Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ ΓΙΟΥΡΣΕΝΑΡ, "ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ" (ή: "Το έγκλημα")

Θα σας εξηγήσω, κύριοι δικαστές... Έχω μπροστά μου αμέτρητες κόγχες ματιών, κυκλικές γραμμές χεριών που ακουμπάνε πάνω στα γόνατα, πόδια γυμνά πάνω στις πέτρες, ακίνητες κόρες απ’ όπου φεύγει η ματιά, στόματα κλειστά όπου η σιωπή προετοιμάζει μια κρίση. Έχω μπροστά μου θεμέλια από πέτρα. Σκότωσα αυτόν τον άντρα μ’ ένα μαχαίρι, μέσα στο μπάνιο, με τη βοήθεια του αξιολύπητου εραστή μου, που δεν άξιζε ούτε τα πόδια να του πιάσει.
Γνωρίζετε την ιστορία μου: δεν υπάρχει κανείς από σας που να μην την έχει επαναλάβει είκοσι φορές στο τέλος των μακροσκελών γευμάτων ενώ γύρω του οι υπηρέτες χασμουριούνται, αλλά κι ούτε μια απ’ τις γυναίκες σας που να μην έχει ονειρευτεί μια νύχτα της ζωής της να ήταν Κλυταιμνήστρα. Οι δολοφονικές σας σκέψεις, οι ανομολόγητες επιθυμίες σας διασχίζουν τρέχοντας το μήκος των σκαλοπατιών και γέρνουν προς τα μένα, έτσι που κάτι τρομερό που κινείται εδώ μέσα να δημιουργεί από σας τη δική μου συνείδηση κι από μένα τη δική σας κραυγή. Ήλθατε εδώ με το σκοπό να επαναληφθεί η σκηνή του φόνου μπρος στα μάτια σας πιο γρήγορα απ’ ό,τι στην πραγματικότητα, γιατί καλεσμένοι στην τραπεζαρία για το βραδινό φαγητό μπορείτε ν’ αφιερώσετε το πολύ μερικές ώρες για να μ’ ακούσετε να κλαίω. Και μέσα σ’ αυτό το ελάχιστο διάστημα πρέπει επιπλέον να εκθέσω ανοιχτά όχι μόνο τις πράξεις μου αλλά και τα αίτιά τους, τα αίτια αυτά που για να τα επιβεβαιώσω χρειάστηκαν σαράντα χρόνια. Περίμενα αυτόν τον άντρα πριν ακόμα υπάρξει σαν όνομα, σαν πρόσωπο, αφότου δεν ήταν παρά η μακρινή μου δυστυχία. Έψαξα μέσα στο πλήθος των ζωντανών αυτή την ύπαρξη, την αναγκαία για τις μελλοντικές μου απολαύσεις: δεν κοίταξα τους άντρες παρά όπως παρατηρεί κανείς με προσοχή τους περαστικούς μπρος στο τζάμι του σταθμού, ώστε να βεβαιωθεί καλά ότι δε βρίσκεται ανάμεσά τους αυτός που περιμένει. Ήταν γι’ αυτόν που η μαμή με τράβηξε να βγω απ’ την κοιλιά της μάνας μου· για να κρατώ τους λογαριασμούς του πλούσιου σπιτικού του έμαθα αρίθμηση στο αβάκιο του σχολείου. Ύφανα σημαίες και χρυσά λάβαρα για να στολίσω τους δρόμους που πιθανόν ν’ ακούμπα- γε το πόδι αυτού του αγνώστου, που θα μ’ έκανε δούλα του· πολύ προσεχτικά άφησα να πέσουν ’δω και ’κει πάνω στ’ απαλό ύφασμα μερικές σταγόνες απ’ το αίμα μου. Οι γονείς μου τον διάλεξαν για μένα: και παρόλο που χωρίς να το ξέρουν ήμουν ήδη κυριευμένη απ’ αυτόν, υπάκουα ακόμα στις επιθυμίες τους, γιατί οι επιλογές μας προέρχονται απ’ αυτούς, κι ο άνθρωπος που αγαπάμε είναι πάντα αυτός που οι πρόγονοί μας ονειρεύτηκαν. Τον άφησα να θυσιάσει το μέλλον των παιδιών μας στις ανθρώπινες φιλοδοξίες του: ούτε καν έκλαψα όταν πέθανε η κόρη μου. Συγκατατέθηκα να χαθώ μες στη μοίρα μου, όπως το φρούτο σ’ ένα στόμα, για να του φέρω μια αίσθηση γλυκύτητας.
Κύριοι δικαστές, δεν τον γνωρίσατε παρά παχύ απ’ τη δόξα και γερασμένο απ’ τα δέκα χρόνια πόλεμο, κάτι σαν τεράστιο είδωλο, φθαρμένο απ’ τα χάδια των γυναικών της Ασίας, στιγματισμένο απ’ τη λάσπη των τάφρων. Μόνο εγώ τον συναναστράφηκα στη θεϊκή εποχή του. Μου ήταν ευχάριστο να του φέρνω σε μεγάλο χάλκινο δίσκο το ποτήρι με το νερό που θα σκόρπιζε μέσα του αποθέματα δροσιάς· μ’ ευχαριστούσε, μες στη ζεστή κουζίνα, να ετοιμάζω τα φαγητά που χόρταιναν την πείνα του και τον πληρούσαν μ’ αίμα. Μ’ ευχαριστούσε, κουρασμένη απ’ το βάρος του ανθρώπινου σπόρου, ν’ ακουμπώ τα χέρια στη φουσκωμένη μου κοιλιά που βλάσταιναν τα παιδιά μου. Το βράδυ, όταν γύριζε απ’ το κυνήγι, ριχνόμουν με χαρά στο χρυσαφένιο στήθος του.
Αλλά οι άντρες δεν είναι φτιαγμένοι να περνάνε όλη τους τη ζωή ζεσταίνοντας τα χέρια τους στη φωτιά απ’ το ίδιο τζάκι: έφυγε για καινούργιες κατακτήσεις, και μ’ άφησε σαν ένα μεγάλο άδειο σπίτι πλημμυρισμένο απ’ τα χτυπήματα ενός άχρηστου ρολογιού. Ο καιρός που περνούσε μακρυά του κυλούσε χωρίς χρησιμότητα, σταγόνα σταγόνα ή σε κύματα, σα χαμένο αίμα, αφήνοντάς με κάθε μέρα πιο φτωχή από μέλλον. Μεθυσμένοι μαντατοφόροι μού διηγούνταν τη ζωή του στα στρατόπεδα: ο στρατός της Ανατολής κυριαρχούνταν από γυναίκες: Ιουδαίες της Θεσσαλονίκης, Αρμένιες απ’ την Τυφλίδα, που τα μπλε μάτια τους κάτω από σκούρα βλέφαρα σ’ έκαναν να σκέφτεσαι τις πηγές σε βαθιές σκοτεινές σπηλιές, Τουρκάλες βαριές και γλυκιές, όπως τα γλυκίσματά τους τα φορτωμένα μέλι. Έπαιρνα γράμματα τις μέρες των γιορτών· η ζωή μου περνούσε παραφυλώντας στο δρόμο το κουτσό βήμα του ταχυδρόμου. Τη μέρα πάλευα ενάντια στην απελπισία, τη νύχτα ενάντια στην επιθυμία, χωρίς σταματημό ενάντια στο κενό, αυτή τη θαμπή μορφή της δυστυχίας.
Τα χρόνια διαδέχονταν το’να τ’ άλλο στη σειρά, σαν πομπή μοναχικών γυναικών· το χωριό ήταν μαύρο από γυναίκες σε πένθος. Ζήλευα αυτές τις δυστυχισμένες που είχαν σαν αντίζηλο τη γη μονάχα και που ήξεραν τουλάχιστον ότι ο άντρας τους κοιμάται μόνος. Επέβλεπα εκ μέρους του τις εργασίες στους αγρούς και τους θαλάσσιους δρόμους· συγκέντρωνα τις συγκομιδές· διέταζα να καρφώνουν τα κεφάλια των ληστών στον πάσσαλο της αγοράς· χρησιμοποιούσα τ’ όπλο του για να ρίχνω στις κουρούνες· χτυπούσα τα πλευρά της κυνηγετικής του φοράδας με τις γκέττες μου από σκούρο μουσαμά. Λίγο-λίγο αντικαθιστούσα τον άντρα που μου έλειπε και που τον είχα συνηθίσει. Έφτανα να κοιτώ με το δικό του βλέμμα το λευκό περιλαίμιο των υπηρετών.
Ο Αίγισθος κάλπαζε δίπλα μου στη χέρσα γη· η εφηβεία του συνέπεσε με τον καιρό της δικιάς μου χηρείας· βρισκόταν σχεδόν σε ηλικία να ενωθεί με τους άλλους άντρες· με πήγε πίσω, στην εποχή των φιλημά- των που ανταλλάσσαμε με τα ξαδέλφια μες στο δάσος τον καιρό των μεγάλων διακοπών. Τον έβλεπα λιγότερο σαν εραστή και περισσότερο σαν ένα παιδί, που μου έλειπε· πλήρωνα τους λογαριασμούς του για σαμάρια και γι’ αγορές αλόγων. Δεν ήμουν μόνο άπιστη στον άλλο άντρα, τον αντέγραφα επιπλέον: ο Αίγισθος δεν ήταν για μένα παρά τ’ αντίστοιχο των γυναικών της Ασίας. Κύριοι δικαστές, δεν υπάρχει παρά ένας άντρας στον κόσμο: οι άλλοι για κάθε γυναίκα δεν είναι παρά ένα λάθος ή ένα θλιβερό υποκατάστατο. Κι η μοιχεία δεν είναι συχνά παρά η απελπισμένη μορφή της πίστης. Αν εξαπάτησα κάποιον, αυτός είναι βέβαια ο φτωχός Αίγισθος. Τον είχα ανάγκη για να ξέρω ως ποιο σημείο αυτός που αγαπούσα ήταν αναντικατάστατος.
Κουρασμένη να τον χαϊδεύω, ανέβαινα στον πύργο να μοιραστώ την αϋπνία του παρατηρητή. Κάποια νύχτα, ο ορίζοντας της Ανατολής φλογίστηκε, τρεις ώρες πριν απ’ την αυγή. Η Τροία καιγόταν: ο άνεμος που ερχόταν απ’ την Ασία έφερνε μαζί του, περνώντας πάνω απ’ τη θάλασσα, σπίθες και σύννεφα στάχτης· φωτιές χαράς απ’ τους φρουρούς άναψαν στις βουνοκορφές: ο Άθως κι ο Όλυμπος, η Πίνδος κι ο Ερύμανθος φλογίστηκαν σαν πυρές καταδίκων· η τελευταία γλώσσα της φωτιάς στάθηκε απέναντί μου, στο μικρό λόφο που για εικοσιπέντε χρόνια μού έφραζε τον ορίζοντα. Έβλεπα το κρανοφόρο κεφάλι του παρατηρητή να χύνεται μπροστά για ν’ ακούσει τον ψίθυρο των κυμάτων: σε κάποιο μέρος της θάλασσας, ένας άντρας χρυσοστολισμένος ακουμπούσε στην πλώρη και άφηνε κάθε γύρισμα του έλικα να τον φέρνει πιο κοντά στη γυναίκα του και το μακρινό σπιτικό του. Κατεβαίνοντας τον πύργο οπλίστηκα μ’ ένα μαχαίρι. Ήθελα να σκοτώσω τον Αίγισθο, να βάλω να πλύνουν το ξύλο του κρεβατιού και τις πλάκες του δωματίου, να βγάλω απ’ το βάθος του μπαούλου το ρούχο που φορούσα τη στιγμή του χωρισμού, να εξαλείψω με κάθε τρόπο αυτά τα δέκα χρόνια, σα νάταν ένα τίποτα μέσα στο σύνολο των ημερών της ζωής μου.
Περνώντας μπροστά απ’ τον καθρέφτη σταμάτησα για να χαμογελάσω: ξαφνικά είδα τον εαυτό μου· κι η θέα του μού θύμισε πως είχα γκρίζα μαλλιά. Κύριοι δικαστές, δέκα χρόνια είναι κάτι: είναι πιο πολύ απ’ την απόσταση που χωρίζει την πόλη της Τροίας απ’ τ’ ανάκτορο των Μυκηνών· όταν μάλιστα οι στιγμές του παρελθόντος στέκονται πιο ψηλά απ’ το μέρος που βρισκόμαστε, γιατί δε μπορούμε παρά να κατρακυλάμε κι όχι να σκαρφαλώνουμε στο Χρόνο. Είναι όπως στους εφιάλτες: κάθε βήμα που κάνουμε μας απομακρύνει απ’ το κέντρο, αντί να μας φέρνει κοντά του. Στη θέση της νεαρής γυναίκας του ο βασιλιάς θα ’βρισκε στο κατώφλι κάποια που θα ’μοιαζε με παχύσαρκη μαγείρισσα· θα τη συνέχαιρε για την καλή κατάσταση του ορνιθώνα και των αποθηκών· δεν είχα να περιμένω πια για μένα παρά μερικά παγωμένα φιλιά. Αν είχα το θάρρος, θα είχα σκοτωθεί πριν την επιστροφή του, για να μη διαβάσω στο πρόσωπό του την απογοήτευσή του να με βρει μαραμένη. Αλλά ήθελα τουλάχιστο να τον ξαναδώ προτού πεθάνω. Ο Αίγισθος έκλαιγε στο κρεβάτι μου φοβισμένος, σαν ένοχο παιδί που αισθάνεται πως πλησιάζει η τιμωρία του πατέρα· τον πλησίασα· φόρεσα την πιο γλυκά απατηλή φωνή μου για να του πω πως τίποτα δεν θα γινόταν γνωστό απ’ τις νυχτερινές μας συναντήσεις και πως ο θείος του δεν είχε λόγους για να πάψει να τον αγαπά. Όμως, αντίθετα, έλπιζα ότι εκείνος τα ήξερε ήδη όλα και πως ο θυμός και η επιθυμία του να εκδικηθεί θα μου έδιναν επιτέλους μια θέση στη σκέψη του. Για μεγαλύτερη ασφάλεια, έβαλα στο ταχυδρομείο που τον περίμενε ένα ανώνυμο γράμμα που υπερέβαλλε τα σφάλματά μου: ακόνιζα το μαχαίρι που όφειλε να μου ξεσκίσει την καρδιά. Υπολόγιζα πως για να με στραγγαλίσει θα χρησιμοποιούσε μάλλον τα δυο του χέρια, τα τόσο αγα- πημένα. Τουλάχιστο θα πέθαινα μέσα σε μια μορφή αγκαλιάσματος.
Ήρθ’ επιτέλους η μέρα που το πολεμικό πλοίο άραξε στο λιμάνι του Ναυπλίου μέσα σ’ ένα χαλασμό από ζητωκραυγές και σαλπίσματα· οι κατηφοριές, σκεπασμένες με κατακόκκινες παπαρούνες, έμοιαζαν σημαιοστολισμένες κατά διαταγή του καλοκαιριού· ο δάσκαλος χάρισε μια μέρα αργίας στα παιδιά του χω- ριού· οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν. Περίμενα στην Πύλη των Λεόντων· μια κόκκινη ομπρέλλα έδινε χρώμα στη χλωμάδα μου. Οι ρόδες τ’ αμαξιού έτριζαν στην απότομη πλαγιά· οι χωρικοί ζεύτηκαν τις καρότσες για ν’ ανακουφίσουν τ’ άλογα. Στη στροφή του δρόμου είδα επιτέλους την κορφή τ’ αμαξιού να ξεπερνά το ύψος ενός πυκνού φράχτη και τότε πρόσεξα πως ο άντρας μου δεν ήταν μόνος. Είχε δίπλα του μια γυναίκα που θύμιζε τουρκάλα μάγισσα, διαλεγμένη για μερίδα του απ’ τα λάφυρα, παρόλο που δεν είχε μεγάλη υπόληψη ανάμεσα στους στρατι- ώτες. Ήταν σχεδόν παιδί· είχε όμορφα σκούρα μάτια σ’ ένα πρόσωπο ωχρό, σημαδεμένο από χτυπήματα· της χάιδεψε το χέρι για να προλάβει το κλάμα της. Τη βοήθησε να κατεβεί απ’ την καρότσα· μ’ αγκάλιασε παγωμένα και μου είπε πως υπολόγιζε στη μεγαλοψυχία μου για να περιποιηθώ αυτό το νεαρό κορίτσι, που η μάνα του και ο πατέρας του είχαν σκοτωθεί· έσφιξε το χέρι του Αίγισθου.
