋπόθεση ήταν ότι αν ο Αντώνιο
δεν μπορούσε να επιστρέψει τα χρήματα, ο Σάυλοκ θα έπερνε μια λίβρα σαρκάς από
αυτόν.
Ο Σάυλοκ αποκαλύπτει διαφορετικές πλευρές της προσωπικότητάς του. Φαίνεται να
είναι ευαίσθητος και πληγωμένος από της προκαταλήψεις που έχουν πολλοί εναντίον
του επειδή είναι εβραίος. Από την άλλη πλευρά δείχνει ότι είναι θυμωμένος και
πρόθυμος να επιτεθεί σε χριστιανούς που υποττιμάνε την αξία του ως άτομο.
Ο Σάυλοκ είναι ο πιο ζωντανός και αξέχαστος χαρακτήρας στο έργο. Είναι ο κύριος
ανταγωνιστής του έργου αλλά λόγο του σπουδέου ρόλου που παίζει πολλοί
πιστεύουν ότι είναι το πιο σημαντικό πρόσωπο στον έργο. Είναι πολύ εύκολο για
πολλά άτομα να καταλάβουν τον πόνο του.
Είναι ο πιο περίπλοκος χαρακτήρας και είναι δύσκολο να τον περιγραψουμε αλλά
είναι ευκόλο να τον καταλάβουμε γιατί από όλους τους ανταγωνιστές που έχει
δημιουργήσει ο Shakespeare δίχνει τα πιο έντονα συναισθήματα και είναι εύκολο γαι
τον αναγνώστη/θεατή να τον λυπηθεί.
ΠΟΡΣΙΑ
Η Πόρσια αποτελεί το τέλειο θηλυκό πρότυπο. Είναι εξαίσια όμορφη [όπως διαπιστώνουμε
και από τα λόγια του Μπασάνιο], έξυπνη σε τέτοιο βαθμό που ξεπερνά τα δεδομένα της εποχής της
[ένα στοιχειο που ορίζεται όμως σαν γυναίκεια πονηριά και όχι εξυπνάδα], τέλος είναι καλοκάγαθη
όπως βλέπουμε όταν απορρίπτει τον πρίγκιπα του Μαρόκο το κάνει με ενθαρρυντικά λόγια.
Εκείνη συμβολίζει το άπιαστο ιδανικό σε αυτό το έργο και έναν δυναμικό χαρακτήρα που
δίνει φεμινιστικά μηνύματα πολύ πιο προχωρημένα από τις ιδέες της εποχής τη
Πάνω από όλα όμως η Πόρσια είναι ερωτευμένη με τον Μπασάνιο. Προσφέρθηκε μάλιστα
να του δώσει όλα τα υπάρχοντα της, χωρίς να το πολυσκεφτεί και να τον βοηθήσει τον φίλο του τον
Αντόνιο. Αυτή η αγάπη φτάνει στα όρια της εμμονής καθώς βλέπουμε ότι η Πόρσια ακολουθεί τον
Μπασάνιο μέχρι την Βενετία και ντύνεται σαν άντρας μόνο και μόνο για να τον βοηθήσει. Αυτός
είναι ο λόγος που αργότερα θα εξοργιστεί που ο Μπασάνιο εξέφρασε μεγαλύτερη αγάπη προς τον
φίλο του παρά σε αυτήν. Όμως ακριβώς επειδή είναι τόσο ερωτευμένη μαζί του άμεσως τον
συγχωρει.
Κατά την διάρκεια ολόκληρου του έργου του Εμπόρου της Βενετίας παρατηρούμε το στοιχείο της
μεταμφίεσης. Παραδείγματα αποτελούν ο Λορέντζο ο οποίος μεταμφιέζεται για να κλέψει την
Τζέσικα την κόρη του Σάυλοκ καθώς και η Πόρσια για να φτάσει στο δικαστήριο. Όμως εκτός από
αυτά τα εμφανή θέματα επίσης παρατηρούμε ότι μέσα σε όλο αυτό το έργο παίζει στο παρασκήνιο
ένα καρναβάλι. Τι σημαίνει όμως το καρναβάλι για τη Βενετία;
Το καρναβάλι αποτελεί ένας γιορταζμός που όχι μόνο παρακινεί τους ανθρώπους να
μεταμφιέζονται –δηλαδή να αλλάζουν την εμφάνιση τους άρα και τον εαυτό τους αλλά έχει και
στόχο την αλλαγή από το σύνηθες και τον ξεπέρασμα του εαυτού. Αποτελεί επίσης ένα βασικό
στοιχείο της ιστορίας της Βενετίας αφού εκτελείται εδώ και αιώνες.
Σε ένα βενετσιάνικο καρναβάλι το κύριο θέμα είναι η μάσκα. Μια μάσκα
μπορεί να κρύψει την προσωπικότητα ενός ανθρώπου καθώς και την πραγματικότητα. Μήπως
λοιπόν η μάσκα δεν καλύπτει μόνο αυτό που δεν θέλουμε να φανεί αλλά και την πραγματική αξία
ενός ανθρώπου; Σε αυτή την περίπτωση θα λέγαμε πως η μάσκα είναι ο κόκκινος σκούφος που
έπρεπε να φορούν οι Εβραίοι για την αποδοχή τους σε εκείνη τη χριστιανοκρατούμενη κοινωνία. Ο
Σάυλοκ προσπαθεί να αποτινάξει αυτήν την μεταμφίεση που έχει επιβληθεί στους Εβραίους με τον
περίφημο μονόλογο του και να δείξει ότι όλοι, Εβραίοι και Χριστιανοί από κάτω από τη μάσκα μας
είμαστε άνθρωποι.