Κι εκείνος είχε αλλάξει. Περπατούσε σφυρίζοντας· ο τεράστιος κοκκινωπός λαιμός του ξεχείλιζε απ’ το κολάρο του πουκαμίσου του· η πυρόχρωμη γενειάδα του χανόταν στις δίπλες του στήθους του. Παρόλ’ αυτά ήταν ωραίος, αλλά ωραίος σαν ταύρος, ενώ θα ’πρεπε να ’ναι σα θεός. Ανέβηκε μαζί μας τα σκαλιά του προθάλαμου που είχα βάψει ελαφρά πορ- φυρά, όπως τη μέρα των γάμων μας, για να μη φανεί το αίμα. Μόλις που με κοιτούσε· στο δείπνο δεν πήρε είδηση ότι είχα διατάξει να ετοιμάσουν τ’ αγαπημένα του φαγητά· ήπιε δυο τρία ποτήρια κρασί· ο σκισμένος φάκελλος τ’ ανώνυμου γράμματος πρόβαλλε από μια απ’ τις τσέπες του· έκλεινε κοροϊδευτικά το μάτι στον Αίγισθο απέναντί του· μετά το φαγητό τραύλισε αστεία μεθυσμένου για τις γυναίκες που ’χε παρηγορήσει. Το βράδυ, υπερβολικά μεγάλο, σύρθηκε στο δώμα που λυμαίνονταν κουνούπια· μιλούσε τούρκικα με τη σύντροφό του· έδειχνε να ’ναι κόρη φυλάρχου· από μια κίνηση που έκανε κατάλαβα πως περίμενε παιδί. Ήταν ίσως απ’ αυτόν ή από κά- ποιον απ’ τους στρατιώτες που την είχαν τραβήξει γελώντας έξω απ’ το πατρικό στρατόπεδο και, μαστιγώνοντάς την, την είχαν κυνηγήσει προς τη δικιά μας την πλευρά. Φαινόταν να ’χει το χάρισμα να προβλέπει το μέλλον: για να μας διασκεδάσει διάβασε τα χέρια μας. Τότε χλώμιασε και τα δόντια της χτύπησαν. Κι εγώ, κύριοι δικαστές, γνώριζα το μέλλον. Όλες οι γυναίκες το ξέρουν: περιμένουν πάντα πως όλα θα τελειώσουν άσχημα.
Εκείνος είχε τη συνήθεια να κάνει ένα ζεστό μπάνιο πριν πάει να κοιμηθεί. Ανέβηκα για να το ετοιμάσω: ο θόρυβος του νερού που έτρεχε, μου επέτρεπε να κλαίω δυνατά με λυγμούς. Το μπάνιο θερμαινόταν με ξύλα. Μια αξίνα, που χρησίμευε να σκορπίζουμε τις στάχτες, σερνόταν στο πάτωμα· δεν ξέρω γιατί, αλλά την έκρυψα πίσω απ’ τις πετσέτες. Για μια στιγμή ένοιωσα την ανάγκη να δώσω τα πάντα για ένα ατύχημα που δε θ’ άφηνε ίχνη, έτσι που η λάμπα του πετρελαίου θα ήταν ο μόνος κατηγορούμενος. Αλλά ήθελα τουλάχιστον πεθαίνοντας να τον υποχρεώσω να με κοιτάξει στο πρόσωπο: δεν τον σκότωνα παρά γι’ αυτό, για να τον αναγκάσω να καταλάβει πως δεν ήμουν ένα πράγμα χωρίς σημασία, που μπορείς να τ’ αφήσεις να πέσει ή να το παραχωρήσεις στον πρώτο τυχόντα.
Κάλεσα ήρεμα τον Αίγισθο· έγινε κάτωχρος με το που άνοιξα το στόμα μου: τον διέταξα να με περιμένει στο κεφαλόσκαλο. Ο άλλος ανέβαινε βαριά τις σκάλες· έβγαλε το πουκάμισό του· το δέρμα του μέσα στο ζεστό νερό έγινε εντελώς βιολετί. Του σαπούνισα το λαιμό: έτρεμα τόσο πολύ που το σαπούνι κυλούσε διαρκώς απ’ τα χέρια μου. Ταράχτηκε λίγο· με πρόσταξε άγαρμπα ν’ ανοίξω το παράθυρο, που όμως βρισκόταν πολύ ψηλά για μένα· φώναξα τον Αίγισθο να έλθει να με βοηθήσει. Μόλις μπήκε, έκλεισα την πόρτα με το κλειδί. Ο άλλος δε μ’ έβλεπε, γιατί μας είχε γυρισμένη την πλάτη. Έδωσα αδέξια ένα πρώτο χτύπημα, που δεν πέτυχε παρά να του σκίσει τον ώμο· σηκώθηκε ίσια μπρος· το φουσκωμένο πρόσωπό του αντανακλούσε μαύρα στίγματα· μούγκρισε σα βόδι· ο Αίγισθος τρομαγμένος του άρπαξε τα γόνατα, ίσως για να του ζητή- σει συγγνώμη. Εκείνος έχασε την ισορροπία στο γλιστερό πυθμένα της μπανιέρας κι έπεσε σα μια μάζα, με το πρόσωπο στο νερό κι ένα γουργουρητό που έμοιαζε με ρόγχο. Τότε ήταν που κατάφερα το δεύτερο χτύπημα που του χάραξε την όψη. Αλλά είμαι σίγουρη πως ήταν ήδη νεκρός: ένα μαλακό και ζεστό ράκος. Μίλησαν για κόκκινους ποταμούς: στην πραγματικότητα πολύ λίγο μάτωσε. Εγώ έχυσα περισσότερο αίμα γεννώντας το παιδί του.
Μετά τον θάνατό του σκοτώσαμε την ερωμένη του: ήταν μια πράξη γενναιοδωρίας, αν πραγματικά τον αγαπούσε. Οι χωρικοί πήραν το μέρος μας: δε μίλησαν. Ο γιος μας ήταν υπερβολικά μικρός για να μπορέσει να ελευθερώσει το μίσος του ενάντια στον Αίγισθο. Μερικές βδομάδες έχουν περάσει· θα ’πρεπε να αισθάνομαι ήρεμη, όμως ξέρετε, κύριοι δικαστές, πως τίποτα δεν ξεπερνιέται κι όλα επανέρχονται. Ανέλαβα να τον περιμένω: λοιπόν εκείνος γύρισε. Μην κουνάτε το κεφάλι: σας λέω ότι γύρισε. Αυτός, που για δέκα χρόνια δεν έλαβε τον κόπο να πάρει οχτώ μέρες άδεια για ναρθεί απ’ την Τροία, γύρισε απ’ το θάνατο. Βρήκα ωραία την ιδέα να του κόψω τα πόδια, για να τον εμποδίσω να βγει απ’ το νεκροταφείο· όμως αυτό δεν τον εμπόδισε να τρυπώνει στο σπίτι μου τ’ απόγεμα, κρατώντας τα πόδια του κάτω απ’ το μπράτσο του, όπως οι διαρρήκτες τα παπούτσια τους για να μην κάνουν θόρυβο. Με σκέπαζε με τον ίσκιο του· δεν έδειχνε καν να καταλαβαίνει πως ο Αίγισθος ήταν εκεί.
Ύστερα ο γιος μου με κατήγγειλε στην αστυνομία· όμως ο γιος μου είναι ακόμη το φάντασμά του, το σάρκινο φάσμα του. Πίστευα πως στη φυλακή θα ήμουν τουλάχιστον ήρεμη· όμως έρχεται κι εκεί: θα ’λεγε κανείς ότι προτιμά το κελλί μου απ’ τον τάφο του. Ξέρω πως το κεφάλι μου θα βρει τέλος πέφτοντας στην πλατεία του χωριού κι ότι ο Αίγισθος θα περάσει κάτω απ’ το ίδιο μαχαίρι. Είν’ αστείο, κύριοι δικαστές: μπορώ να πω πως ήδη μ’ έχετε καταδικάσει αμέτρητες φορές. Όμως εγώ πληρώθηκα για να μάθω πως οι νεκροί δε μένουν σε ησυχία: θ’ αναστηθώ, σέρνοντας τον Αίγισθο απ’ τις φτέρνες μου σα θλιμμένο κυνηγόσκυλο. Θα διασχίσω νύχτα τους δρόμους αναζητώντας τη Δικαιοσύνη του Θεού. Θα ξαναβρώ αυτόν τον άντρα σε κάποια γωνιά της κόλασής μου: και θα κλάψω πάλι από χαρά στα πρώτα του φιλιά. Ύστερα θα μ’ εγκαταλείψει· θα πάει να κατακτήσει μια επαρχία του θανάτου. Αφού ο Χρόνος είναι από αίμα ζωντανών, η Αιωνιότητα πρέπει να τρέφεται από αίμα φαντασμάτων. Η αιωνιότητα για μένα θα χαθεί περιμένοντας το γυρισμό του, έτσι που σε λίγο θα είμαι το πιο ωχρό απ’ τα φαντάσματα. Λοιπόν, εκείνος θα γυρίσει για να με περιφρονήσει: θα χαϊδέψει μπροστά μου την άχρωμη τουρκάλα μάγισσά του, που ’ναι συνηθισμένη να παίζει με τα κόκκαλα απ’ τους τάφους. Τί θα κάνω τότε; Δε μπορείς βέβαια να σκοτώσεις πάλι ένα νεκρό.

ΕΝΑΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΠΟΥ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ (σημειώσεις για την οικολογική καταστροφή)

Η επέκταση της κυριαρχίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε ολόκληρο τον κόσμο μέσα στον προηγούμενο αιώνα ήταν ταυτόχρονα μια διαδικασία μετασχηματισμού ολόκληρης της βιόσφαιρας. Αυτή η διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας του πλανήτη, η οποία διαρκούσε τα τελευταία 10.000 χρόνια κατά τη λεγόμενη Ολόκαινο γεωλογική εποχή. Σύμφωνα με πρόσφατες επιστημονικές μελέτες, οι βασικές πλευρές αυτού του πλανητικού οικολογικού μετασχηματισμού είναι οι ακόλουθες:
Αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη λόγω της αύξησης της συγκέντρωσης του διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα· η αύξηση αυτή οφείλεται τόσο στη χρήση ορυκτών καυσίμων για την ενεργειακή τροφοδότηση της καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής όσο και στις εκπομπές που οφείλονται στον καπιταλιστικό τρόπο αγροτικής εκμετάλλευσης της γης.
Μεγάλη μείωση της βιοποικιλότητας που οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μετατροπή των δασικών οικοσυστημάτων σε περιοχές καπιταλιστικής αγροτικής παραγωγής ή σε τμήματα του ιστού των πόλεων· υπολογίζεται ότι μέσα στον 21ο αιώνα θα απειληθεί με εξαφάνιση το 30% του συνόλου των ειδών θηλαστικών, πουλιών και αμφιβίων.
Διατάραξη του κύκλου του αζώτου και του φωσφόρου που μεταφέρονται με μεγάλους ρυθμούς από την ατμόσφαιρα στις υδάτινες μάζες λόγω της χρήσης τεράστιων ποσοτήτων λιπασμάτων στην καπιταλιστική γεωργία· η μόλυνση των ωκεανών έχει οδηγήσει ακόμη και σε τοπικά ανοξικά γεγονότα (π.χ. στη Βαλτική Θάλασσα) κατά τα οποία η περιεκτικότητα της θάλασσας σε οξυγόνο μηδενίζεται πρόσκαιρα.
Εκτός από τα παραπάνω, σε οριακό σημείο θεωρείται ότι βρίσκονται η μείωση του στρατοσφαιρικού όζοντος και ο βαθμός οξίνισης των ωκεανών.
Είναι επόμενο ότι οι παραπάνω μεταβολές εκφράζονται σε μια τοπικότερη γεωγραφική κλίμακα με διάφορους τρόπους: μεγάλη αύξηση της συχνότητας των τυφώνων, ερημοποίηση μεγάλων εκτάσεων σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, αποψίλωση των δασών, αύξηση της συχνότητας ακραίων καιρικών φαινομένων όπως οι πλημμύρες και οι μακροχρόνιες ξηρασίες, εμφάνιση νέων ασθενειών που μεταδίδονται με απρόβλεπτο τρόπο κ.ο.κ. Ταυτόχρονα, η παραγωγικότητα της γεωργίας εμφανίζει σημαντική επιβράδυνση λόγω της εξάντλησης του εδάφους και της αποτυχίας των νέων βιοτεχνολογικών μεθόδων καλλιέργειας που βασίζονται στα γενετικά μεταλλαγμένα φυτά να την αντιστρέψουν λόγω της εμφάνισης των λεγόμενων υπερζιζάνιων (superweed). Υπολογίζεται ότι η παγκόσμια παραγωγή σιταριού και καλαμποκιού ανάμεσα στο 1980 και το 2008 υπολείπεται κατά 5.5 και 3.8% αντίστοιχα σε σύγκριση με το ύψος της παραγωγής που θα επιτυγχανόταν αν εξέλιπαν οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Τα παραπάνω φαινόμενα έχουν δυσμενείς συνέπειες στους όρους και τις συνθήκες ζωής της γης. Τα πιο αδύναμα και φτωχά κομμάτια του πληθυσμού επηρεάζονται με πιο ακραίο τρόπο έχοντας να αντιμετωπίσουν ακόμη και ελλείψεις στην τροφή και το πόσιμο νερό. Σύμφωνα με την απολογητική ιδεολογία των «οικονομικών του περιβάλλοντος», η διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας του πλανήτη, η συσσώρευση των ρύπων και των τοξικών ουσιών, η καταστροφή δηλαδή των φυσικών προϋποθέσεων της ικανοποίησης των ανθρώπινων κοινωνικών αναγκών, είναι αποτέλεσμα της εγγενούς σύγκρουσης ανάμεσα στην ανθρωπότητα και στη μη-ανθρώπινη φύση.
Η μη-ανθρώπινη φύση, δηλαδή οι φυσικές συνθήκες και οι φυσικοί πόροι που δεν μπορούν να (ανα)παραχθούν από την όλο και πιο κερδοσκοπική, ραγδαία παραγωγή, λογίζονται ως «δώρα της φύσης» τα οποία σφετερίζονται δωρεάν οι καπιταλιστές. Όταν η υποβάθμιση του περιβάλλοντος δυσχεραίνει την καπιταλιστική διευρυμένη αναπαραγωγή, γιατί οδηγεί λ.χ. σε επιβράδυνση της αγροτικής παραγωγικότητας ή γιατί οδηγεί σε αύξηση των δαπανών για την αντιμετώπιση των ασθενειών που προκαλούνται από τη ρύπανση και επομένως σε αύξηση της αξίας της εργασιακής δύναμης, τα φαινόμενα της περιβαλλοντικής υποβάθμισης χαρακτηρίζονται ως «περιβαλλοντικές εξωτερικότητες» ή «εξωτερικές οικονομίες».
Η αποξένωση της φύσης από την ανθρώπινη κοινωνία συγκεκριμενοποιείται στην αντίθεση ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, δηλαδή από τον γεωγραφικό καταμερισμό της καπιταλιστικής παραγωγής που συγκεντρώνει τη βιομηχανία στις πόλεις και τη γεωργία στην ύπαιθρο. Καθώς η καπιταλιστική γεωργία απασχολεί ένα μικρό κομμάτι της εργατικής τάξης, το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού συγκεντρώνεται στις πόλεις. Έτσι τα θρεπτικά συστατικά που αποσπώνται από το έδαφος για την παραγωγή τροφής, ιματισμού και στέγης δεν ανακυκλώνονται και μετατρέπονται σε ρύπους στις πόλεις. Στη θέση μιας ενσυνείδητης ορθολογικής μεταχείρισης της γης, αυτής της κοινής αιώνιας ιδιοκτησίας, του αναπαλλοτρίωτου αυτού όρου ύπαρξης και αναπαραγωγής των ακατάπαυστα διαδεχόμενων η μία την άλλη γενεών των ανθρώπων, μπαίνει η εκμετάλλευση και η κατασπατάληση των δυνάμεων του εδάφους. Με τη διαρκώς αυξανόμενη υπεροχή του πληθυσμού των πόλεων, η ραγδαία παραγωγή εμποδίζει τον μεταβολισμό μεταξύ ανθρώπου και γης, δηλαδή την επιστροφή στο έδαφος εκείνων των συστατικών του που έχουν χρησιμοποιηθεί με τη μορφή των ειδών διατροφής και ένδυσης, δηλαδή καταργεί τον αιώνιο φυσικό όρο της διαρκούς ευφορίας του εδάφους. Με τον τρόπο αυτό καταστρέφει ταυτόχρονα τη σωματική υγεία των εργατών των πόλεων και τον πνευματικό βίο των εργατών της υπαίθρου.
Αλαφιασμένα τα πρόβατα βλέπουν τον πυροσβέστη αποκαμωμένο από τη μάχη με τις φλόγες, οι οποίες πλησιάζουν αδηφάγες και ανεξέλεγκτες, στη Νέα Νότια Ουαλλία της Αυστραλίας. Οι μεγα-πυρκαγιές στη μακρινή ήπειρο έχουν προκαλέσει ολοκαύτωμα: δεκάδες ανθρώπινα θύματα, τεράστια καταστροφή στην οικονομία (σπίτια, επιχειρήσεις, ζωικό κεφάλαιο) της χώρας, αλλά και στην ιδιαίτερη πανίδα και χλωρίδα της.
Το πλήγμα για την πολύ ιδιαίτερη αυστραλιανή βιοποικιλότητα είναι τεράστιο. Παρότι δεν μπορούν, φυσικά, να μετρηθούν τα νεκρά ζώα, πουλιά και ερπετά, οι επιστήμονες γνωρίζουν πόσα τέτοια είδη διαβιούν περίπου ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο δάσους. Πολλαπλασιάζοντας τον αριθμό αυτό με την ασύλληπτα μεγάλη έκταση που κάηκε, o Κρις Ντίκμαν από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ έφθασε σε ένα νούμερο που ο νους δυσκολεύεται να χωρέσει: ένα δισεκατομμύριο έμβια όντα νεκρά από τις πυρκαγιές και από την απώλεια των βιοτόπων τους. Σε αυτά προστίθενται τα ζώα εκτροφής στις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις που εγκαταλείφθηκαν άρον άρον λόγω των εκκενώσεων, οι οποίες είναι, όπως αναμενόταν, οι μαζικότερες στην ιστορία της χώρας.
Η ανθρωπότητα βρίσκεται σήμερα απέναντι σε δύο κορυφαίες προκλήσεις: την αντιμετώπιση της πλέον καταστροφικής πανδημίας από το 1918 και την καταστροφή του περιβάλλοντος. Το κοινό στοιχείο των δύο είναι ότι πρόκειται για έναν αόρατο εχθρό του οποίου τη δύναμη αρχικά μάλλον υποτιμήσαμε. Η διαφορά είναι ότι ενώ οι επιπτώσεις του Covid-19 είναι άμεσες και σαρωτικές εκείνες της καταστροφής του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής εξελίσσονται σε βάθος χρόνου. Πώς όμως συνδέεται η καταπολέμηση των δύο; Ουσιαστική η δεύτερη «θρέφει» τις πανδημίες, κάτι που σημαίνει πως εάν προστατεύσουμε το περιβάλλον μας θα θωρακίσουμε και τη δημόσια υγεία. Όπως θυμίζει στην τελευταία έκθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδος η επιστημονική κοινότητα γνωρίζει ότι η οικολογική καταστροφή και η κλιματική αλλαγή έχουν τη δυναμική να υποβαθμίσουν δεκαετίες προόδου στον τομέα της υγείας. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία (2016) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το 24,3% των θανάτων παγκοσμίως οφείλεται σε αιτίες που σχετίζονται με την επιδείνωση των περιβαλλοντικών συνθηκών. Οι κλιματικές μεταβολές πιστεύεται ότι έχουν καθορίσει ορισμένα επιδημιολογικά δεδομένα σε παγκόσμια κλίμακα, αφού μεταξύ άλλων έχουν δημιουργήσει τις ιδανικές συνθήκες για την εξάπλωση μολυσματικών ασθενειών όπως η ελονοσία και o δάγκειος πυρετός. Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή εκτιμάται ότι θα προσθέτει κάθε χρόνο 250.000 θανάτους για τα έτη 2030-2050, με τεράστιο οικονομικό κόστος, μεταβάλλοντας σημαντικά τα δεδομένα που σχετίζονται με την υγεία και την ευημερία των πληθυσμών. Σύμφωνα με την ΤτΕ ένας σημαντικός αριθμός δημοσιεύσεων αποδίδει τη διασπορά ιών και την εξάπλωση επιδημιών, η συχνότητα εμφάνισης των οποίων έχει αυξηθεί τα πρόσφατα χρόνια, στην παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση. Οι εν λόγω δημοσιεύσεις μπορούν να χωριστούν σε πέντε ομάδες, καθώς συσχετίζουν την εμφάνιση, την εξάπλωση και την όξυνση των συμπτωμάτων των επιδημιών με την καταστροφή των οικοσυστημάτων, την εντατικοποίηση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, το εμπόριο άγριων ζώων, την ατμοσφαιρική ρύπανση και την αύξηση της θερμοκρασίας.
Η αποψίλωση των δασών και η καταστροφή των οικοσυστημάτων για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών εντατικοποιήθηκαν με την αύξηση του πληθυσμού, αλλά και με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Η αποψίλωση των δασών, με σκοπό είτε την εκμετάλλευση της ξυλείας για βιομηχανική χρήση είτε την αύξηση χώρου για την ανάπτυξη βιομηχανικών και αγροτικών δραστηριοτήτων, αλλά και την επέκταση του αστικού ιστού, καθίσταται η σοβαρότερη αιτία της συνεχιζόμενης οικολογικής καταστροφής σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων είναι ο κυριότερος παράγοντας ρύπανσης του εδάφους και της θάλασσας και χρησιμοποιεί πάνω από 70% του γλυκού νερού και 40% της γης. Η εγκατάσταση και η λειτουργία αγροκτημάτων σε δασικές εκτάσεις είναι μια από τις βασικές αιτίες αποψίλωσης των δασών. Ωστόσο, η αρνητική συμβολή της παραγωγής τροφίμων στην οικολογική καταστροφή και κατ’ επέκταση στη διευκόλυνση μετάδοσης παθογόνων παραγόντων σε ανθρώπους και ζώα δεν σταματά εκεί. Η ανάπτυξη του βιομηχανικού μοντέλου παραγωγής στον πρωτογενή τομέα, όπως άλλωστε και στη γεωργία, που απαιτεί συγκέντρωση και εγκατάσταση μεγάλου αριθμού ομοειδών ζώων σε τεράστιας έκτασης αγροκτήματα με στόχο την παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων κτηνοτροφικών προϊόντων, είναι, κατά τις εκτιμήσεις των ειδικών, μια εξίσου σημαντική αιτία για την εξάπλωση νοσογόνων καταστάσεων. Η συγκέντρωση των ζώων σε χώρους που δεν επιτρέπουν την τήρηση των αναγκαίων αποστάσεων μεταξύ τους έχει ως συνέπεια τη γρήγορη και ανεξέλεγκτη μετάδοση παθογόνων καταστάσεων.Ανάλογες πρακτικές παρατηρούνται και σε ό,τι αφορά τη φυτική παραγωγή. Ο αγροτοδιατροφικός κλάδος εμπεριέχει μια σειρά επιχειρήσεων που συμμετέχουν στη διαδικασία παραγωγής και εμπορίας ειδών διατροφής διεκδικώντας την απόσπαση υψηλής προστιθέμενης αξίας σε όλα τα επίπεδα, αρχής γενομένης από την παραγωγή ζωοτροφών και λιπασμάτων. Επιπλέον, η εντατικοποίηση της παραγωγής αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων οδηγεί σε εκτεταμένη χρήση νερού, λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων και αυξημένες επαφές μεταξύ ανθρώπων και ζώων, με σημαντικές συνέπειες για την εμφάνιση και διάδοση μεταδοτικών ασθενειών. Υπολογίζεται ότι μετά τον Β’Παγκόσμιο Πόλεμο οι συνθήκες μαζικής παραγωγής γεωργικών και κτηνοτροφικών αγαθών ευθύνονται για την εμφάνιση πάνω από το 25% των νέων επιδημιών και πάνω από το 50% των νέων ζωονόσων.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν εμφανιστεί νέες, επικίνδυνες μολυσματικές ασθένειες που προέρχονται από την εμπορία και κατανάλωση άγριων ζώων. Το 2003 εμφανίστηκε ο SARS-CoV, το 2012 ο MERS-CoV και το 2019 ο SARS-CoV-2 που προκαλεί τη νόσο COVID-19. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το εμπόριο άγριων ζώων ενέχει υψηλό κίνδυνο μετάδοσης ζωονόσων στον άνθρωπο,13 ενώ η επαφή αυτών των ζώων με τον άνθρωπο συντελεί στην εμφάνιση νέων ιών. Οι υπαίθριες αγορές άγριων ζώων θεωρούνται οι εστίες μετάδοσης (hotspots) των ιών από τα ζώα στους ανθρώπους, όπως ο SARS-CoV το 2003 στην Κίνα και πιθανότατα ο SARS-CoV-2 το 2019 στην Κίνα.15,16 Φυλογενετική ανάλυση του SARS-CoV-2 δείχνει ότι ο ιός συνδέεται στενά (88%) με άλλους δύο κορωνοϊούς SARS προερχόμενους από νυχτερίδες.17 Πολλές άλλες μελέτες18,19 υποστηρίζουν ότι ο SARS-CoV-2 οφείλεται στις νυχτερίδες. Ο Zhang20 θεωρεί ότι συνδέεται κατά 91,02% με τους παγκολίνους.
H ατμοσφαιρική ρύπανση σχετίζεται με την ανάπτυξη αναπνευστικών παθήσεων και άλλων σοβαρών ασθενειών, ενώ υπολογίζεται ότι περίπου 6,5 εκατομμύρια θάνατοι ετησίως οφείλονται σε αυτήν. Ο Δείκτης Ποιότητας της Ατμόσφαιρας (Air Quality Index – AQI23) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (European Environment Agency) που βασίζεται στη συγκέντρωση τιμών των πέντε κύριων ρύπων (λεπτά σωματίδια PM10 και PM2.5, όζον (O3), διοξείδιο του θείου (SO2) και διοξείδιο του αζώτου (NO2), αντικατοπτρίζει τη δυνητική επίδραση της ποιότητας του αέρα στην υγεία. Διάφορες μελέτες που έχουν εξετάσει την επίδραση των παραπάνω τιμών στους ασθενείς με COVID-19 έχουν καταλήξει στη μεγάλη συσχέτιση που έχει η ατμοσφαιρική ρύπανση με τη θνητότητα των ασθενών με COVID-19. Συγκεκριμένα, επιστημονική ομάδα του πανεπιστημίου Harvard εξέτασε τη σχέση ατμοσφαιρικής ρύπανσης και θνητότητας λόγω COVID-19 σε 3.000 κομητείες των ΗΠΑ καλύπτοντας το 98% του πληθυσμού.
Η κλιματική αλλαγή επιτείνει τις πιέσεις που δέχεται το φυσικό περιβάλλον, με πολυεπίπεδες επιπτώσεις και στην ανθρώπινη υγεία. Όπως ήδη φαίνεται, η κλιματική αλλαγή οδηγεί σε θερμότερα και μεγαλύτερης διάρκειας καλοκαίρια και σε ηπιότερους χειμώνες. Για ορισμένα έντομα, κυρίως κουνούπια και άλλα ζωικά είδη, οι περιοχές με παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες και ξηρασία αποτελούν τον ιδανικό βιότοπο για αναπαραγωγή, μετανάστευση και επιβίωση. Μια μικρή αύξηση της θερμοκρασίας επεκτείνει την περίοδο μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών από ζωονόσους. Η οικολογική καταστροφή και διάφορες ανθρωπογενείς παρεμβάσεις στη φύση τείνουν να εξαφανίσουν τα είδη που λειτουργούν ως ασπίδες προστασίας μας (νυχτερίδες, βατράχια κ.ά.) και βοηθούν στη μείωση της μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών από ζωονόσους. Οι πιο γνωστές μολυσματικές ασθένειες που προέρχονται από τα κουνούπια είναι η ελονοσία και ο δάγκειος πυρετός. Παγκοσμίως, για το 2016, οι θάνατοι από ελονοσία ήταν 354.924, ενώ από δάγκειο πυρετό 38.350. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η ελονοσία είναι μια ασθένεια που επηρεάζεται σημαντικά από τη μακροχρόνια κλιματική αλλαγή. Επιπλέον, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας (ΑΣΘ) θεωρείται μια από τις πλέον βέβαιες επιπτώσεις της ανόδου της θερμοκρασίας λόγω της κλιματικής αλλαγής. Η ΑΣΘ θα επιφέρει στο άμεσο μέλλον πολλές μετακινήσεις πληθυσμών από παράκτιες περιοχές σε ηπειρωτικές, αλλά και σημαντικές αλλαγές στα συναφή οικοσυστήματα. Τα δημόσια συστήματα υγείας δεν είναι προετοιμασμένα να υποστηρίξουν τις δυνητικές ανάγκες των κλιματικών προσφύγων, γεγονός που δυσκολεύει τη διαχείριση μιας πιθανής επιδημίας.
Κατά 68% μειώθηκαν οι πληθυσμοί άγριων ειδών τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, με την ανθρώπινη δραστηριότητα και κατανάλωση να ευθύνονται για τη δραματική αυτή μείωση, σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε η περιβαλλοντική οργάνωση WWF.
Η έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2020» εκτιμά ότι περισσότερα από 4.392 είδη θηλαστικών, πτηνών, ψαριών, ερπετών και αμφίβιων έχουν υποστεί μείωση του πληθυσμού τους μεταξύ 1970-2016. Η μελέτη αναφέρει ότι τέτοια δραστική συρρίκνωση πληθυσμού άγριων ζώων, όπως αυτή που έχει καταγραφεί τις τελευταίες δεκαετίες, δεν έχει σημειωθεί εδώ και εκατομμύρια χρόνια.
Εκτεταμένες περιοχές της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής έχουν πληγεί κατά προτεραιότητα από το φαινόμενο, με τη μείωση των πληθυσμών να φθάνει εκεί στο 94%. Η μετατροπή λιβαδιών, σαβάνας, δασών και υδροβιότοπων σε καλλιεργημένες εκτάσεις, η υπερεκμετάλλευση της άγριας πανίδας, η εισαγωγή ξένων ειδών και η κλιματική αλλαγή είναι τα κύρια αίτια του φαινομένου.
Ο άνθρωπος, σύμφωνα με την έρευνα, έχει αλλοιώσει ριζικά ποσοστό 75% της ξηράς, ενώ το WWF υποστηρίζει ότι η καταστροφή οικοσυστημάτων απειλεί τώρα συνολικά 1 εκατομμύριο είδη, 500.000 είδη ζώων και φυτών και 500.000 είδη εντόμων, τα οποία αναμένεται να εξαφανιστούν μέσα στις επόμενες δεκαετίες και αιώνες.
Παρότι η έκθεση διαπιστώνει ότι η «φύση καταστρέφεται με πρωτόγνωρα ταχύ ρυθμό», ειδικοί εκτιμούν ότι η τάση αυτή μπορεί ακόμη να αναστραφεί, με επείγοντα μέτρα, όπως είναι η αλλαγή του τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης τροφίμων, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και η προστασία του φυσικού πλούτου.
Υδροβιολόγοι προειδοποιούν ότι η βιοποικιλότητα πλήττεται κυρίως στα είδη γλυκού νερού, με ποσοστό 85% των υδροβιότοπων να έχουν εξαφανιστεί από τη Βιομηχανική Επανάσταση μέχρι σήμερα. Οι πληθυσμοί θηλαστικών, πτηνών, αμφίβιων, ψαριών και ερπετών γλυκού νερού μειώνονται κατά 4% ανά έτος από το 1970 και μετά.
«Η πιο δραματική μείωση καταγράφεται στο γλυκό νερό εξαιτίας της κατασκευής φραγμάτων και της αλόγιστης αξιοποίησης των πόσιμων υδάτων για παραγωγή τροφίμων», εξηγεί η Ρεμπέκα Σο, επικεφαλής επιστημονικών υπηρεσιών του WWF. Για τη μείωση των πληθυσμών άγριων ειδών ευθύνεται κυρίως η ανθρώπινη δραστηριότητα.
«Για να τροφοδοτήσουμε τον τρόπο ζωής μας στον 21ο αιώνα επιλέξαμε την υπερεκμετάλλευση της γης. Κινητήρια δύναμη της εξαφάνισης των πληθυσμών άγριων ειδών είναι η καταστροφή των βιότοπων, που προκαλείται από τη γεωργία, με στόχο τη σίτιση των ανθρώπων», προσθέτει η Σο.
Η συνεχιζόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος θα έχει, όμως, δεινές συνέπειες και για τον άνθρωπο. «Η ενίσχυση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής αυξάνει τον κίνδυνο ξεσπάσματος ζωονοτικών νόσων, όσων μεταπηδούν δηλαδή από τα ζώα στον άνθρωπο, όπως είναι ο κορωνοϊός», αναφέρει στην έκθεσή του το WWF.
REUTERS 11.09.2020
Ως φαινόμενο του θερμοκηπίου χαρακτηρίζεται το φαινόμενο θέρμανσης που παρατηρείται στα θερμοκήπια (εξ ου και η ονομασία). Κατά το φαινόμενο αυτό η γυάλινη υπερκατασκευή ή θόλος είναι διάφανη για τη φωτεινή ακτινοβολία, η οποία εισέρχεται στο στεγασμένο χώρο, απορροφάται εν μέρει, διαχέεται και επανεκπέμπεται. Η κατασκευή όμως είναι αδιαφανής για τη δευτερογενή αυτή ακτινοβολία, η οποία "παγιδεύεται" στο χώρο και τελικά μετατρέπεται σε θερμότητα (αρχή του θερμοκηπίου). Με τον τρόπο αυτό θερμαίνει το εσωτερικό του θερμοκηπίου, με αποτέλεσμα να διατηρούνται οι καλλιέργειες πάντα σε κατάλληλη και σχετικά σταθερή θερμοκρασία.
To φαινόμενο της διαρροής μεγάλης ποσότητας θερμότητας,από τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, έχει ως αποτέλεσμα την ανατροπή της θερμοκρασιακής ισορροπίας του πλανήτη. Αν δεν ληφθούν άμεσα και δραστικά μέτρα, αναμένεται η άνοδος της γήινης θερμοκρασίας κατά 4 βαθμούς μέχρι το 2100, όπως υποστηρίζουν οι επιστήμονες. Τότε θα παρατηρηθούν τεράστιες πλημμύρες, ξηρασίες και θύελλες. Ολόκληρα οικοσυστήματα θα εξαφανιστούν, καθώς θα μεταβάλλονται οι κύκλοι των βροχοπτώσεων και των θερμοκρασιών σε όλο τον κόσμο.