Ας αναλύσουμε τώρα την μεταμφίεση της Πόρσια.
Μέσα από την μεταμφίεση της σε δικαστή διεκδικεί την θέση της στην ανδροκρατούμενη κοινωνία.
Συμπερασματικά βλέπουμε ότι τον άνθρωπο συνήθως τον κρίνουμε
από την όψη του, την εξωτερική εικόνα και μεταμφίεση.
Αυτό ακριβώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει η Πόρσια με την σκηνή με της
διαλογής των κουτιών. « Ότι λάμπει δεν είναι χρυσός» γράφει ο Σαίξπηρ και με αυτό θέλει να
δείξει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική από ότι φαίνεται.
O Σαίξπηρ των Σονέτων
(για τα Σονέτα του William Shakespeare σε μετάφραση της Λένιας Ζαφειροπούλου από τις εκδόσεις Gutenberg).
Του Νίκου Ξένιου
Με τις ευχές του στον κύριο W.H. «να κερδίσει την ευτυχία και την αιωνιότητα», δηλαδή την υστεροφημία που του εξασφαλίζει η Ποίηση, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ προλογίζει τα 154 σονέτα του. Στους κύκλους των φιλολόγων κερδίζει έδαφος η άποψη πως ο μυστηριώδης κύριος W. H. είναι το ίδιο πρόσωπο με τον νεαρό άνδρα προς τον οποίον απευθύνονται τα σονέτα 1-126, ενώ παραμένει μυστηριώδης η μορφή της «μαύρης κυρίας», δηλαδή της μελαχροινής γυναίκας προς την οποίαν απευθύνονται τα σονέτα 127-154. Η δίγλωσση έκδοση του corpus των σαιξπηρικών «Σονέτων» από τον Gutenberg σε δεκαπεντασύλλαβη ιαμβική μετάφραση Λένιας Ζαφειροπούλου είναι ένας εκδοτικός άθλος, που γίνεται ακόμη πιο περίτεχνος από τον λυρικό, ιδιαίτερα κατατοπιστικό πρόλογο της μεταφράστριας.
Τον Σαίξπηρ κατατρύχει το επελαύνον γήρας, που ωστόσο μετατρέπεται σε προμαχώνα από τον οποίο εξαπολύει πικρή κριτική στο αντικείμενο του πόθου του: «όταν θα σκάβουν αυλακιές του κάλλους σου το αμπέλι (…) τότε πού βρίσκετ’ η ομορφιά σου αν ερωτηθείς (…) μες στα σβησμένα μάτια σου πως βρίσκεται μην πεις».
Όπως ο Κύριος της χριστιανικής παραβολής των ταλάντων, έτσι και η Φύση χαρίζει δώρα, λέει ο μεγάλος ποιητής της Αναγέννησης, και ζητά λογαριασμό για την καλή ή κακή διαχείρισή τους στο τέλος της ζωής: υπό αυτό το πρίσμα θεωρούμενα, η ομορφιά και το νεανικό σφρίγος είναι «δώρα» των οποίων ο άγνωστος παραλήπτης των ποιημάτων δεν έκανε καλή χρήση (ή, τουλάχιστον, αυτό το συναίσθημα κατατρώγει τον ποιητή). Πρόκειται για το πορτραίτο ενός άπληστου νέου άνδρα που δεν αγαπά στην πραγματικότητα κανέναν, που η αλαζονεία του πληγώνει τους πάντες, που δεν τεκνοποιεί (όπως θα έπρεπε) ώστε να διαιωνίσει, μέσω μιας line of life, το θαύμα της ύπαρξής του. Ο ποιητής υπερβάλλει και με ακραίο αισθητισμό περιγράφει την ανθρώπινη ζωή σαν μια τεράστια σκηνή θεάτρου που την σχολιάζουν τα αστέρια από ψηλά. Ο αμφίφυλος αποδέκτης του σονέτου 20 («η Φύση σου ’χει ζωγραφίσει γυναίκας όψη, αφέντη εσύ του πάθους μου») φαίνεται να πήρε ανδρικό δέμας για να τυραννήσει τον ποιητή, σε μιαν εποχή που ο σοδομισμός στηλιτεύεται και επισύρει βαρύτατες ποινές και σε μιαν ηλικία που στερεί τον άνθρωπο από τα θέλγητρά του. Διπλή στέρηση λοιπόν: της ελευθερίας του πόθου και της νεότητας.
Το ατελέσφορον του σαρκικού πόθου οδηγεί τον Σαίξπηρ σε μετάθεση του βάρους σε πλατωνικό επίπεδο: «Απ’ της αγάπης την ισχύ μοιάζω να ξεψυχάω, συνθλίβομαι απ’ το κράτος της με βάρος τρομερό». Μια ψυχολογική ερμηνεία των σονέτων θα μπορούσε να οδηγήσει σε απλουστευτικά συμπεράσματα περί καταπιεσμένης ομοφυλοφιλίας και να εξαντλήσει εκεί την κατανόηση αυτών των ποιημάτων που, εις πείσμα της επιπολής ανάγνωσης, αντλούν την εκλεκτική ποιότητά τους από τη φιλοσοφική ενατένιση του ερωτικού πάθους. Επίμοχθη και βασανιστική είναι η κατάκτηση του βήματος απ’ όπου μπορεί ο ποιητής, αυτοϋπονομευόμενος και συντετριμμένος, να υμνήσει την πεμπτουσία του Κάλλους, που βρίσκεται πέρα από την παραπλανητική εικόνα που έχουν τα μάτια. Ο Έρως θεσπίζεται από τον γράφοντα και στον ναό του ο ίδιος λειτουργεί, ερήμην του ερώμενου προσώπου, με μια μοναδική ιερατικήν επισημότητα και με απόλυτη συναίσθηση του μάταιου του εγχειρήματος.