Η στάθμη των νερών θα ανεβεί, με συνέπεια να εξαφανιστούν τεράστιες εκτάσεις παράκτιας γης και πολλά νησιωτικά συμπλέγματα όπως οι Σεϋχέλλες, οι Μαλβίδες κ.ά.
Οι χειμώνες θα γίνουν πιο ζεστοί και τα κύματα καύσωνα τα καλοκαίρια θα είναι δριμύτερα. Οι έρημοι θα εξαπλωθούν, η λειψυδρία θα αυξηθεί και οι τυφώνες θα γίνουν ισχυρότεροι, επειδή το νερό θα εξατμίζεται πιο εύκολα. Οι εικόνες αυτές δεν είναι δημιουργήματα της φαντασίας κάποιων επιστημόνων, άλλα είναι σκηνές από το προσεχές μέλλον. Εκτός όμως από το φαινόμενο του θερμοκηπίου στην τεράστια καταστροφή ολόκληρων οικοσυστημάτων και στην επιδείνωση του οικολογικού προβλήματος συμβάλλει και η λεγόμενη «Τρύπα του Όζοντος».
Η περσινή, μακράς διαρκείας τρύπα του όζοντος στην Ανταρκτική, έκλεισε τελικά στα τέλη Δεκεμβρίου 2020, μετά από μια εξαιρετικά ασυνήθιστη σεζόν. Ενώ η τρύπα του όζοντος του Νότιου Ημισφαιρίου του 2020 αναπτύχθηκε αρχικά όπως αναμενόταν, αναπτύχθηκε σε εξαιρετικά μεγάλο μέγεθος, σημειώνοντας πολύ χαμηλά επίπεδα όζοντος και ασυνήθιστη διάρκεια και κλείνοντας σχεδόν ένα μήνα αργότερα από τον μέσο όρο, από τη δεκαετία του 1980. Συνολικά, ήταν μια από τις μεγαλύτερες και βαθύτερες τρύπες του όζοντος των τελευταίων 40 ετών, σύμφωνα με τα αρχεία των Υπηρεσιών Παρακολούθησης Ατμόσφαιρας και Κλιματικής Αλλαγής του Copernicus (CAMS και C3S), λόγω εξαιρετικά ψυχρών συνθηκών στην στρατόσφαιρας πάνω από την Ανταρκτική και του ισχυρού και επίμονου πολικού στροβίλου (polar vortex) που παρέμεινε μέχρι τον Δεκέμβριο.
Η τρύπα του όζοντος - που ορίζεται ως η περιοχή με συνολικές τιμές στήλης όζοντος χαμηλότερες από 220 μονάδες Dobson (DU) - ξεκίνησε το δεύτερο μισό του Αυγούστου, κάτι που δεν είναι συνηθισμένο. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, η τρύπα είχε φτάσει σε έκταση περίπου 24 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων και ήταν βαθύτερη από τις περισσότερες των τελευταίων ετών. Στις αρχές Οκτωβρίου, η τρύπα έφτασε στο μέγιστο μέγεθός της, με ελάχιστες τιμές στήλης όζοντος ακριβώς κάτω από 100 DU, στις 2 Οκτωβρίου. Ωστόσο, καθ 'όλη τη διάρκεια του Οκτωβρίου, η τρύπα του όζοντος παρέμεινε η μεγαλύτερη και βαθύτερη των τελευταίων ετών, ενώ από τα μέσα έως τα τέλη Νοεμβρίου ήταν η βαθύτερη τρύπα του όζοντος της χρονιάς, στα αρχεία των Υπηρεσιών Παρακολούθησης της Ατμόσφαιρας CAMS και Κλιματικής Αλλαγής C3S του προγράμματος Copernicus. Αυτό αποδίδεται στον συνεχιζόμενο, σταθερό και ισχυρό πολικό στρόβιλο και τις εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες στην Στρατόσφαιρα της Ανταρκτικής, οι οποίες ήταν οι χαμηλότερες για αυτήν την περίοδο του έτους, σύμφωνα με τα αρχεία των Υπηρεσιών του Copernicus CAMS και C3S.
Την πρώτη εβδομάδα του Δεκέμβρη, η τρύπα του όζοντος κάλυπτε ακόμη μια περιοχή περίπου στο μέγεθος της Ανταρκτικής. Ακόμα και μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου, ήταν πλέον η μεγαλύτερη, βαθύτερη και μακρύτερης διάρκειας τρύπα του όζοντος στα αρχεία Copernicus CAMS και C3S, που χρονολογούνται από το 1979. Η τρύπα του όζοντος έκλεισε τελικά στο τέλος του μήνα, με τις τελευταίες περιοχές που απομένουν με τιμές κάτω των 220 DU, να παρατηρούνται στις 28 Δεκεμβρίου 2020.
“Παρόλο που η τρύπα του όζοντος του 2020 ήταν μεγαλύτερη από τις περισσότερες των τελευταίων ετών, ήταν κάτι αναμενόμενο, δεδομένης της θερμοκρασίας κάτω του μέσου όρου στην στρατόσφαιρα της Ανταρκτικής και τον ισχυρό πολικό στρόβιλο” , εξηγεί η ειδική επιστήμονας της Υπηρεσίας Παρακολούθησης Ατμόσφαιρας Cοpernicus CAMS, Antje Inness. “Υπάρχει μεγάλη διακύμανση στον τρόπο ανάπτυξης της τρύπας κάθε χρόνο, κυρίως λόγω των μετεωρολογικών συνθηκών και της αντοχής και σταθερότητας του πολικού στροβίλου. Μόνο με την εξέταση των πιο μακροπρόθεσμων τάσεων μπορούμε να δούμε ότι η εξάντληση του στρώματος του όζοντος που προκαλείται από τον άνθρωπο επιβραδύνεται, όμως οι επιστήμονες αναμένουν ότι θα χρειαστούν δεκαετίες συντονισμένης προσπάθειας για να αποκατασταθούν οι ζημιές που έχουν ήδη γίνει ".
Αν και η στιβάδα του όζοντος ανακάμπτει αργά τις τελευταίες δεκαετίες, η τρύπα του φετινού όζοντος στην Ανταρκτική και αυτές των δύο τελευταίων ετών, ήταν αξιοσημείωτες: η τρύπα του όζοντος του 2018 κατατάσσεται επίσης μεταξύ των μεγαλύτερων των τελευταίων ετών. Άρχισε να αναπτύσσεται στα τέλη Αυγούστου και οι πολύ κρύες συνθήκες συνέβαλαν στην ραγδαία επέκτασή της. Η τρύπα του 2019 ξεκίνησε αρκετά νωρίς, αλλά παρέμεινε αδύναμη και έκλεισε σχεδόν ένα μήνα νωρίτερα από το συνηθισμένο, εξαιτίας μιας σπάνιας ξαφνικής στρατοσφαιρικής θέρμανσης πάνω από την Ανταρκτική. Ενώ υπάρχουν ακόμα τομείς ανησυχίας, οι επιστήμονες είναι πεπεισμένοι ότι το στρώμα του όζοντος ανακάμπτει και ότι έως το 2060 οι τιμές στην Ανταρκτική ενδέχεται να επιστρέψουν στα επίπεδα όπου βρισκόταν πριν από το 1980.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα, στην οικονομική και πολιτική ζωή των κυριότερων καπιταλιστικών χωρών έκαναν την εμφάνισή τους ορισμένα καινούρια χαρακτηριστικά, για τον νοηματικό προσδιορισμό των οποίων χρησιμοποιήθηκε ο όρος ιμπεριαλισμός. Στον όρο αυτό δινόταν κάθε λογής περιεχόμενο αλλά συνήθως χρησιμοποιούνταν, για να προσδιοριστεί με μια λέξη ο επεκτατισμός και η αποικιακή πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων. Αν θα χρειαζόταν να δοθεί ένας όσο το δυνατό πιο σύντομος ορισμός του ιμπεριαλισμού, θα 'πρεπε να πούμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, με τα παρακάτω κύρια γνωρίσματα:
1. Συγκέντρωση της παραγωγής και του κεφαλαίου, που έχει φτάσει σε τέτοια υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης, ώστε να δημιουργεί μονοπώλια που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή.
2. Συγχώνευση του τραπεζιτικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας πάνω στη βάση αυτού του "χρηματιστικού κεφαλαίου".
3. Εξαιρετικά σπουδαία σημασία αποκτά η εξαγωγή κεφαλαίου, σε διάκριση προς την εξαγωγή εμπορευμάτων.
4. Συγκροτούνται διεθνείς μονοπωλιακές ενώσεις των κεφαλαιοκρατών, που μοιράζουν τον κόσμο
και 5. τελείωσε το εδαφικό μοίρασμα της γης ανάμεσα στις μεγαλύτερες κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις.
Ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης, στο οποίο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποχτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ και έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από τις μεγαλύτερες κεφαλαιοκρατικές χώρες.
Η διαδικασία μετασχηματισμού του παλιού καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού σε μονοπωλιακό καπιταλισμό- ιμπεριαλισμό ολοκληρώθηκε προς τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Ιδιαίτερη ώθηση σ' αυτήν την εξέλιξη έδωσαν η ανάπτυξη της τεχνικής και των επιστημών και, σε συνδυασμό με αυτήν, η παγκόσμια οικονομική κρίση στα 1900-1903, που επιτάχυνε τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, κατέστρεψε μια σειρά καπιταλιστικές επιχειρήσεις ενδυναμώνοντας άλλες και ενίσχυσε τον κυρίαρχο ρόλο των μονοπωλίων, με αποτέλεσμα να παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην οικονομία μιας σειράς καπιταλιστικών χωρών αλλά και διεθνώς.
Στη Γερμανία π.χ. το 1905 υπήρχαν το λιγότερο 285 καρτέλ που συνενώνανε στους κόλπους τους 12 χιλιάδες επιχειρήσεις, παρήγαγαν τα 3/5 σχεδόν από το συνολικό όγκο των προϊόντων και κυριαρχούσαν στους σπουδαιότερους κλάδους της βιομηχανίας. Το 1911 τα καρτέλ έφτασαν τα 550 με 600. Γιγάντια μονοπωλιακά συγκροτήματα συνδεδεμένα στενά με τις μεγαλύτερες τράπεζες συγκέντρωναν στα χέρια τους ολόκληρους κλάδους της βιομηχανίας και η οικονομική δύναμη- με όλες τις συνέπειες που είχε αυτό- είχε συγκεντρωθεί στα χέρια μιας μικρής ομάδας μονοπωλητών, του Κρουπ, του Τίσεν, του Κίρντορφ, του Μπάλιν, των αδελφών Μάνεσμαν, του Ζήμενς, του Χάνζεμαν και άλλων.
Στις ΗΠΑ το 1901 είχαν ιδρυθεί 75 τραστ που συνενώνανε περισσότερες από 1.600 επιχειρήσεις με συνολικό μετοχικό κεφάλαιο περίπου 3 δισ. δολάρια. Οι μονοπωλιακές αυτές επιχειρήσεις στο διάστημα 1903- 1905 έδιναν το 75% της παραγωγής γαιάνθρακα, το 84% της παραγωγής πετρελαίου κ.ο.κ. Οι πιο ισχυροί μονοπωλητές στις ΗΠΑ ήταν ο Ροκφέλερ και ο Μόργκαν αλλά μεγάλη οικονομική δύναμη είχαν και οι Ντυπόν, Μέλλον, Σιφ, Χάριμαν, Βάντερμπιλιτ κ.α. Τα κεφάλαια του Ροκφέλερ ήταν τοποθετημένα στις βιομηχανίες πετρελαίου, καπνού, χαλκού, γαιάνθρακα και στους σιδηροδρόμους ενώ του Μόργκαν στα τραστ του ατσαλιού και του ηλεκτρισμού, στις σιδηροδρομικές, ναυπηγικές και ασφαλιστικές εταιρίες. Ακόμη ο Μόργκαν και ο Ροκφέλερ διηύθυναν τα δύο μεγαλύτερα τραπεζιτικά συγκροτήματα της χώρας.
Με διαφορετικούς ρυθμούς και ιδιαιτερότητες αναπτύχθηκαν τα μονοπώλια και στις υπόλοιπες ισχυρές χώρες εκείνης της εποχής, στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Ρωσία κ.λ.π. Τα αγγλικά, για παράδειγμα, μονοπώλια οργανώνονταν προπαντός στους βιομηχανικούς κλάδους που συνδέονταν άμεσα με την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου στις αποικίες και στις εξαρτημένες χώρες, γεγονός που ερμηνεύεται εύκολα αν ληφθεί υπόψη η αποικιοκρατική μορφή του αγγλικού καπιταλισμού.
Εντυπωσιακή ήταν επίσης και η ανάπτυξη του τραπεζιτικού κεφαλαίου, το οποίο ραγδαία συμφύονταν με το βιομηχανικό, δημιουργώντας έτσι το χρηματιστικό κεφάλαιο. Στις αρχές του 20ού αιώνα στη Γερμανία κυριαρχούσαν εννέα μεγάλες τράπεζες του Βερολίνου (με πιο ισχυρές την «Γερμανική Τράπεζα» και την «Εταιρία Προεξοφλήσεων») που είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους τις μισές από τις καταθέσεις όλων των γερμανικών τραπεζών. Στη Γαλλία κυριαρχούσαν τρεις τράπεζες και στις ΗΠΑ δύο που, όπως προαναφέραμε, συνδέονταν άμεσα με τα χρηματιστικά συγκροτήματα Ροκφέλερ και Μόργκαν. Στην Αγγλία οι τράπεζες στην ανάπτυξή τους ακολουθούν τον αποικιακό χαρακτήρα του βρετανικού κεφαλαίου γενικότερα. Στα 1904 υπήρχαν 50 αποικιακές τράπεζες με 2.279 αποικιακά παραρτήματα, όταν οι γαλλικές τράπεζες, για την ίδια χρονική περίοδο είχαν 136 αποικιακά παραρτήματα και οι γερμανικές 70. Στα 1910 τα αποικιακά παραρτήματα των αγγλικών τραπεζών έφτασαν τα 5.449.
Πλέον, τα όρια των εθνικών αγορών δεν ήταν ικανά να συγκρατήσουν τη δράση των μονοπωλίων. Ετσι με το ξημέρωμα του 20ού αιώνα εμφανίζεται σε γιγαντιαίες διαστάσεις η εξαγωγή κεφαλαίου και ο ανταγωνισμός των πολυεθνικών μονοπωλίων, που δημιουργούνται, για το μοίρασμα των αγορών και σφαιρών επιρροής ανάμεσά τους. Στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν είναι νοητή άλλη βάση για το μοίρασμα των σφαιρών επιρροής και συμφερόντων, των αποικιών κ. ά., εκτός από τη βάση που υπολογίζει τη δύναμη των χωρών που συμμετέχουν στο μοίρασμα, γιατί στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρχει ισόμετρη ανάπτυξη των χωριστών επιχειρήσεων, τραστ, κλάδων βιομηχανίας και χωρών.
Ο ανταγωνισμός των μονοπωλίων για το «δικαίωμά τους» να υποδουλώνουν και να καταληστεύουν ξένους λαούς προκαλούσε συνεχείς συγκρούσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη, οι οποίες τελικά οδήγησαν σε περιφερειακούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους (όπως ο ισπανοαμερικανικός στα 1898, ο πόλεμος των Αγλλων εναντίον των Μπόερς στα 1899-1902, ο Ρώσο-ιαπωνικός πόλεμος στα 1903- 1904 και ο Ιταλοτουρκικός στα 1911-1912), σε μεγάλες κρίσεις (όπως η μαροκινή κρίση 1905-1906 και 1911 και η βοσνιακή κρίση στα 1908-1909), στους βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 και στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
Ιμπεριαλισμός και αποικιοκρατία
Ορισμένα από τα ευρωπαϊκά κράτη που πέτυχαν υψηλούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης άρχισαν να αναζητούν, από ένα σημείο κι έπειτα, περιοχές και εκτός Ευρώπης για να τις εκμεταλλευτούν. Το φαινόμενο, σύμφυτο με την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη συγκεκριμένη ιστορική φάση, ονομάστηκε ιμπεριαλισμός (από τη λατινική λέξη imperium: ισχύς, εξουσία), εκφράστηκε με την προσπάθεια απόκτησης αποικιών, την αποικιοκρατία, και εκδηλώθηκε με ένταση την περίοδο 1870-1914.
ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΙΚΙΟΚΡΑΤΙΑΣ
Αναντίρρητα τα υλικά συμφέροντα έπαιξαν σπουδαίο ρόλο. Οι βιομηχανικές επαναστάσεις του 19ου αι. ενέτειναν τις ανάγκες της Ευρώπης σε πολύτιμα μέταλλα και σε πρώτες ύλες. Το ίδιο ισχύει για τα κεφάλαια των οποίων τα έσοδα είναι υψηλότερα στα υπερπόντια εδάφη απ’ ό,τι στη γηραιά ήπειρο. Σε μια εποχή που το εθνικό συμφέρον μετριέται με την ισχύ και το κύρος, η θέληση των κυβερνήσεων να οικοδομήσουν απέραντες αποικιακές αυτοκρατορίες είναι ένας τρόπος να αυξήσουν τις ζωτικές δυνάμεις του έθνους, παρέχοντάς του στρατιώτες, βάσεις για το στόλο και πρώτες ύλες για τη βιομηχανία του.