Τα ράκη ενός μη ανταποδιδόμενου, ηττημένου ερωτικού συναισθήματος ενδύεται ο ποιητής για να υμνήσει τον καταστροφέα του, εκούσια υποβάλλοντας τον εαυτό του σε αυτό το μαρτύριο: «Τέτοιος πλούτος του έρωτά σου η σκέψη είναι, που πλέον δεν θ’ άλλαζα τη μοίρα μου μ’ αυτή των βασιλέων». Το πρόσωπο του αγαπώμενου προσώπου συγκεντρώνει όλα τα «τρόπαια» των κομματιών της ύπαρξης του ποιητή που απήλαυσαν όλοι οι προηγούμενοι εραστές του. Διαφορά προθέσεων, διαφορά ηλικίας και εξωτερικής ομορφιάς, διαφορά κοινωνικής τάξης ανάμεσα στον ποιητή και τον αγαπημένο του, δημιουργούν ένα αγεφύρωτο χάσμα ενοχής και φόβου του στιγματισμού που γίνεται ασφυκτικό. Ο κουρελιασμένος έρωτάς του, στη διάσταση της αφοσίωσης και στη διάσταση της λαγνείας («θανάσιμο έχουν πόλεμο το μάτι κι η καρδιά μου και μάτια και καρδιά μαζί γλεντούν τον έρωτά μου») απειλείται από την αποσύνθεση και τη φθορά (decay).
Η ζωντανή καταγραφή της μνήμης λειτουργεί στα σαιξπηρικά σονέτα ως αλληγορία, διατρανώνοντας το απαράγραπτο δικαίωμα του βάρδου στην παραγωγή ποιητικών ψευδαισθήσεων, των οποίων μάλιστα δικαιούται την πλήρη κάρπωση. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, έκπληκτος βέβαια, πως όλο αυτό το δράμα τεκταίνεται ερήμην του αγαπώμενου προσώπου. Είναι χαρακτηριστικό το σονέτο 79, όπου «της χάριτος ο χρόνος» μαραίνεται και η Μούσα του ποιητή είναι άρρωστη, τη στιγμή που ο αγαπημένος του «δίνεται» (τρόπον τινά) σε άλλον ποιητή. Ο «ιδεώδης φίλος» περιγράφεται ως ερμητικά κλειστός κήπος: μια παραδείσια σύλληψη που ανάγει την καταγωγή της στον Μεσαίωνα. Ο Σαίξπηρ δεν φροντίζει ιδιαίτερα τη μορφή του στίχου του ούτε επεξεργάζεται σχολαστικά τα σονέτα του, και αυτό επίσης είναι γνώρισμα της μεσαιωνικής παράδοσης (αντίληψης περί αρετής και αγνότητας) που ψυχομαχεί, για να παραχωρήσει πανηγυρικά τη θέση της στο κυρίαρχο ανθρωποκεντρικό κοσμοείδωλο της εποχής που επελαύνει.
Στο σονέτο 109 ένας χωρισμός τριών χρόνων φαίνεται να έχει επιφέρει μια αιτία ρήξης: το συναίσθημα του ποιητή έχει ψυχρανθεί κάπως και με ελαφρά απολογητική διάθεση, στο σονέτο 110, ο Σαίξπηρ παραδέχεται πως οι μικρές απιστίες του απλώς οφείλονταν στην αναζήτησή του της χαμένης νιότης: «τα άθλια πειράματά μου», λέει, και αυτήν την «ελαφρά» απολογία τη συνεχίζει στα σονέτα 111-120, χρησιμοποιώντας παρόμοιες εκφράσεις αυτό-στιγματισμού: "stain", "frailties" (109); "offences" (110); "harmful deeds", "infection" (111); "shames" (112); "diseased": είναι οι «οικτρές μου πράξεις», το «λεκιασμένο χέρι», το «σκάνδαλο», η «νόσος», η «αμέλεια» της τόσο λυρικής μετάφρασης της κυρίας Ζαφειροπούλου που όμως -καθώς η ίδια, με θαυμαστή ταπεινότητα, παραδέχεται- στερείται «του μυστηρίου της αρχαίας γλώσσας» και των πολλαπλών συνυποδηλώσεων του πρωτοτύπου.
Είναι αμφίβολο το κατά πόσον κάποια σονέτα της πρώτης ομάδας (1-126) πράγματι ανήκουν εκεί, γιατί εκ πρώτης όψεως απευθύνονται σε ένα γυναικείο (ή γυναικόμορφο) πρόσωπο (97, 98, 99). Βέβαια τα ήθη της εποχής επιτρέπουν την τρυφερότητα μεταξύ ανδρών, τόσο εκπεφρασμένη σε στίχους αφοσίωσης όσο και σε χειρονομίες, ωστόσο τα σονέτα 97, 98 και 99 παραείναι εξωστρεφή και αποκαλυπτικά για την εποχή εκείνη. Φυσικά εκκρεμεί και το ζήτημα της πρόθεσης δημοσίευσης κάποιων ποιημάτων και γενικότερα το τοπίο είναι μάλλον σκοτεινό για περαιτέρω βεβαιότητες. Όπως σοφά και με μεγάλη γλυκύτητα προλογίζει η μεταφράστρια: «ένας ανελέητος πόλεμος κατά της κοινοτοπίας, αντιπερισπασμός στα καλλιπάρθενα πρότυπα του αυλικού έρωτα είναι και η εμμονή του ποιητή για τη «μαύρη κυρία» του: ένα ισχυρό ράπισμα στο αναγεννησιακό κλισέ: fair = ξανθή = ωραία», στο μέτρο στο οποίο οι εκφράσεις «π-αιδοίο της ντροπής» και «τετρ-άδοιο» αποδίδουν τους πολυσήμαντους και άκρως υπαινικτικούς αγγλισμούς του.
Το έργο Shakespeare’s Sonnets δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα 1609 από τον Thomas Thorpe στο Λονδίνο. Αυτή η πρώτη έκδοση, ονομαζόμενη Quarto, είναι ό,τι παλαιότερο έχουμε, καθώς χειρόγραφα δεν σώζονται. Δεν ξέρουμε τίποτε για τις λεπτομέρειες αυτής της έκδοσης, για το αν ο εκδότης είχε τη σύμφωνη γνώμη του ποιητή ή για το αν ο Σαίξπηρ επιμελήθηκε ο ίδιος την τελική μορφή του χειρογράφου, τη σειρά των ποιημάτων κ.λπ. Το βιβλίο αφιερώνεται από τον εκδότη σε κάποιον Mr. W.H., η ταυτότητα του οποίου είναι άγνωστη. Το έργο αποτελείται από 154 άτιτλα, αριθμημένα σονέτα με την ίδια πάντα δομή: τρία τετράστιχα με ομοιοκαταληξία πλεκτή και διαφορετική στην κάθε στροφή και ένα συμπερασματικό δίστιχο με ζευγαρωτή ρίμα. Εξαίρεση σ’ αυτή τη μορφή αποτελούν το δεκαπεντάστιχο σονέτο 99 και το δωδεκάστιχο 126, αποτελούμενο από 6 δίστιχα με ζευγαρωτή ρίμα. Τα σονέτα 1-126 απευθύνονται σε έναν νεαρό άνδρα. Τα σονέτα 127-154 απευθύνονται στη μαύρη κυρία, όπως την λέει η βιβλιογραφία, παρ’ όλο που οι λέξεις black lady δεν απαντώνται πουθενά στο έργο. Πρόκειται για μια μελαχροινή ερωμένη πλασμένη από τον Σαίξπηρ εις πείσμα όλων των ξανθών πετραρχικών και ελισαβετιανών προτύπων γυναικείου κάλλους και αρετής. Για να χρονολογηθούν τα ποιήματα, έχουν μελετηθεί μέσα τους οι σπάνιες πρώιμες και όψιμες λέξεις, λέξεις δηλαδή που εμφανίζονται το πολύ εννέα φορές μέσα στο σύνολο του σαιξπηρικού έργου, οι μεν πρώιμες σε έργα πριν το 1600, οι δε όψιμες σε έργα μετά το 1600. Σύμφωνα λοιπόν με τη μελέτη αυτή, τα σονέτα της μαύρης κυρίας, 127-154 είναι πρωιμότερα, γραμμένα από το 1591 ώς το 1598, ενώ τα ποιήματα 1-126 θεωρούνται μεταγενέστερα, γραμμένα από το 1598 ώς το 1604.
Η μεταφράστρια Λένια Ζαφειροπούλου λέει σε συνέντευξή της:
"Ελάχιστες αναφορές κάνουν τα σονέτα σε ιστορικά γεγονότα, θα έλεγα σχεδόν μόνον τις εξής δύο: Το σονέτο 73 παρομοιάζει τα γυμνά κλαδιά του χειμώνα με τα κατεστραμμένα ρωμαιοκαθολικά μοναστήρια της Αγγλίας. Τολμηρό για έναν υπήκοο της Ελισάβετ να δείχνει ότι πενθεί για τα παπικά ερείπια. Η δεύτερη αναφορά βρίσκεται στο σονέτο 107 κι είναι πολύ αινιγματική. Ο Σαίξπηρ μιλά για μια συμφορά που πέρασε κι αποδείχτηκε λιγότερο καταστροφική απ’ όσο αναμενόταν. Μπορεί να εννοεί την κραταιά ισπανική Αρμάδα που οι Άγγλοι κατατρόπωσαν το 1588. Μπορεί όμως να εννοεί και τον ίδιο το θάνατο της βασίλισσας Ελισάβετ το 1603. Το θάνατο αυτόν τον περίμεναν στην Αγγλία με τρομερή ανησυχία, καθώς η βασίλισσα ήταν άτεκνη και η χώρα φοβόταν αναταραχές, εμφύλιες διαμάχες, μέχρι και σφετερισμό του θρόνου από ξένες δυνάμεις μετά την εκδημία της. Τελικά, η γρήγορη και απρόσκοπτη στέψη του Ιακώβου Α’ διέψευσε τους κακούς μάντεις.