Η κοινωνική βάση της αποικιοκρατίας
Σε όλες τις αποικιοκρατικές χώρες, οι πολιτικοί άνδρες και οι ομάδες πίεσης ιμπεριαλιστικού προσανατολισμού βρήκαν στήριξη σε ισχυρά ρεύματα της κοινής γνώμης, που απέρρεαν από το μεγάλο εθνικιστικό κύμα του τέλους του 19ου αιώνα. Πράγματι, για πολλούς Ευρωπαίους η αποικιοκρατία επιβεβαιώνει τη δύναμη και το πνεύμα του λαού τους και δίνει διέξοδο στην επιθυμία τους για ισχύ.
Οι χριστιανοί ιεραπόστολοι έπαιξαν κεφαλαιώδη ρόλο. Yποστηριζόμενα από ισχυρά ρεύματα της κοινής γνώμης, τα εγχειρήματά τους έχουν στην αρχή καθαρά θρησκευτικό και ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Ζητούν να κηρύξουν το ευαγγέλιο στους ιθαγενείς πληθυσμούς καθώς και να τους προστατεύσουν από την εκμετάλλευση. Όμως, η εγκατάσταση των ιεραποστολών συνοδεύεται γρήγορα από εκείνη του ευρωπαϊκού πολιτισμού και η ανάγκη προστασίας τους οδηγεί συχνά τα αποικιακά κράτη να επέμβουν στρατιωτικά σε ορισμένες περιοχές και να εγκαταστήσουν άμεσο ή έμμεσο έλεγχο από τη μητρόπολη.
Τα κύρια αίτια του φαινομένου εντοπίζονται στην ανάγκη των εκβιομηχανισμένων κρατών της Ευρώπης να βρουν νέες αγορές για τα βιομηχανικά προϊόντα τους, νέες πηγές πρώτων υλών (μεταλλεύματα, μαλλί, βαμβάκι) και καυσίμων (πετρέλαιο), νέες περιοχές επένδυσης των κεφαλαίων τους. Ακόμη, η απόκτηση αποικιών, εμπορικών σταθμών και βάσεων εξασφάλιζε στα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη τον έλεγχο των θαλασσών και τον απρόσκοπτο εφοδιασμό των πολεμικών τους πλοίων, ενώ, επιπλέον, αποτελούσε και παράγοντα ενίσχυσης του εθνικού γοήτρου.
Η κοινωνική βάση της αποικιοκρατίας περιλάμβανε τόσο την αστική τάξη όσο και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Η αποικιακή πολιτική υπαγορευόταν, σε μεγάλο βαθμό, από τους αστούς, που ωφελούνταν περισσότερο από αυτήν. Yποστηριζόταν, όμως, και από άλλες κοινωνικές ομάδες, καθώς πολλοί έβλεπαν την οικονομική και κοινωνική τους θέση να ενισχύεται ως αποτέλεσμα της αποικιακής επέκτασης. Παράλληλα, η κατάκτηση αποικιών επιβεβαίωνε την «ανωτερότητα» των κατακτητών ενισχύοντας την εθνική τους αυταρέσκεια. Πρωτοπόροι της αποικιοκρατίας υπήρξαν οι εξερευνητές, οι χριστιανοί ιεραπόστολοι και οι έμποροι. Οι εξερευνητές, αναζητώντας νέες γνώσεις, ανακάλυπταν, συχνά, νέες περιοχές τις οποίες καταλάμβαναν στο όνομα της χώρας τους, επεκτείνοντας έτσι την κυριαρχία της. Οι ιεραπόστολοι, διαδίδοντας τον χριστιανισμό, προετοίμαζαν το έδαφος για μια μονιμότερη ευρωπαϊκή παρουσία. Επιπλέον, οι έμποροι, αναζητώντας νέες αγορές, λειτουργούσαν ως η εμπροσθοφυλακή των αποικιοκρατών.
Οι μέθοδοι αποικιοκρατικής πολιτικής ήταν δύο: η κατάκτηση εδαφών και η καθυπόταξη των κατοίκων τους, πρακτική που εφαρμόστηκε στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά και η οικονομική διείσδυση σε ανεξάρτητα κράτη και η μετατροπή τους σε ημιαποικίες, τακτική που εφαρμόστηκε όπου ήταν αδύνατη, για λόγους διεθνών ισορροπιών, η κατάκτηση (π.χ. η γερμανική διείσδυση στην Οθωμανική αυτοκρατορία, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα). Τα ευρωπαϊκά κράτη κατέλαβαν εδάφη στην Ασία και στην Αφρική. Η τελευταία μετατράπηκε, μέσα σε λίγα χρόνια, σε μια μεγάλη αποικία.
Η Μ. Βρετανία ήταν, αναμφισβήτητα, η ισχυρότερη αποικιακή δύναμη, μια τεράστια αποικιακή αυτοκρατορία. Κατείχε αποικίες με πληθυσμούς κυρίως λευκών (Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία), αποικίες με πληθυσμούς κυρίως ντόπιων (Ινδία, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Νότια Αφρική κ.ά.), ενώ έλεγχε και διάφορα στρατηγικά σημεία (Γιβραλτάρ, Μάλτα, Κύπρος κ.ά.). Η στάση των Άγγλων Η Γαλλία διέθετε αποικίες στην Αφρική (Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο, Σενεγάλη, Μαυριτανία κ.ά.) και στην Άπω Ανατολή (Ινδοκίνα: Βιετνάμ, Λάος, Καμπότζη). Άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως το Βέλγιο, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ολλανδία και η Γερμανία, διέθεταν μικρό αριθμό αποικιών. Την ίδια εποχή, η Ρωσία, καταλαμβάνοντας και εποικίζοντας ολόκληρη τη βόρεια Ασία, επέκτεινε την κυριαρχία της μέχρι τις ακτές του Ειρηνικού ωκεανού. Επίσης, αυτή την περίοδο, η Αγγλία και η Γαλλία άρχισαν να διεισδύουν στην Κίνα. Έτσι, στα 1900, το 90% των εδαφών της Αφρικής και μεγάλο μέρος των εδαφών της Ασίας βρίσκονταν υπό αποικιακό έλεγχο.
Η αποικιακή εξάπλωση επηρέασε καταλυτικά τόσο τις περιοχές που εντάχθηκαν στο αποικιακό σύστημα όσο και την Ευρώπη. Οι αποικίες σφραγίστηκαν από την αποικιοκρατία. Ο πλούτος τους λεηλατήθηκε. Οι λαοί τους αντιμετωπίστηκαν σαν να ήταν κατώτεροι και μετατράπηκαν, σχεδόν, σε δούλους. Οι πολιτισμοί τους υποτιμήθηκαν. Παράλληλα, οι αποικιοκράτες έφεραν στις αποικίες όλα τα στοιχεία των πολιτισμών τους: γλώσσες, τεχνολογικά επιτεύγματα (σιδηρόδρομος, ατμόπλοιο), θρησκείες, θεσμούς, ιδεολογίες (φιλελευθερισμός, εθνικισμός, σοσιαλισμός), τρόπο ζωής. Απέναντι σ’ αυτή την επέλαση, οι λαοί των αποικιών εκδήλωσαν όλες τις αντιδράσεις, από την απόλυτη υποταγή έως την επανάσταση.
Τα αποικιοκρατικά κράτη και οι λαοί τους είδαν τη θέση τους να ενισχύεται με την κατάκτηση αποικιών. Οι Ευρωπαίοι απομύζησαν τις αποικίες και πολλοί στις ευρωπαϊκές κοινωνίες καρπώθηκαν μέρος αυτού του πλούτου. Παράλληλα, η Ευρώπη έγινε το κέντρο του κόσμου. Οι κατακτήσεις αποικιών θεωρήθηκαν, από τους Ευρωπαίους, επαρκείς αποδείξεις της πνευματικής τους ανωτερότητας, της οικονομικής και τεχνολογικής τους παντοδυναμίας. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θεωρήθηκε ανώτερος. Οι Ευρωπαίοι έφτασαν στην πολιτισμική αλαζονεία. Τέλος, σημειώθηκε όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ίδιους τους αποικιοκράτες: η Γερμανία, έχοντας σημειώσει εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη, θεωρούσε ότι είχε αδικηθεί και αμφισβητούσε την αποικιακή διανομή στρεφόμενη εναντίον της Αγγλίας και της Γαλλίας.
Στις ΗΠΑ, η συνύπαρξη πλούσιων φυσικών πόρων, άφθονων εργατικών χεριών, σχετικά υψηλού μορφωτικού επιπέδου, σταθερότητας και ριψοκίνδυνης επιχειρηματικής νοοτροπίας έφερε ραγδαία ανάπτυξη, ιδίως στις βόρειες πολιτείες. Έκφραση της οικονομικής ανάπτυξης υπήρξε και η επέκταση στα δυτικά. Άλλοτε με εξαγορά εδαφών κι άλλοτε με προσάρτησή τους ύστερα από συγκρούσεις με τους ντόπιους, οι ΗΠΑ κατάφεραν, στα μέσα του 19ου αιώνα, να εκτείνονται από τον Ατλαντικό έως τον Ειρηνικό ωκεανό. Οι τεράστιες αυτές εκτάσεις ήταν σχεδόν έρημες, προσφέρονταν, ωστόσο, για εκμετάλλευση. Γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, οι σχέσεις μεταξύ βόρειων και νότιων πολιτειών οξύνθηκαν. Στο νότο, οι μεγάλοι γαιοκτήμονες διατηρούσαν φυτείες στις οποίες εργάζονταν μαύροι δούλοι. Στο βορρά, οι αστοί θεωρούσαν ότι η δουλεία εμπόδιζε τη βιομηχανική ανάπτυξη (οι δούλοι δεν είχαν, στην πραγματικότητα, εισόδημα και έτσι δεν μπορούσαν να αγοράζουν βιομηχανικά προϊόντα), ήταν ηθικά απαράδεκτη και έπρεπε να καταργηθεί.
Μετά την εκλογή του δεδηλωμένου πολέμιου της δουλείας Αβραάμ Λίνκολν ως προέδρου των ΗΠΑ (1860), οι νότιες πολιτείες αποσχίστηκαν και συγκρότησαν νέο κράτος. Η κρίση οδηγήθηκε σε σκληρό εμφύλιο πόλεμο (πόλεμος Βορείων-Νοτίων) που έληξε με νίκη των Βορείων (1865), αφήνοντας πίσω του πάνω από 600.000 νεκρούς. Η ενότητα των ΗΠΑ αποκαταστάθηκε και θεσμοθετήθηκε η κατάργηση της δουλείας, αν και χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να γίνουν ουσιαστικά βήματα για την εφαρμογή αυτής της απόφασης.
Μετά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο άρχισε και η συστηματική διείσδυση των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική με τη μορφή, αρχικά, επένδυσης κεφαλαίων. Παράλληλα, οι ΗΠΑ φρόντιζαν να ελέγχουν και τα πολιτικά καθεστώτα της περιοχής διασφαλίζοντας τις επενδύσεις τους. Έτσι, στις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου πολέμου (1914) οι ΗΠΑ είχαν τον οικονομικό έλεγχο ολόκληρης της αμερικανικής ηπείρου.
Στα χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο οι ΗΠΑ σημείωσαν τους υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης στον κόσμο. Κορμός της αμερικανικής οικονομίας υπήρξε η βιομηχανία, που επεκτάθηκε αυτή την εποχή και στον αγροτικό, έως τότε, νότο. Η άφιξη νέων μεταναστών και η ανάπτυξη του σιδηροδρόμου υπήρξαν, επίσης, γεγονότα καταλυτικά.
Παράλληλα, την ίδια εποχή άρχισε και ο εποικισμός της αμερικανικής ενδοχώρας, η γνωστή «κατάκτηση της Δύσης», που συνοδεύτηκε από τον αφανισμό των ντόπιων Ινδιάνων.
Λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα άρχισαν να συντελούνται στην Ιαπωνία σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Το παλαιό φεουδαλικού τύπου καθεστώς που στηριζόταν στους ισχυρούς ευγενείς κυβερνήτες γαιοκτήμονες ανατράπηκε, δόθηκε έμφαση στη βιομηχανία και υιοθετήθηκαν δυτικοί θεσμοί (σύνταγμα, κοινοβουλευτισμός, εκπαίδευση). Η Ιαπωνία άρχισε να ενσωματώνεται, βαθμιαία, στον δυτικό κόσμο. Ταυτόχρονα, η εκβιομηχάνιση γέννησε και τον ιμπεριαλισμό. Εκτός από τον πόλεμο εναντίον της Κίνας (1895), που προαναφέρθηκε, η Ιαπωνία εκτόπισε τη Ρωσία από τη Μαντζουρία (βόρεια Κίνα) και κατέλαβε την Κορέα.
Η Κίνα ήταν μια αχανής χώρα με πλούσιο πολιτισμό που δεν είχε καταφέρει, ωστόσο, να εξελιχθεί. Κατά τον 19ο αιώνα δέχτηκε τις επιθέσεις ισχυρών αποικιακών δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ιαπωνία), δίχως να μπορέσει να αντιδράσει. Μια σειρά από στρατιωτικές ήττες (1839-1842: πόλεμος του οπίου) την υποχρέωσαν να ανοίξει τις αγορές της στους δυτικούς εμπόρους. Παράλληλα, οι Κινέζοι έχασαν, από τους Γάλλους, τον έλεγχο της Ινδοκίνας (1885) και, από τους Ιάπωνες, τον έλεγχο της Ταϊβάν (1895).
Βαθμιαία, η Ρωσία, η Γερμανία, η Μ. Βρετανία και η Γαλλία χώρισαν την Κίνα σε ζώνες επιρροής. Μορφές αντίδρασης σ’ αυτή την κατάσταση υπήρξαν το κίνημα των Τάιπινγκ (αγροτικό, εξισωτικό και αντιδυναστικό κίνημα που συγκλόνισε τη ΝΑ Κίνα κατά τη δεκαετία του 1850) και η επανάσταση του 1911, με την οποία καταργήθηκε η μοναρχία και καθιερώθηκε η προεδρική δημοκρατία. Η κατάσταση, ωστόσο, δεν άλλαξε ουσιαστικά. Η Κίνα, δείχνοντας μεγάλη δυσκολία στην αποδοχή και αφομοίωση του εκσυγχρονισμού, παρέμεινε εύκολο θήραμα των αποικιοκρατών.
Στην αρχή του 20ού αιώνα πολύ λίγες χώρες είχαν μπορέσει να δημιουργήσουν οικονομίες βασισμένες στη βιομηχανία και να επιλύσουν, σε κάποιο βαθμό, το πλήθος των προβλημάτων που καλείται να λύσει ηοικονομική ανάπτυξη. Οι χώρες αυτές ήταν οι χώρες της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης και οι ΗΠΑ. Το σύνολο των υπόλοιπων χωρών διατηρούσε μια οικονομία στην οποία δέσποζε ο αγροτικός τομέας, οι παραδοσιακές τεχνικές παραγωγής και ο περιορισμένος εκχρηματισμός. Πολλές χώρες ήταν απλώς αποικίες των ισχυρών δυνάμεων της εποχής, οι οποίες εκμεταλλεύονταν τους φυσικούς πόρους και το φτηνό εργατικό δυναμικό των αποικιών τους. Η κοινωνική βάση της αποικιοκρατίας περιλάμβανε τόσο την αστική τάξη όσο και ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Η αποικιακή πολιτική υπαγορευόταν, σε μεγάλο βαθμό, από τους αστούς, που ωφελούνταν περισσότερο από αυτήν. Yποστηριζόταν, όμως, και από άλλες κοινωνικές ομάδες, καθώς πολλοί έβλεπαν την οικονομική και κοινωνική τους θέση να ενισχύεται ως αποτέλεσμα της αποικιακής επέκτασης. Παράλληλα, η κατάκτηση αποικιών επιβεβαίωνε την «ανωτερότητα» των κατακτητών ενισχύοντας την εθνική τους αυταρέσκεια.
Πρωτοπόροι της αποικιοκρατίας υπήρξαν οι εξερευνητές, οι χριστιανοί ιεραπόστολοι και οι έμποροι. Οι εξερευνητές, αναζητώντας νέες γνώσεις, ανακάλυπταν, συχνά, νέες περιοχές τις οποίες καταλάμβαναν στο όνομα της χώρας τους, επεκτείνοντας έτσι την κυριαρχία της. Οι ιεραπόστολοι, διαδίδοντας τον χριστιανισμό, προετοίμαζαν το έδαφος για μια μονιμότερη ευρωπαϊκή παρουσία. Επιπλέον, οι έμποροι, αναζητώντας νέες αγορές, λειτουργούσαν ως η εμπροσθοφυλακή των αποικιοκρατών.