Κατά τα άλλα, στα σονέτα υπάρχουν πολλές και εμφανείς αναφορές στη Βίβλο. Η Βίβλος είναι φανερά πολύ παρούσα στους συνειρμούς του ποιητή, όπως βέβαια και στο μυαλό όλων των συγχρόνων του. Ύστερα, οι ασκήσεις του Σαίξπηρ πάνω στο θέμα έρωτας, ερωτική εξουσία και υποταγή, πίστη και απιστία, αλήθεια και πλάνη του ερωτικού αισθήματος, περνούν από όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής του 16ου αιώνα: είναι φορές που η ερωτική υπόθεση μοιάζει με δίκη κι έχει γλώσσα δικανική. Άλλη φορά μοιάζει με εμπόριο, με οικονομική συναλλαγή ή με τοκογλυφία κι έχει τη γλώσσα του χρήματος. Κάποιες φορές πρέπει ο έρωτας να διαλαληθεί σ’ όλη την ανθρωπότητα μέχρι τα τέλη των αιώνων. Αλλού πρέπει να κρυφτεί μακριά απ’ το ζηλόφθονο βλέμμα του κόσμου. Άλλες φορές σου φέρνει δόξα. Άλλες σε γελοιοποιεί. Αλλού ο Σαίξπηρ γράφει επειδή ο έρωτας αξίζει τα πάντα και αλλού επειδή ο έρωτας δεν αξίζει τίποτα. Σε σχέση με την ερωτική ποίηση που έχουμε συνηθίσει ως μεταρομαντικοί άνθρωποι, είναι εντυπωσιακό το ότι ο Σαίξπηρ περνά συνεχώς τον έρωτα μέσα από εκφάνσεις του δημόσιου βίου, μέσα απ’ το κοινωνικό κύρος, την εξουσία, το χρήμα και την κοινή γνώμη. Αυτό εκθέτει και τον ποιητή και τον εραστή του πολύ περισσότερο απ’ όσο η ιδιωτική ερωτική ποίηση και κάνει τον ερωτισμό του πολύ πιο επικίνδυνο, ταραγμένο και σκανδαλώδη".
" Παρά το γεγονός ότι ο Έρωτας κυριαρχεί ως θεματική, υφέρπει ο ύμνος στον εφήμερο χαρακτήρα της ζωής και του νεανικού κάλλους και καιροφυλακτεί η παγίδα του πόθου ως επικρεμάμενη απειλή. Η παροδικότητα και συντομία της νιότης κυριαρχεί στα σονέτα 1-17, στο 18 και στο 55 επιχειρείται η απαθανάτιση του νεαρού άντρα και στα τελευταία της πρώτης ενότητας (116, λόγου χάριν) αποτυπώνεται η πλατωνική διέξοδος ως αντίδοτο της θνητότητας. Το σημαντικό σε αυτήν την έκδοση είναι πως πληροί τις προδιαγραφές μιας σώφρονος, μετρημένης αναμέτρησης με το δύσβατο σημασιολογικό πεδίο που διανοίγουν τα σονέτα του μεγάλου ελισαβετιανού βάρδου, που, όσο κι αν συχνά αμφισβητείται η πατρότητα ή η γνησιότητα ή η συνοχή κάποιων απ’ αυτά, μας αποκαλύπτουν μιαν ανομολόγητη και από κάποιους μη αποδεκτή έκφανση της προσωπικότητας του Σαίξπηρ", συνεχίζει η Λένια Ζαφειροπούλου.
Σχεδόν σε όλα τα σονέτα το πρώτο ή έστω το δεύτερο θέμα είναι ο χρόνος. Ο Σαίξπηρ πολεμά μέσα τους το χρόνο με όλα τα κλασικά όπλα της ποίησης: με τον ερωτικό ύμνο, την εξιδανίκευση του αγαπημένου, την καύχηση για τη δύναμη των στίχων, τα αισιόδοξα αποφθέγματα, τους όρκους για αιώνια μνήμη και αιώνια αγάπη. Και όμως, ίσα ίσα με το ότι είναι τόσο πολλά και τόσο παράφορα αυτά τα σονέτα, είναι σαν ο ποιητής τους να υπερεκθέτει και να μαζεύει σ’ ένα σωρό τον ανθρώπινο ζήλο κατά της λήθης, για να κρυφογελάσει με τη ματαιότητά του. Ο Σαίξπηρ ξέρει πως «είμαστε απ’ το υλικό που φτιάχνονται τα όνειρα», όπως λέει στην Τρικυμία, και πως η ζωή μας ξεστήνεται όπως ξεστήνεται το σκηνικό του μετά την παράσταση. Όλα του τα έργα έχουν τεράστιο πόλεμο με το χρόνο. Αλλά ο Σαίξπηρ ζει την ύπαρξη με την ελαφρότητα και το ριψοκίνδυνο μειδίαμα της εποχής του. Ξέρει πως όσο υπέρτερη και αθάνατη τέχνη κι αν σερβίρει επί σκηνής, μόλις περάσει τα τείχη του Globe και στρίψει στη γωνία, εκεί τον περιμένει η πανούκλα, το στιλέτο μιας συμμορίας ή η αιφνίδια κρατική δυσμένεια. Έτσι γελά με τον εαυτό του, τον έρωτά του, τον νέο του και με ολόκληρη τη γήινη σφαίρα.
Η Ανθούλα Δανιήλ γράφει στην κριτική της: "Στην παράμετρο των ποιητών που επέδρασαν πάνω στον Σαίξπηρ επισημαίνεται, με κάποια επιφύλαξη, ο Πετράρχης που ωστόσο δεν ήταν γνωστός τόσο ως ερωτικός, αλλά ως στοχαστικός υμνητής της υστεροφημίας. Ο Μιχαήλ Άγγελος έχει γράψει κι εκείνος για αγαπημένο φίλο, ο Έρασμος έχει προτροπές για γάμο, όπως τα σονέτα 1-17 του Σαίξπηρ, και ο Οβίδιος στον επίλογο των Μεταμορφώσεών του «αυτοανακηρύσσεται νικητής του θανάτου διά της ποιήσεως». Διαφορά σημαντική ανάμεσα σε όλα αυτά και τον Σαίξπηρ είναι η δύναμη του θέματος και όχι η τέχνη του ποιητή, «η ίδια η αξία του νεαρού φίλου». Όμως, και εδώ επισημαίνεται μια σοβαρή ανατροπή, εφόσον ο Σαίξπηρ με τη μαύρη κυρία του φαίνεται να «βγάζει τη γλώσσα» σε όλες τις αγγελικές αναγεννησιακές φιγούρες και γενικά στον καθωσπρεπισμό. Από την άλλη πάλι, στη θεματολογία του, υπάρχει και η προτροπή για γάμο και για ποίηση, αφού με αυτούς τους τρόπους μπορεί κανείς να παραμείνει στη μνήμη των ανθρώπων. Άλλοτε, πάλι, αυτοαμφισβητείται, άλλοτε μιλά για την ασθένεια του έρωτα ή το μηδέν του έρωτα. Γενικώς, οι καταμετρημένες απόψεις, για το τι είναι ή δεν είναι ο έρωτας, και πολλές και ποικίλες είναι. Από την ενότητα, λοιπόν, «Περί έρωτος και άλλων δεινών», επιλέγουμε ερωτήματα: Ο έρωτας είναι η «ευλογημένη εξαίρεση στους νόμους της παγκόσμιας αδιαφορίας»; Είναι η «Ύβρις αδιαφορίας προς την υπόλοιπη κτίση»; Είναι «αρετή της απάρνησης ή η ύβρις της ειδωλολατρίας»; Μήπως «έξοδος από τα τείχη ή εγκλεισμός στο κάστρο», «ευλογία, αποκάλυψη της κρυφής αρμονίας του κόσμου»; Αυτά και πολλά άλλα, συχνά αντικρουόμενα και αλληλοαναιρούμενα, θα συναντήσει κανείς για να αποφανθεί τελικά ότι ο έρωτας είναι, και δεν είναι, όλα αυτά μαζί και κάμποσα ακόμα".
Παρά το γεγονός ότι ο Έρωτας κυριαρχεί ως θεματική, υφέρπει ο ύμνος στον εφήμερο χαρακτήρα της ζωής και του νεανικού κάλλους και καιροφυλακτεί η παγίδα του πόθου ως επικρεμάμενη απειλή. Η παροδικότητα και συντομία της νιότης κυριαρχεί στα σονέτα 1-17, στο 18 και στο 55 επιχειρείται η απαθανάτιση του νεαρού άντρα και στα τελευταία της πρώτης ενότητας (116, λόγου χάριν) αποτυπώνεται η πλατωνική διέξοδος ως αντίδοτο της θνητότητας. Το σημαντικό σε αυτήν την έκδοση είναι πως πληροί τις προδιαγραφές μιας σώφρονος, μετρημένης αναμέτρησης με το δύσβατο σημασιολογικό πεδίο που διανοίγουν τα σονέτα του μεγάλου ελισαβετιανού βάρδου, που, όσο κι αν συχνά αμφισβητείται η πατρότητα ή η γνησιότητα ή η συνοχή κάποιων απ’ αυτά, μας αποκαλύπτουν μιαν ανομολόγητη και από κάποιους μη αποδεκτή έκφανση της προσωπικότητας του Σαίξπηρ.
"ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡ"
O "Ιούλιος Καίσαρ"(αγγλικός τίτλος: The Tragedy of Iulius Cæsar) είναι θεατρικό έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Το έργο αναφέρεται στις συνθήκες γύρω από τη συνομωσία κατά του Ιουλίου Καίσαρα και στις συνέπειες της δολοφονίας του. Διαδραματίζεται στη Ρώμη και τους Φιλίππους και ο αφηγηματικός χρόνος δράσης, που είναι στην πραγματικότητα μεταξύ 44 και 42 π.Χ., συμπυκνώνεται σε λίγες μέρες.
Η κύρια πηγή του Σαίξπηρ ήταν οι βιογραφίες του Ιουλίου Καίσαρα και του Βρούτου από το έργο Βίοι Παράλληλοι του Πλούταρχου στην αγγλική μετάφραση του 1579 από τον σερ Τόμας Νορθ. Ο Σαίξπηρ πιθανότατα ολοκλήρωσε το έργο το 1599, παίχτηκε για πρώτη φορά στις 21 Σεπτεμβρίου 1599 και εκδόθηκε το 1623.
Σε αντίθεση με πολλούς ήρωες σε άλλα έργα του Σαίξπηρ, ο Καίσαρας δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο, εμφανίζεται μόνο σε τρεις σκηνές και δολοφονείται στην αρχή της τρίτης πράξης. Περισσότερο προβάλλεται ο Βρούτος και τα αντικρουόμενα συναισθήματά του ανάμεσα στο καθήκον του πατριωτισμού και τη στοργή προς τον Καίσαρα.