Οι μέθοδοι αποικιοκρατικής πολιτικής ήταν δύο: η κατάκτηση εδαφών και η καθυπόταξη των κατοίκων τους, πρακτική που εφαρμόστηκε στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά και η οικονομική διείσδυση σε ανεξάρτητα κράτη και η μετατροπή τους σε ημιαποικίες, τακτική που εφαρμόστηκε όπου ήταν αδύνατη, για λόγους διεθνών ισορροπιών, η κατάκτηση (π.χ. η γερμανική διείσδυση στην Οθωμανική αυτοκρατορία, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα). Τα ευρωπαϊκά κράτη κατέλαβαν εδάφη στην Ασία και στην Αφρική. Η τελευταία μετατράπηκε, μέσα σε λίγα χρόνια, σε μια μεγάλη αποικία.
Η Μ. Βρετανία ήταν, αναμφισβήτητα, η ισχυρότερη αποικιακή δύναμη, μια τεράστια αποικιακή αυτοκρατορία. Κατείχε αποικίες με πληθυσμούς κυρίως λευκών (Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία), αποικίες με πληθυσμούς κυρίως ντόπιων (Ινδία, Πακιστάν, Αφγανιστάν, Νότια Αφρική κ.ά.), ενώ έλεγχε και διάφορα στρατηγικά σημεία (Γιβραλτάρ, Μάλτα, Κύπρος κ.ά.).
Η Γαλλία διέθετε αποικίες στην Αφρική (Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο, Σενεγάλη, Μαυριτανία κ.ά.) και στην Άπω Ανατολή (Ινδοκίνα: Βιετνάμ, Λάος, Καμπότζη).
Άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως το Βέλγιο, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ολλανδία και η Γερμανία, διέθεταν μικρό αριθμό αποικιών. Την ίδια εποχή, η Ρωσία, καταλαμβάνοντας και εποικίζοντας ολόκληρη τη βόρεια Ασία, επέκτεινε την κυριαρχία της μέχρι τις ακτές του Ειρηνικού ωκεανού.
Επίσης, αυτή την περίοδο, η Αγγλία και η Γαλλία άρχισαν να διεισδύουν στην Κίνα.
Έτσι, στα 1900, το 90% των εδαφών της Αφρικής και μεγάλο μέρος των εδαφών της Ασίας βρίσκονταν υπό αποικιακό έλεγχο. Η αποικιακή εξάπλωση επηρέασε καταλυτικά τόσο τις περιοχές που εντάχθηκαν στο αποικιακό σύστημα όσο και την Ευρώπη. Οι αποικίες σφραγίστηκαν από την αποικιοκρατία. Ο πλούτος τους λεηλατήθηκε. Οι λαοί τους αντιμετωπίστηκαν σαν να ήταν κατώτεροι και μετατράπηκαν, σχεδόν, σε δούλους. Οι πολιτισμοί τους υποτιμήθηκαν. Παράλληλα, οι αποικιοκράτες έφεραν στις αποικίες όλα τα στοιχεία των πολιτισμών τους: γλώσσες, τεχνολογικά επιτεύγματα (σιδηρόδρομος, ατμόπλοιο), θρησκείες, θεσμούς, ιδεολογίες (φιλελευθερισμός, εθνικισμός, σοσιαλισμός), τρόπο ζωής. Απέναντι σ’ αυτή την επέλαση, οι λαοί των αποικιών εκδήλωσαν όλες τις αντιδράσεις, από την απόλυτη υποταγή έως την επανάσταση.
Τα αποικιοκρατικά κράτη και οι λαοί τους είδαν τη θέση τους να ενισχύεται με την κατάκτηση αποικιών. Οι Ευρωπαίοι απομύζησαν τις αποικίες και πολλοί στις ευρωπαϊκές κοινωνίες καρπώθηκαν μέρος αυτού του πλούτου. Παράλληλα, η Ευρώπη έγινε το κέντρο του κόσμου. Οι κατακτήσεις αποικιών θεωρήθηκαν, από τους Ευρωπαίους, επαρκείς αποδείξεις της πνευματικής τους ανωτερότητας, της οικονομικής και τεχνολογικής τους παντοδυναμίας. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θεωρήθηκε ανώτερος. Οι Ευρωπαίοι έφτασαν στην πολιτισμική αλαζονεία. Τέλος, σημειώθηκε όξυνση του ανταγωνισμού ανάμεσα στους ίδιους τους αποικιοκράτες: η Γερμανία, έχοντας σημειώσει εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη, θεωρούσε ότι είχε αδικηθεί και αμφισβητούσε την αποικιακή διανομή στρεφόμενη εναντίον της Αγγλίας και της Γαλλίας.
Θα δούμε πως, μετά από το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, η κατάσταση αυτή θα αλλάξει, καθώς οι παλαιές αποικίες θα διεκδικήσουν την πολιτική ανεξαρτησία τους και θα προσπαθήσουν να αναπτυχθούν οικονομικά. Η οικονομική ανάπτυξη των χωρών αυτών δε στόχευε μόνο στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού τους, στην αντιμετώπιση των ασθενειών, της πείνας και της απόλυτης φτώχειας, αλλά και στην εξασφάλιση της σχετικής οικονομικής ανεξαρτησίας τους από τις ισχυρές οικονομίες. Θα δούμε την προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την κατάσταση της υπανάπτυξης, δηλαδή του εγκλωβισμού τους σε μια κατάσταση χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και αυξημένης οικονομικής εξάρτησης από τις βιομηχανικές χώρες, και ενίσχυσης των παραγωγικών τους δυνατοτήτων.
Ορισμένες χώρες θα προσπαθήσουν να πετύχουν τον στόχο αυτόν με την ενίσχυση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων που ήδη είχαν με τις ισχυρές βιομηχανικές χώρες. Άλλες προσπάθησαν να μετατρέπουν την οικονομία τους σε βιομηχανική, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων. Έτσι διαμορφώθηκαν διαφορετικές στρατηγικές ανάπτυξης για τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες.
Πολλοί οικονομολόγοι, ιδιαίτερα στις δεκαετίες 1960 και 1970, υποστήριξαν την άποψη ότι οι φτωχές χώρες είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγουν από μια μόνιμη κατάσταση σχετικής υπανάπτυξης. Αυτή την άποψη τη θεμελίωσαν υποστηρίζοντας ότι η ανάπτυξη (των ήδη ανεπτυγμένων χωρών) προκαλεί την υπανάπτυξη (των λοιπών χωρών). Με άλλα λόγια, ότι η ανάπτυξη και η υπανάπτυξη είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος και ότι οι παράγοντες που δημιουργούν τις προϋποθέσεις ανάπτυξης των ήδη αναπτυγμένων χωρών δημιουργούν τις προϋποθέσεις υπανάπτυξης των λιγότερο ανεπτυγμένων. Επειδή η ανάπτυξη δεν είναι μια ενιαία και συμμετρική διαδικασία, δεν εξελίσσεται, δηλαδή, με ομοιόμορφο τρόπο ούτε γεωγραφικά ούτε χρονικά, συχνά δημιουργεί φαινόμενα καθυστέρησης και οπισθοδρόμησης. Για παράδειγμα, η συγκέντρωση του πληθυσμού και η βιομηχανική ανάπτυξη της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των άλλων αστικών κέντρων στην Ελλάδα μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, συνδυάστηκε με την ερήμωση χωριών ή μικρών πόλεων που άκμαζαν σε προηγούμενες εποχές. Τα τελευταία χρόνια δίνεται έμφαση στην περιφερειακή ανάπτυξη, που αφορά τη βελτίωση της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτιστικής κατάστασης των περιφερειών μιας χώρας με στόχο την αναβάθμιση του τοπικού επιπέδου και τη μείωση των διαπεριφερειακών ανισοτήτων με την εφαρμογή ενός περιφερειακού - τοπικού προγράμματος ανάπτυξης. Το ζήτημα της περιφερειακής ανάπτυξης βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής του σύγχρονου αναπτυσσόμενου κόσμου, ακριβώς επειδή συνδέεται με την επίλυση σημαντικών κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων, όπως: η πληθυσμιακή αστική συγκέντρωση, η αποσυμφόρηση των μεγαλουπόλεων, το υποβαθμισμένο επίπεδο ζωής στα αστικά κέντρα και στο ύπαιθρο κ.ά. Ουσιαστικά επίσης συμβάλλει στη λύση παγκόσμιων ζητημάτων, όπως τη μόλυνση του περιβάλλοντος καιτην κοινωνικοοικονομική ανισότητα μεταξύ ανεπτυγμένων και φτωχών χωρών.
ΜΙΑ ΣΥΝΔΥΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Οι απαρχές της παγκόσμιας ανισότητας, που είδαν αρχικά τη Δυτική Ευρώπη και στη συνέχεια τη Βόρεια Αμερική να ξεφεύγουν μπροστά σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, μπορούν να εντοπιστούν στην άνοδο των πόλεων-κρατών της Βόρειας Ιταλίας τον 14ο αιώνα και στην Αναγέννηση τον 15ο αιώνα. Μέχρι το 1500, ο μέσος Ευρωπαίους ήταν δύο φορές πλουσιότερος από τον μέσο Αφρικανό. Το πραγματικό όμως χάσμα στις συνθήκες διαβίωσης διευρύνθηκε κυρίως μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση που ξεκίνησε στην Αγγλία στο τέλος του 18ου αιώνα και διαδόθηκε στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική κατά τον 19ο αιώνα. Το 1870, όταν οι Ευρωπαίοι ήλεγχαν μόλις το 10% της αφρικανικής ηπείρου (κυρίως τη Βόρεια και τη Νότια Αφρική), τα εισοδήματα των δυτικοευρωπαίων ήταν ήδη τέσσερις φορές μεγαλύτερα από τα αντίστοιχα αφρικανικά. Η Ευρώπη με άλλα λόγια δεν χρειαζόταν την Αφρική για να ευημερήσει. Αποίκισε την Αφρική ακριβώς επειδή η ίδια ήταν πλουσιότερη και, κατά συνέπειαν, πιο ισχυρή.
Το δικαίωμα στη μετανάστευση διατυπώθηκε θεωρητικά από τη δυτική πολιτική φιλοσοφία στις απαρχές της νεότερης εποχής. Πολύ πριν από το δικαίωμα στη ζωή, που διατύπωσε στον 17ο αιώνα ο Τόμας Χομπς, το δικαίωμα στη μετανάστευση παρουσιάστηκε από τον Ισπανό θεολόγο Φρανσίσκο ντε Βιτόρια το 1539, με τις παραδόσεις του στο Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα (Relectiones de Indis), ως ένα οικουμενικό φυσικό δικαίωμα. Στο θεωρητικό πεδίο αυτή η θέση εντασσόταν σε μια εποικοδομητική κοσμοπολιτική αντίληψη των σχέσεων μεταξύ των λαών, εμπνεόμενη από ένα είδος οικουμενικής αδελφοσύνης. Στο πρακτικό πεδίο, αυτή απέβλεπε σαφώς στη νομιμοποίηση της ισπανικής κατάκτησης του Νέου Κόσμου ακόμη και με τον πόλεμο, εκεί όπου στην άσκηση του δικαιώματος στη μετανάστευση θα αντιτασσόταν αθέμιτη αντίσταση. Εξάλλου, όλη η κλασική φιλελεύθερη παράδοση θεωρούσε πάντα το jus migrandi θεμελιώδες δικαίωμα. Ο Τζον Λοκ βάσισε πάνω σε αυτό την εγγύηση του δικαιώματος στην επιβίωση και την ίδια τη νομιμοποίηση του καπιταλισμού: γιατί το δικαίωμα στη ζωή, έγραψε, είναι εγγυημένο από την εργασία και όλοι μπορούν να εργαστούν αν το θελήσουν, επιστρέφοντας στις γεωργικές καλλιέργειες ή μεταναστεύοντας στα «ακαλλιέργητα εδάφη της Αμερικής», επειδή «υπάρχει αρκετή γη στον κόσμο ώστε να επαρκεί για τους διπλάσιους από τους κατοίκους του». Ο Καντ με τη σειρά του διατύπωσε το δικαίωμα στη μετανάστευση ως τρίτο άρθρο για την «αιώνια ειρήνη», ταυτίζοντάς το με την αρχή μιας «οικουμενικής φιλοξενίας». Και το άρθρο 4 της συνταγματικής πράξης, της συνημμένης στο γαλλικό Σύνταγμα του 1793, ορίζει ότι «Κάθε ξένος μεγαλύτερος των 21 ετών, που κατοικεί στη Γαλλία εδώ και έναν χρόνο, ζει από την εργασία του ή κατέχει μια ιδιοκτησία ή παντρεύεται μια Γαλλίδα πολίτη ή υιοθετεί ένα παιδί ή συντηρεί έναν γέρο μπορεί να ασκεί τα δικαιώματα του πολίτη». Το jus migrandi (δίκαιο του μετανάστη) παρέμεινε από τότε μια βασική αρχή του εθιμικού διεθνούς δικαίου, μέχρι την καθιέρωσή του με την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948. Παρέμεινε όσο η ασυμμετρία δεν ανατρεπόταν. Σήμερα είναι οι πληθυσμοί που μέχρι χθες ήταν αποικιοκρατούμενοι αυτοί που διαφεύγουν από τη δυστυχία που προκάλεσαν οι πολιτικές μας. Και επομένως η άσκηση του δικαιώματος στη μετανάστευση μετατράπηκε σε έγκλημα. Γι’ αυτό βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε μια σοβαρότατη αντίφαση, που μόνον η εγγύηση του δικαιώματος στη μετανάστευση θα μπορούσε να άρει. Η αναγνώριση αυτής της αντίφασης δεν θα έπρεπε να μας κάνει να λησμονούμε εκείνη την κλασική διατύπωση, την κυνικά εργαλειακή, του δικαιώματος στη μετανάστευση· επειδή η ανάμνησή της μπορεί τουλάχιστον να γεννήσει -στη δημόσια συζήτηση, στην πολιτική αντιπαράθεση, στη διδασκαλία στα σχολεία- μια συνειδητοποίηση του ότι οι πολιτικές μας είναι όχι μόνο νομικά, αλλά και ηθικά και πολιτικά απαράδεκτες, και να λειτουργήσει σαν φρένο στις τωρινές ξενοφοβικές και ρατσιστικές τάσεις. Αυτές οι σκληρές πολιτικές δηλητηριάζουν και εξαχρειώνουν την κοινωνία στην Ιταλία και στην Ευρώπη. Σπέρνουν τον φόβο και το μίσος για τους διαφορετικούς. Δυσφημώντας όσους σώζουν ανθρώπινες ζωές, διασύρουν τη στοιχειώδη πρακτική της παροχής βοήθειας σε εκείνους που κινδυνεύει η ζωή τους. Φασιστικοποιούν το κοινό αίσθημα. Με δυο λόγια, ανασυγκροτούν τις ιδεολογικές βάσεις του ρατσισμού· ο οποίος, όπως ορθά υποστήριζε ο Μισέλ Φουκό, δεν είναι η αιτία αλλά το αποτέλεσμα των καταπιέσεων και των θεσμικών παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η «προϋπόθεση» -έγραφε- που επιτρέπει να «γίνεται αποδεκτή η θανάτωση» ενός μέρους της ανθρωπότητας. Πρόκειται για το ίδιο ανακυκλούμενο ανακλαστικό που στο παρελθόν γέννησε τη σεξιστική εικόνα της γυναίκας και την ταξική εικόνα του προλετάριου ως κατώτερων όντων, επειδή μόνον έτσι μπορούσε να δικαιολογηθεί η καταπίεση, η εκμετάλλευση και η στέρηση δικαιωμάτων. Πλούτος, κυριαρχία και προνόμιο δεν αρκούνται στο να καταχρώνται την ισχύ τους. Θέλουν και μια κάποια ουσιαστική νομιμοποίηση. Μια δεύτερη επίπτωση δεν είναι λιγότερο σοβαρή και καταστροφική. Αυτή έγκειται σε μια μεταβολή των συλλογικών κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων. Δεν έχουμε πλέον τα παλιά ταξικά υποκείμενα, που βασίζονταν στην ισότητα και στους κοινούς αγώνες για κοινά δικαιώματα, αλλά νέα πολιτικά υποκείμενα ταυτοτικού τύπου, βασιζόμενα στον προσδιορισμό των διαφορετικών ταυτοτήτων ως εχθρικών και στην αντιστροφή των κοινωνικών αγώνων: όχι πλέον όποιος βρίσκεται από κάτω εναντίον εκείνου που βρίσκεται από πάνω, αλλά όποιος βρίσκεται από κάτω εναντίον εκείνου που βρίσκεται ακόμη χαμηλότερα. Είναι μια μεταβολή που απειλεί τις κοινωνικές βάσεις της δημοκρατίας. Μια ορθολογική πολιτική, εκτός του ότι θα εγγυάται τα δικαιώματα, θα πρέπει να υποκινείται ρεαλιστικά από την επίγνωση του ότι οι μεταναστευτικές ροές είναι δομικά και ανεπίστρεπτα φαινόμενα, καρπός της άγριας παγκοσμιοποίησης που προωθεί ο σύγχρονος καπιταλισμός. Θα έπρεπε μάλιστα να διαθέτει το θάρρος να αποδέχεται το μεταναστευτικό φαινόμενο ως το αυθεντικό γεγονός που διαμορφώνει τη μελλοντική τάξη, που προορίζεται -ως διεκδίκηση και ως φορέας της ισότητας- να αλλάξει επαναστατικά τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, και, μακροπρόθεσμα, να αναθεμελιώσει τη διεθνή διάταξη.
ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ
Οι τύχες της Αφρικής την περίοδο της αποικιοκρατίας ήταν πολλές και διαφορετικές. Σημαντική πρόοδος για παράδειγμα σημειώθηκε στην υγεία και την παιδεία. Ο Maddison εκτιμά ότι το 1870 υπήρχαν 91 εκατομμύρια Αφρικανοί. Μέχρι το 1960, τη χρονιά της ανεξαρτησίας, ο αφρικανικός πληθυσμός αυξήθηκε παραπάνω από τρεις φορές για να φτάσει τα 285 εκατομμύρια. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι την ίδια περίοδο το ποσοστό των ανθρώπων στην Αφρική που παρακολούθησαν σχολείο αυξήθηκε από λιγότερο από 5% στο περισσότερο από 20%. Από την άλλη πλευρά, οι Ευρωπαίοι αντιμετώπιζαν τους Αφρικανούς με περιφρόνηση και τους υπέβαλλαν σε αρνητικές διακρίσεις και σε βία. Η βία εντάθηκε κατά την περίοδο του αγώνα για την ανεξαρτησία της Αφρικής, καθώς οι αποικιακές δυνάμεις προσπάθησαν να καταστείλουν τους Αφρικανούς εθνικιστές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι Αφρικανοί ηγέτες να αναλάβουν την τύχη χωρών όπου η πρακτική της καταστολής της πολιτικής διαφωνίας ήταν ήδη σταθερά εδραιωμένη. Αντί οι ηγέτες αυτοί να καταργήσουν τους νόμους που επέτρεπαν τη λογοκρισία και τη φυλάκιση για τη διαφορετική άποψη, τους διατήρησαν και τους επεξέτειναν. Ακριβώς επειδή η αποικιοκρατία ήταν τόσο ψυχολογικά εξευτελιστική για τους Αφρικανούς γενικότερα και για τους εθνικιστές ηγέτες πιο συγκεκριμένα, οι μεταποικιακές αφρικανικές κυβερνήσεις επέδειξαν ιδιαίτερη αποφασιστικότητα στην κατάργηση των αποικιακών θεσμών. Καθώς η νομοκρατία, η λογοδοσία της διοίκησης, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και το ελεύθερο εμπόριο είχαν εισαχθεί από την Ευρώπη, έπρεπε να καταργηθούν. Στη θέση τους, πολλοί Αφρικανοί ηγέτες επέλεξαν να αντιγράψουν τους πολιτικούς θεσμούς και τις οικονομικές πολιτικές μιας ανερχόμενης δύναμης που αντιπροσώπευε το ακριβώς αντίθετο από την ελεύθερη αγορά και τη φιλελεύθερη δημοκρατία της Δύσης - της Σοβιετικής Ένωσης.
ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΟΥ ΥΠΑΡΚΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ
Η αντιγραφή της ΕΣΣΔ την δεκαετία του 1960 δεν ήταν τελείως παράλογη. Κατά τη δεκαετία του 1930 η ΕΣΣΔ είχε υποστεί μια ραγδαία εκβιομηχάνιση που τη μεταμόρφωσε από αγροτική χώρα σε μια μεγάλη δύναμη. Η εκβιομηχάνιση κόστισε περίπου 20 εκατομμύρια ζωές, αλλά της επέτρεψε να θριαμβεύσει έναντι της Γερμανίας του Χίτλερ (θυσιάζοντας στον πόλεμο άλλες 27 εκατομμύρια ζωές). Στην αρχή της δεκαετίας του 1960 η ΕΣΣΔ όχι μόνο παρήγε τεράστιες ποσότητες ατσαλιού και εξοπλισμών, αλλά και φάνηκε πως θα κέρδιζε τον επιστημονικό ανταγωνισμό με τη Δύση όταν ο Γιούρι Γκαγκάριν έγινε ο πρώτος άνθρωπος στο διάστημα στις 12 Απριλίου του 1961. Η τεράστια αναποτελεσματικότητα και οπισθοδρομικότητα της σοβιετικής οικονομίας δεν έγιναν εμφανείς παρά μόνο στη δεκαετία του 1970. Μέχρι τότε ο σοσιαλισμός είχε εξαπλωθεί στο μεγαλύτερο μέρος της Αφρικής, με πολλές χώρες να υιοθετούν μονοκομματικά συστήματα που κατέστρεψαν τη λογοδοσία και τη νομοκρατία, υπονόμευσαν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα και κατ’ επέκτασιν την ανάπτυξη. Επιβλήθηκαν έλεγχοι στις τιμές και τις αμοιβές και το ελεύθερο εμπόριο έδωσε τη θέση του στην αντικατάσταση των εισαγωγών και την αυτάρκεια. Το ειδύλλιο της Αφρικής με τον σοσιαλισμό διήρκεσε μέχρι τη δεκαετία του 1990.
Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ
Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1898, ο βρετανικός στρατός με 25000 στρατιώτες, αντιμετώπισε τον διπλάσιο σουδανικό στρατό στο Ομντουρμάν, δίπλα στο Χαρτούμ, στη καρδιά μιας από τις λίγες εναπομείνασες ανεξάρτητες χώρες στην Αφρική. Το Σουδάν ήταν μια χώρα «καταραμένη». Τα εκατομμύρια τετραγωνικά μίλια του εναλλάσσονταν από την καυτή έρημο στο τροπικό δάσος, που μαστιζόταν από αρρώστιες. Αυτή ήταν και η εικόνα των ίδιων των Σουδανέζων: «Όταν ο Αλλάχ δημιούργησε το Σουδάν», έλεγαν, «γέλασε». Η ζωή ήταν δύσκολη σε μια τέτοια χώρα. Παρόλα αυτά, οι Άγγλοι είχαν έρθει για να την πάρουν από τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί. Εκτεινόμενο σε χιλιάδες μίλια της Αφρικής, αποτελούμενο από περίπου 600 φυλές, που μιλούσαν εκατό γλώσσες και ίσως μια ντουζίνα διαφορετικών τρόπων ζωής, το Σουδάν είχε προσφάτως συμπτυχθεί σε μία ενιαία πολιτεία. Αυτό που, στα τέλη του 19ου αιώνα, είχε προκαλέσει μια τέτοια εξέλιξη –και με εξαιρετικά βίαιο τρόπο- ήταν ο αντίκτυπος του ιμπεριαλισμού.
Η τουρκοαιγυπτιακή κατάκτηση του Σουδάν άρχισε το 1820 και ήταν ακόμα σε εξέλιξη 60 χρόνια αργότερα. Ήταν εκμεταλλευτική και καταπιεστική. Η είσπραξη φόρων στα σουδανικά χωριά ήταν μια παραστρατιωτική επιχείρηση, η οποία πραγματοποιούταν με τη βοήθεια του kourbash (μαστίγιο φτιαγμένο από τη ράχη ρινόκερου). Οι υπάλληλοι ήταν συνήθως διεφθαρμένοι και έτσι οι δωροδοκίες και τα ανταλλάγματα συσσωρεύονταν στον όγκο των φόρων. Στη σκληρότητα και τη φτώχεια του τοπίου, ως εκ τούτου, προστέθηκε η πικρή εμπειρία του εκφοβισμού από τα ξένα αφεντικά. Αυτό όμως, μεταξύ του 1881 και του 1884, είχε δημιουργήσει ένα ισχυρό κύμα αντίδρασης που έδιωξε τους ξένους από το Σουδάν και σφυρηλάτησε ένα ανεξάρτητο ισλαμικό κράτος. Η αντίσταση βασίστηκε στην ισλαμική θρησκεία επειδή αυτή προσέφερε ένα πλαίσιο ηγεσίας, στελεχών, οργάνωσης και ιδεολογίας ικανό να εξουδετερώσει την ποικιλία και την αποσπασματικότητα του Σουδάν. Ταυτόχρονα, επειδή το κράτος ήταν ταγμένο ενάντια στον ιμπεριαλισμό, δεν ήταν μόνο ισλαμικό, αλλά και αρκετά αυταρχικό και στρατιωτικοποιημένο.Η εντατικοποίηση της μάχης για την Αφρική μεταξύ 1885 και 1895 έφερε τους Βρετανούς πίσω στο Σουδάν. Το παράδειγμα ενός ανεξάρτητου αφρικανικού κράτους ήταν από μόνο του αρκετά λυπηρό. Όμως, αυτό που έκανε την κατάσταση τόσο επείγουσα ήταν η πιθανότητα μιας γαλλικής επέμβασης στα εδάφη της Βρετανίας. Ο γενικός διοικητής Herbert Kitchener προωθούσε επί δύο χρόνια τονστρατό του στον Νείλο, φτιάχνοντας μια σιδηροδρομική γραμμή για να εξοπλίζονται οι στρατιώτες. Οι άνδρες του χρησιμοποιούσαν σύγχρονα τουφέκια, πολυβόλα και πυροβολικά. Το μεγαλύτερο μέρος των Σουδανέζων είχε δόρατα και σπαθιά. Η Μάχη του Ομντουρμάν ήταν μια σφαγή. Ο Kitchener έχασε 429 άντρες, ενώ από το σουδανικό στρατό 10.000 σκοτώθηκαν, 13.000 τραυματίστηκαν και 5.000 πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Οι Βρετανοί εγκατέλειψαν τους Σουδανέζους τραυματίες στο πεδίο της μάχης, αφήνοντάς τους στην τύχη τους. Εντωμεταξύ, μια μικρή γαλλική στρατιωτική αποστολή έφτασε στη Fashoda, στην άνω πλευρά του Νείλου, στο Νότιο Σουδάν. Ο Kitchener μεταφέρθηκε στο ποτάμι για να την αντιμετωπίσει και η Βρετανία απείλησε τον πόλεμο, αν η αποστολή δεν αποσυρθεί. Οι Γάλλοι υποχώρησαν. Το «περιστατικό της Fashoda» ήταν μια έκφραση της αυξανόμενης έντασης μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων - όχι μόνο στην Αφρική, αλλά και στην Άπω Ανατολή, την Κεντρική Ασία, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια, την Κεντρική Ευρώπη και τη Βόρεια Θάλασσα. Ο καπιταλισμός δεν είχε γεννήσει μόνο μια ληστρική αποικιοκρατία από ορυχεία, φυτείες, και πολυβόλα. Η ανθρωπότητα είχε ήδη περάσει στην περίοδο του πρώτου σύγχρονου βιομηχανοποιημένου παγκόσμιου πολέμου.
Συμπτωματικά το 1882, οι Αιγύπτιοι είχαν κάνει τη δική τους επανάσταση εναντίον ενός καθεστώτος-μαριονέτας των Βρετανών στο Κάιρο. Αλλά αυτό το κίνημα είχε συνθλιβεί, και οι Βρετανοί είχαν αντικαταστήσει αποτελεσματικά τους Τούρκους στην ηγεμονία της Αιγύπτου. Οι άμεσες, ωστόσο, προσπάθειες της Βρετανίας να επανακτήσει το Σουδάν είχαν αποτύχει, αφήνοντας στο ισλαμικό κράτος τον πλήρη έλεγχο του εδάφους μετά το 1885. Αυτές οι πρώτες προσπάθειες ήταν, στην πραγματικότητα, δεν συνοδευόντουσαν από κάποια ιδιαίτερη επιθυμία για την κατάκτησή του. Το Σουδάν ήταν μια φτωχή ερημιά, δύσκολο να ελεγχθεί, χωρίς ιδιαίτερη αξία και για την βρετανική κυβέρνηση δεν αποτελούσε σημαντικό στόχο.
Πολλά άλλαξαν κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας. Μέχρι το 1879, το μεγαλύτερο κομμάτι της Αφρικής ήταν η άγνωστη «μαύρη ήπειρος» για τους Ευρωπαίους. Η επιρροή τους περιοριζόταν κυρίως σε εμπορικούς σταθμούς, δίπλα ή πάνω στην ακτή, πολλοί από τους οποίους χρονολογούνται από τον 17ο αιώνα, αντανακλώντας κυρίως τον εμπορικό χαρακτήρα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού της εποχής. Το υπόλοιπο της Αφρικής παρέμεινε ένα συνονθύλευμα πολιτευμάτων σε πολλά διαφορετικά στάδια ανάπτυξης. Η Αίγυπτος το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα κυβερνούταν από εκσυγχρονιστικά, εθνικιστικά καθεστώτα. Η υπόλοιπη Βόρεια Αφρική βρισκόταν κάτω από την ηγεσία παραδοσιακών Ισλαμιστών ηγεμόνων, εξαιτίας μιας μορφής υποταγής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Αβησσυνία (Αιθιοπία) ήταν ένα βασίλειο στην ορεινή ενδοχώρα, με έναν αρχαίο χριστιανικό πολιτισμό. Οι Ασάντι της Δυτικής Αφρικής και οι Ζουλού της Νότιας ήταν φυλές με μιλιταριστική ηγεσία. Μεγάλο μέρος της υπόλοιπης υποσαχάριας Αφρικής ήταν παρόμοιο με το Σουδάν: ένα μωσαϊκό από μικρότερες φυλές. Μια σημαντική εξαίρεση ήταν η Νότια Αφρική, όπου οι Βρετανοί ήλεγχαν το Natal και το Ακρωτήρι Colony, ενώ οι Boers (αλλιώς Αφρικανοί) –που ήταν λευκοί έποικοι αγρότες, ολλανδικής καταγωγής- είχαν υπό την επίβλεψή τους το Transvaal και το Orange Free State στο εσωτερικό.
Η αφρικανική πολιτική γεωγραφία μεταβλήθηκε ολοκληρωτικά μετά το 1879 από τον βρετανικό, τον γαλλικό, τον πορτογαλικό, τον ισπανικό, το γερμανικό και τον ιταλικό ιμπεριαλισμό. Κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, η εξάπλωση του βιομηχανικού καπιταλισμού στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης έχει δημιουργήσει μια ταχύτατα αυξανόμενη ζήτηση για τα πρωτογενή προϊόντα, καθώς και νέες αγορές και καταστήματα για την επένδυση του πλεονάζοντος κεφαλαίου. Η οικονομική κατάρρευση του 1873 και η εν συνεχεία παγκόσμια ύφεση είχε εντείνει τον ανταγωνισμό μεταξύ των Ευρωπαίων καπιταλιστών Κατά συνέπεια, μεταξύ 1879 και 1913, σχεδόν το σύνολο της Αφρικής ήταν σκαλισμένο σε αποικίες από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η αρπαγή της γης έγινε γνωστή ως «η μάχη για την Αφρική». Η Αφρική παρείχε χρυσό, διαμάντια, χαλκό, κασσίτερο, καουτσούκ, βαμβάκι, φοινικέλαιο, κακάο, τσάι, και πάρα πολλά άλλα στις αναπτυσσόμενες βιομηχανίες και πόλεις της Ευρώπης. Οι κάτοικοι της ηπείρου, συμπεριλαμβανομένου του αυξημένου αριθμού των λευκών εποίκων, παρείχαν αγορές για τους Ευρωπαίους κατασκευαστές. Τα αποικιακά έργα υποδομής, όπως η κατασκευή σιδηρόδρομων, έκαναν πλούσιους τους Ευρωπαίους βιομηχάνους και τους ομολογιούχους. Εξαιτίας αυτού και επειδή οι γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων αυξάνονταν, η κατάτμηση (ο κατακερματισμός) της Αφρικής ήταν μια διαδικασία ανταγωνιστική . Αυτό της έδωσε μια δυναμική ανεξάρτητη από την οικονομική αξία των ίδιων των εδαφών.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις άρπαζαν αποικίες για να προλάβουν η μία την άλλη. Τις χρησιμοποιούσαν ως τροχοπέδη για να εμποδίσουν η μία την επέκταση της άλλης και ως πλατφόρμες για την προβολή της στρατιωτικής τους ισχύος στις «σφαίρες επιρροής» των άλλων. Τις ήθελαν επίσης και ως διαπραγματευτικό ατού στο αυτοκρατορικό παζάρεμα. Οι Γάλλοι, που είχαν τον έλεγχο σχεδόν όλου του Maghreb και της Δυτικής Αφρικής, ονειρεύονταν μια αυτοκρατορία που θα εκτεινόταν σε ολόκληρη την ήπειρο, από τον Ατλαντικό έως τον Ινδικό ωκεανό. Οι Βρετανοί, αντιθέτως, μιλούσαν για μία αυτοκρατορία απ’ το βορρά ως το νότο, «από το Κάιρο ως το Ακρωτήρι», που θα συνέδεε τις υπάρχουσες κτήσεις στην Αίγυπτο, την Ανατολική Αφρική και τη Νότια Αφρική. Αλλά οι Γερμανοί άρπαξαν την Τανζανία και έκοψαν το δρόμο και στους δύο.