Υπήρχαν πολλά «Δράματα του Καίσαρα» στην ελισαβετιανή περίοδο, αλλά η εκδοχή του Σαίξπηρ ήταν από τις πιο δημοφιλείς.
Οι περισσότεροι μελετητές του Σαίξπηρ συμφωνούν ότι το έργο αντανακλά τη γενική ανησυχία της Ελισαβετιανής Αγγλίας και τους φόβους για τη διαδοχή της ηγεσίας. Την εποχή της συγγραφής και της πρώτης παράστασης, η ισχυρή βασίλισσα Ελισάβετ Α' ήταν ηλικιωμένη και είχε αρνηθεί να ορίσει διάδοχο, με αποτέλεσμα να ανησυχούν ότι ένας εμφύλιος πόλεμος παρόμοιος με αυτόν της Ρώμης μπορεί να ξεσπάσει μετά τον θάνατό της.
Το έργο διαδραματίζεται στη Ρώμη και προς το τέλος στην Ελλάδα (Σάρδεις και Φιλίππους).
Δύο Ρωμαίοι αξιωματούχοι παρακολουθούν τον λαό της Ρώμης να πανηγυρίζει για τη θριαμβευτική επιστροφή του Ιουλίου Καίσαρα μετά τη νίκη του κατά του αντιπάλου του Πομπήιου. Επιχειρούν να σταματήσουν τις γιορτές και να διαλύσουν τον κόσμο, αλλά αντιμετωπίζονται με προσβολές. Κατά τη διάρκεια της γιορτής των Λουπερκάλιων, ένας οιωνοσκόπος προειδοποιεί τον Καίσαρα να φυλάγεται γιατί θανάσιμος κίνδυνος τον περιμένει στις Ειδούς του Μαρτίου, αυτός όμως αγνοεί την προειδοποίηση. Εν τω μεταξύ, ο Κάσσιος προσπαθεί να πείσει τον Βρούτο να συμμετάσχει στη συνωμοσία για τη δολοφονία του Καίσαρα. Ο Βρούτος, φίλος του Καίσαρα και που πολλοί τον θεωρούσαν γιο του, διστάζει για τη δολοφονία, συμφωνεί ωστόσο ότι ο Καίσαρας κάνει κατάχρηση της εξουσίας του.
Στη συνέχεια, μαθαίνουν από τον Κάσκα ότι ο Μάρκος Αντώνιος στη γιορτή των Λουπερκάλιων πρόσφερε στον Καίσαρα το στέμμα της Ρώμης τρεις φορές και ότι κάθε φορά ο Καίσαρας το αρνήθηκε με αυξανόμενη απροθυμία, ελπίζοντας ότι το πλήθος που παρακολουθούσε θα επέμενε να το δεχτεί. Λέει επίσης ότι το πλήθος επευφήμησε τον Καίσαρα που αρνήθηκε το στέμμα και αυτό αναστάτωσε τον Καίσαρα. Την παραμονή των Ειδών του Μαρτίου, οι συνωμότες συναντιούνται και αποκαλύπτουν ότι έχουν πλαστογραφήσει επιστολές υποστήριξης από τον ρωμαϊκό λαό για να δελεάσουν τον Βρούτο να συμμετάσχει. Ο Βρούτος διαβάζει τα γράμματα και, μετά από πολλή συζήτηση και ταραχή, αποφασίζει να συμμετάσχει στη συνωμοσία, πιστεύοντας ότι ο Καίσαρας πρέπει να σκοτωθεί για να αποτραπεί η δράση του εναντίον της Ρωμαϊκής δημοκρατίας.
Αφού αγνόησε τους οιωνούς καθώς και τα προαισθήματα της γυναίκας του Καλπουρνίας, ο Καίσαρας πηγαίνει στη Σύγκλητο. Καθ' οδόν, βλέπει τον οιωνοσκόπο και τον περιπαίζει: «Οι Ειδοί του Μαρτίου ήρθαν». Αυτός όμως του απαντά: «Ναι, ήρθαν, αλλά δεν πέρασαν». Οι συνωμότες τον πλησιάζουν με ένα ψεύτικο αίτημα και καθώς συζητούν, ο Κάσκας και οι άλλοι τον μαχαιρώνουν ξαφνικά. Ο Βρούτος χτυπάει τελευταίος. Όταν τον βλέπει, ο Καίσαρας παύει να αντιστέκεται και προφέρει την περίφημη φράση «Και συ τέκνον, Βρούτε;».
Οι συνωμότες διευκρινίζουν ότι διέπραξαν τον φόνο για το καλό της Ρώμης, προκειμένου να αποτρέψουν μια αυταρχική διακυβέρνηση και να σώσουν τη Ρωμαϊκή δημοκρατία. Το αποδεικνύουν αυτό καθώς δεν προσπαθούν να διαφύγουν από τη σκηνή. Ο Βρούτος εκφωνεί λόγο υπερασπιζόμενος τη δολοφονία και προς το παρόν το πλήθος είναι με το μέρος του.