Το κόστος για τους κατοίκους της Αφρικής ήταν τεράστιο. Η αντίσταση συντρίφθηκε από πυροβολικά, πυροβόλα όπλα και σφαγές. Υπό την απειλή των όπλων, η γη κατελήφθη για να δημιουργηθούν κτηματικές εκτάσεις, που θα παραδίδονταν σε λευκούς. Ως αποτέλεσμα στερήσεων, φορολογίας, ομάδων πίεσης και ληστειών, οι γηγενείς αγρότες και κτηνοτρόφοι αναγκάστηκαν να γίνουν μισθωτοί εργάτες. Όταν το 1906 αγρότες εξεγέρθηκαν, ο σερ Frederick Lugard, Βρετανός Ύπατος Αρμοστής για την Προστασία της Βόρειας Νιγηρίας, επέλεξε να τους αφανίσει. Οι στρατιώτες του με τουφέκια σκότωσαν περίπου 2000 αφρικανούς χωρικούς, οπλισμένους με τσεκούρια και τσάπες. Οι φυλακισμένοι εκτελέστηκαν, τα κεφάλια τους κόπηκαν και τοποθετήθηκαν σε πασσάλους. Το χωριό των ανταρτών καταστράφηκε ολοσχερώς. Δέκα χιλιάδες μέλη των φυλών Νάμα και Χένερο πέθαναν από πείνα και από δίψα, όταν οι Γερμανοί τους οδήγησαν στην έρημο της Ναμίμπια μεταξύ 1904 και 1907. Ο γενικός διοικητής Lothar von Trotha, όπως και ο Lugard, ήταν οπαδός της λογικής του αφανισμού. Μεταξύ του 1885 και του 1908, στο βελγοκρατούμενο Κονγκό, εκατομμύρια, ίσως και το ήμισυ του πληθυσμού, έχασαν την ζωή τους εξαιτίας του πολέμου, της πείνας και των ασθενειών, τη στιγμή που ολόκληρη η επικράτεια είχε μετατραπεί σε ένα απέραντο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Οι ντόπιοι εργάτες που δεν συμπλήρωναν τα νούμερα στην συλλογή καουτσούκ βρέθηκαν με κομμένα χέρια.
Η λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1945 συνοδεύτηκε από καταλυτικές αλλαγές στην παγκόσμια τάξη και στην ισορροπία δυνάμεων. Το κυρίαρχο αποικιακό σύστημα διαλύθηκε με εκπληκτική ταχύτητα και οι μεγάλοι αποικιακοί σχηματισμοί έδωσαν τη θέση τους σε μια πλειάδα νέων ανεξάρτητων κρατών. Τα ιδρυτικά 51 κράτη-μέλη του νεοσύστατου ΟΗΕ το 1945 σχεδόν διπλασιάστηκαν (99) το 1960. Η διαδικασία της αποαποικιοποίησης ακολούθησε διάφορους δρόμους, ειρηνικούς και συντεταγμένους σε κάποιες περιπτώσεις, βίαιους και επαναστατικούς σε άλλες. Η ταυτόχρονη επικράτηση του Ψυχρού Πολέμου στις σχέσεις των νέων υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, πρόσθεσε ακόμα ένα πεδίο ανταγωνισμού και παρεμβάσεων στις διεθνείς σχέσεις του μεταπολεμικού κόσμου. Η μεγάλη οικονομική ύφεση μετά το Κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο 1929 είχε προ πολλού εκμηδενίσει τη σημασία των αποικιακών κτήσεων ως προμηθευτών πρώτων υλών, προκαλώντας την κατάρρευση των τιμών των τελευταίων στην παγκόσμια αγορά. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος μετέβαλε περαιτέρω τις σχέσεις μητρόπολης – αποικιών λόγω της ουσιαστικής αδυναμίας των μητροπόλεων να ασκήσουν την αυτοκρατορική εξουσία τους όσο διαρκούσε ο πόλεμος αλλά και εξαιτίας της αθρόας συμμετοχής στα πεδία των μαχών στρατιωτών από τις αποικίες. Η βρετανική ινδική στρατιά αριθμούσε δύο εκατομμύρια άνδρες, ενώ περίπου πεντακόσιες χιλιάδες Αφρικανοί είχαν επιστρατευθεί από τη Γαλλία και τη Βρετανία. Η πραγματικότητα αυτή δημιουργούσε ένα αναμφισβήτητο ηθικό χρέος προς τις αποικίες αλλά και μια ρεαλιστική απειλή για τις μητροπόλεις, καθώς αντιμετώπιζαν τώρα εκπαιδευμένους στρατιώτες με αμφίβολη νομιμοφροσύνη προς τις αποικιακές αρχές.
Το κύμα αναταραχής και εξεγέρσεων που συγκλόνισε τον αποικιακό κόσμο ήδη κατά τη διάρκεια του πολέμου και αμέσως μετά (σε Ινδία, Αλγερία, Βρετανική Γουιάνα, Μπαχάμες, Βιρμανία, Κένυα, Μαλαισία, Νιγηρία, Νησιά του Σολομώντα και Κονγκό-πρώην Ζαΐρ) έφερε στο προσκήνιο την προσδοκία αυτοδιάθεσης των αποικιακών λαών, που δεν ήταν δυνατόν πλέον να αγνοηθεί. Και οι δύο μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, αντιμετώπιζαν ιδιαίτερες δυσχέρειες στη διατήρηση των αποικιακών αυτοκρατοριών τους και γνώρισαν μια σειρά από ταπεινωτικές ήττες: στον πόλεμο της Ινδοκίνας μετά τη μάχη στο Ντιεν Μπιεν Φου το 1954, στη σύγκρουση με την Αίγυπτο για τον έλεγχο της Διώρυγας του Σουέζ το 1956, ενώ ο πόλεμος της Αλγερίας, που είχε ξεσπάσει το 1954, εξελισσόταν ανησυχητικά για το Παρίσι. Το δυσβάστακτο βάρος της αποικιακής διοίκησης είχε πλέον γίνει ασυμβίβαστο με τις επιτακτικές προτεραιότητες της οικονομικής ανασυγκρότησης στο κέντρο των μητροπόλεων. Εξάλλου, το διπολικό σύστημα του Ψυχρού Πολέμου είχε αλλάξει άρδην τους διεθνείς συσχετισμούς ισχύος. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Σοβιετική Ενωση, για τους δικούς τους λόγους η καθεμία, δεν επιθυμούσαν την παράταση της εδαφικής αποικιοκρατίας και ασκούσαν πίεση για τον τερματισμό της.
Αν τα χρόνια 1945-1955 χαρακτηρίζονται η «ασιατική δεκαετία» στην ιστορία της αποαποικιοποίησης, η επόμενη, 1955-1965, ανήκει αναμφίβολα στην Αφρική. Το έτος 1960 ξεχωρίζει, καθώς τότε ανεξαρτητοποιήθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα δεκατέσσερα κράτη της υποσαχάριας Αφρικής. Μετά την ανεξαρτησία της Γκάνας το 1957, της πρώτης χώρας της Μαύρης Ηπείρου που απαλλάχθηκε από τη βρετανική αποικιακή κυριαρχία, το επόμενο βήμα έγινε από τον στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ τον Αύγουστο 1958, όταν, μεσούντος του πολέμου της Αλγερίας και μετά την απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος, έθεσε σε δημοψήφισμα το νέο Σύνταγμα της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Ο Ντε Γκωλ έδωσε στις αποικίες το δικαίωμα επιλογής μεταξύ της αποδοχής του νέου Συντάγματος και της συνεπαγόμενης παραμονής τους στη Γαλλική Κοινότητα (που αντικατέστησε τη βραχύβια Γαλλική Ενωση του 1946-1958 επιχειρώντας έναν άτολμο εκσυγχρονισμό της Γαλλικής Αυτοκρατορίας, με περιορισμένες παραχωρήσεις εσωτερικής αυτονομίας αλλά όχι και εξίσωσης των αποικιακών υπηκόων με τους Γάλλους πολίτες) ή της απόρριψής του και της πλήρους διάρρηξης των δεσμών με τη Γαλλία. Στο πλαίσιο της νέας Γαλλικής Κοινότητας τα κράτη θα ήταν αυτόνομα, αυτοδιοικούμενα και θα διαχειρίζονταν ελεύθερα και δημοκρατικά τις εσωτερικές τους υποθέσεις.
Κατ’ αρχήν μόνο η Γουινέα του Σέκου Τουρέ επέλεξε την ανεξαρτησία, το 1958, όμως στα τέλη του 1959 ο Ντε Γκωλ αναγκάστηκε σε στρατηγική αναδίπλωση διαπιστώνοντας ότι οι αποικιοκρατούμενοι λαοί θα καταψήφιζαν τελικά την προτεινόμενη διέξοδο. Εδωσε έτσι τη διαβεβαίωση ότι θα μπορούσαν να παραμείνουν στην Κοινότητα ακόμη και χώρες που θα είχαν επιλέξει την ανεξαρτησία, διατηρώντας ανοιχτή την οδό της οικονομικής και στρατιωτικής συνεργασίας με την πρώην μητρόπολη. Η απόφαση δεν ήταν εύκολη για τη Γαλλία καθώς η διατήρηση της αυτοκρατορίας ταυτιζόταν για την κοινή γνώμη με την αναγνώρισή της ως παγκόσμιας δύναμης. Το 1960 οι Ομοσπονδίες της Δυτικής και Ισημερινής Αφρικής διασπάστηκαν σε ένα πλήθος κρατών, κυρίαρχων μεν αλλά που διατήρησαν ειδικούς δεσμούς και διάφορες μορφές συνεργασίας με τη Γαλλία (στρατιωτικής, οικονομικής, νομισματικής και πολιτισμικής), που θα χαρακτηριστούν «νεο-αποικιακές» στη συνέχεια: πρώτο το γαλλικό Καμερούν, την 1η Ιανουαρίου, και ακολουθούν η βραχύβια Ομοσπονδία του Μάλι με τη Σενεγάλη και το γαλλικό Σουδάν (διήρκεσε μόλις τρεις μήνες), η Δαχομέη (Μπενίν μετά το 1975), η Ακτή Ελεφαντοστού, το Τσαντ, η Ανω Βόλτα (Μπουρκίνα Φάσο από το 1984), η Μαυριτανία, ο Νίγηρας, η Γκαμπόν και η Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.
Την ίδια χρονιά ανεξαρτητοποιήθηκαν από τη Μεγάλη Βρετανία το Τόγκο, το βρετανικό Καμερούν, η Μαδαγασκάρη και η Νιγηρία, ενώ η βρετανική και η ιταλική Σομαλία ενώθηκαν στη Σομαλική Δημοκρατία. Το έναυσμα έδωσε μια από τις εμβληματικότερες ομιλίες στην ιστορία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, από τον πρωθυπουργό Χάρολντ Μακ Μίλαν. Σε μια μεγάλη περιοδεία στην Αφρική που διήρκεσε έξι εβδομάδες, ο Mακ Μίλαν απευθύνθηκε με σχεδόν τα ίδια λόγια στις αφρικανικές πρωτεύουσες, πρώτα στην Ακρα της Γκάνας και στη συνέχεια στο Λάγος, στη Ροδεσία, τη Νιάσαλαντ και τέλος στην πανηγυρική κοινή συνεδρίαση των δύο κοινοβουλευτικών σωμάτων της Νότιας Αφρικής στο Κέιπ Τάουν, στις 3 Φεβρουαρίου 1960. Πολιτικός του Συντηρητικού Κόμματος που είχε διαδεχθεί τον Αντονι Ιντεν στην πρωθυπουργία το 1957, όταν ο τελευταίος υποχρεώθηκε σε παραίτηση μετά την κρίση του Σουέζ, ο Mακ Μίλαν αναφέρθηκε στον «άνεμο της αλλαγής» στην αφρικανική ήπειρο ως ένα αδιαμφισβήτητο πολιτικό γεγονός: «Κατά τον 20ό αιώνα και ιδίως μετά το τέλος του πολέμου, οι διαδικασίες που γέννησαν τα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη επαναλαμβάνονται σε όλον τον υπόλοιπο κόσμο. Είδαμε την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης σε λαούς που έζησαν εξαρτημένοι από κάποια άλλη δύναμη επί αιώνες. Δεκαπέντε χρόνια πριν, αυτό το κίνημα διαδόθηκε στην Ασία. Εκεί, πολλές χώρες από διαφορετικές φυλές και πολιτισμούς διεκδίκησαν το δικαίωμα στην ανεξαρτησία. Τώρα το ίδιο συμβαίνει στην Αφρική, και το εντυπωσιακότερο από την εντύπωση που σχημάτισα αφότου έφυγα από το Λονδίνο, εδώ και έναν μήνα, είναι η δύναμη αυτής της αφρικανικής εθνικής συνείδησης. Σε κάθε περιοχή εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές, αλλά συμβαίνει παντού. Ο “άνεμος της αλλαγής” πνέει σε αυτή την ήπειρο απ’ άκρη σ’ άκρη και, είτε μας αρέσει είτε όχι, η άνοδος της εθνικής συνείδησης είναι ένα πολιτικό γεγονός. Οφείλουμε να το αποδεχθούμε ως γεγονός και να το λάβουμε υπ’ όψιν μας στις εθνικές πολιτικές μας». Η ομιλία του Μακ Μίλαν καταδεικνύει την οξεία αντίληψη της ιστορικής συγκυρίας από τον Βρετανό πρωθυπουργό και την αποφασιστικότητά του να αναθεωρήσει δραστικά τις διεθνείς δεσμεύσεις της Μεγάλης Βρετανίας. Συνάντησε όμως περιορισμένη απήχηση στα αφρικανικά Κοινοβούλια και στο λευκό ακροατήριό τους. Μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1960, η σφαγή στη Σάρπβιλ της Νότιας Αφρικής άφησε δεκάδες νεκρούς και τραυματίες, όταν η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά των μαύρων διαδηλωτών που διαμαρτύρονταν για το καθεστώς των εσωτερικών διαβατηρίων που οι μαύροι Νοτιοαφρικανοί ήταν υποχρεωμένοι να επιδεικνύουν σε όποιον λευκό το ζητούσε. Η ένταση του ρατσιστικού μίσους στις αποικίες εγκατάστασης όπως η Κένυα και η Ροδεσία, με σχετικά υψηλή συγκέντρωση λευκών αποίκων που απέρριπταν κάθε ιδέα για μεταβίβαση της εξουσίας στη μαύρη πλειοψηφία των χωρών τους, είχε ως συνέπεια την καθυστέρηση της ανεξαρτητοποίησής τους που επήλθε με καθυστέρηση και ύστερα από βίαιες συγκρούσεις (1963 και 1980 αντίστοιχα). Στις λοιπές χώρες όπου αυτή η μεταβίβαση εξουσίας έλαβε χώρα και κοινοβουλευτικά καθεστώτα αναδείχθηκαν έπειτα από δημοκρατικές εκλογές ως το πρώτο βήμα της ανεξαρτησίας, γρήγορα κατέστη σαφές ότι η τυπική πολιτική ανεξαρτητοποίηση δεν αποτελούσε εγγύηση για την ουσιαστική απελευθέρωση των νέων κρατών από τη δυτική κηδεμονία. Σε πολύ σύντομο διάστημα ξέσπασαν εμφύλιες συγκρούσεις και στρατιωτικά πραξικοπήματα για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας, συχνά υποκινούμενα από τις ξένες δυνάμεις στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αποαποικιοποίησης, που συμπυκνώνει δραματικά τις παθογένειες της αποικιοκρατίας και τις συνέπειες της νεο-ιμπεριαλιστικής παρέμβασης στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, είναι ίσως του βελγικού Κονγκό. Η εσπευσμένη απελευθέρωση της μοναδικής αποικίας του Βελγίου στις 30 Ιουνίου 1960 σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του Πατρίς Λουμούμπα, ηγέτη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος του Κονγκό, και την καταβύθιση της χώρας σε μακρόχρονο εμφύλιο πόλεμο και μεγάλης έκτασης ανθρωπιστική καταστροφή.
Αποικία : έδαφος υπό τον πλήρη έλεγχο της μητρόπολης
Προτεκτοράτο: Κράτος υπό τον έλεγχο μιας «προστάτιδας» δύναμης έπειτα από μια συνθήκη ανάμεσα σε δύο κυβερνήσεις> Αυτό το σύστημα επέτρεψε τον έλεγχο περιοχών χωρίς να αλλάξουν οι δομές των προηγούμενων καθεστώτων (π.χ. Τυνησία, Καμπότζη)
Εντολή: Αυτό το εδαφικό status εμφανίστηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο< Αφορούσε τις πρώην γερμανικές αποικίες και εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που πέρασαν υπό τον προσωρινό έλεγχο άλλων δυνάμεων με σκοπό αργότερα την ανεξαρτητοποίησή τους (Συρία, Λίβανος, Παλαιστίνη, Καμερούν)
Κοινοπολιτεία: Οργανισμός που αφορούσε όλες τις πρώην βρετανικές αποικίες που διατήρησαν δεσμούς με το στέμμα αλλά είχαν πλέον ανεξαρτησία (Καναδάς, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία)
Κατά τους νεότερους χρόνους αποικίες είχαν ιδρύσει η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ολλανδία, κυρίως στην Αμερική και στην Ασία. Βασικά στοιχεία όλων αυτών των αποικιών ήταν η εγκατάσταση εποίκων από τις μητροπόλεις και η λειτουργία των κοινοτήτων των εποίκων ως πυρήνων της εν γένει