Ωστόσο, ο Μάρκος Αντώνιος απευθύνεται κι αυτός στον λαό πάνω από το πτώμα του Καίσαρα, ξεκινώντας με το πολυσυζητημένο «Φίλοι, Ρωμαίοι, συμπατριώτες, ακούστε με!» Τους θυμίζει τα επιτεύγματα του Καίσαρα για τη Ρώμη, τη συμπάθειά του προς τους φτωχούς και την άρνησή του να λάβει το στέμμα, αμφισβητώντας έτσι τον ισχυρισμό του Βρούτου για τη φιλοδοξία του Καίσαρα. Δείχνει το ματωμένο, άψυχο σώμα του Καίσαρα στο πλήθος για να τους κάνει να δακρύσουν και να κερδίσει τη συμπάθεια για τον νεκρό ήρωα και διαβάζει τη διαθήκη του Καίσαρα, στην οποία κάθε Ρωμαίος πολίτης θα έπαιρνε 75 δραχμές. Έτσι, ο Μάρκος Αντώνιος μεταστρέφει την κοινή γνώμη και ξεσηκώνει τον λαό να διώξει τους συνωμότες από τη Ρώμη. Μέσα στην αναταραχή, ένας αθώος ποιητής, ο Κίννας, συγχέεται με τον συνωμότη Λεύκιο Κίννα και δολοφονείται από τον όχλο.
Ο Αντώνιος συναντά στο σπίτι του τον υιοθετημένο γιο του Καίσαρα Οκταβιανό και τον Μάρκο Λέπιδο και σχηματίζουν τη Δεύτερη ρωμαϊκή τριανδρία. Συμφωνούν για το ποιοι αντίπαλοι πρέπει να διωχθούν. Εν τω μεταξύ, ο Βρούτος και ο Κάσσιος έχουν φύγει και συγκεντρώνουν στρατεύματα στο στρατόπεδό τους κοντά στις Σάρδεις. Ο Βρούτος επιτίθεται στον Κάσσιο επειδή έμαθε ότι δωροδοκήθηκε για τη δολοφονία, οι δυο τους τελικά συμφιλιώνονται. Ο Βρούτος μαθαίνει ότι η αγαπημένη του γυναίκα Πορκία αυτοκτόνησε υπό το άγχος της απουσίας του από τη Ρώμη. Τον ενημερώνουν επίσης ότι στη Ρώμη διώκονται οι υποστηρικτές της συνωμοσίας και ότι ο Κικέρων είναι μεταξύ των διωχθέντων. Εκείνη τη νύχτα, το φάντασμα του Καίσαρα εμφανίζεται στον Βρούτο, τον προειδοποιεί ότι θα ηττηθεί στη μάχη ενάντια στον Αντώνιο και τον Οκταβιανό και καταλήγει: «Οψόμεθα εις Φιλίππους».
Στη μάχη των Φιλίππων τα στρατεύματα του Μάρκου Αντώνιου νίκησαν τον Κάσσιο. Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Κάσσιος βάζει τον υπηρέτη του να τον σκοτώσει αφού έμαθε τη σύλληψη του καλύτερου φίλου του Τιτίνιου. Όταν ο Τιτίνιος, που δεν είχε συλληφθεί, βλέπει το πτώμα του Κάσιου, αυτοκτονεί. Από την πλευρά του, ο Βρούτος κερδίζει το πρώτο στάδιο της μάχης και αντιστέκεται στις λεγεώνες τού Οκταβιανού αλλά η νίκη του δεν είναι οριστική. Με βαριά καρδιά, ο Βρούτος μάχεται ξανά την επόμενη μέρα. Ζητά από τους φίλους του να τον σκοτώσουν, αλλά αυτοί αρνούνται. Ηττάται και αυτοκτονεί πέφτοντας πάνω στο σπαθί του, που το κρατάει ένας πιστός του στρατιώτης.
Στη συνέχεια, υπάρχει ένας μικρός υπαινιγμός για ψυχρότητα μεταξύ του Μάρκου Αντώνιου και του Οκταβιανού που αποτελεί το θέμα ενός άλλου από τα ρωμαϊκά έργα του Σαίξπηρ, τον Αντώνιο και Κλεοπάτρα.
Το έργο τελειώνει με τον Μάρκο Αντώνιο να εκφωνεί μια ομιλία στην οποία υμνεί τον Βρούτο και τον περιγράφει ως τον μόνο ανιδιοτελή συμμετέχοντα στη συνωμοσία κατά του Καίσαρα: διακηρύσσει ότι ο Βρούτος παρέμεινε «ο ευγενέστερος Ρωμαίος από όλους» επειδή ήταν ο μόνος συνωμότης που πίστευε ότι έδρασε για το καλό της πατρίδας του.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΝΤΕ ΛΑΣ ΚΑΣΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΙΣΠΑΝΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ ΣΤΙΣ ΔΥΤΙΚΕΣ ΙΝΔΙΕΣ
Πρόλογος του Επισκόπου Fray Bartolomé de las Casas, ή Casaus, προς τον Ύψιστο και Παντοδύναμο Άρχοντα, τον Πρίγκιπα της Ισπανίας, Don Fe...
-
Αντισταθείτε σ'αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει "Καλά είμαι εδώ". Αντισταθείτε σ'αυτόν που γύρισε πάλι στο σ...
-
1. Ορθολογισμός (ρασιοναλισμός): Σύμφωνα με τους ορθολογιστές φιλοσόφους, η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως από τον ίδιο τον ορθό ...
-
Τρεις είναι οι κορυφαίοι αναγεννησιακοί επιστήμονες που άνοιξαν το δρόμο της νεότερης επιστήμης: Ο Κοπέρνικος, ο Παράκελσος και Ο Βεζά...


































































Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου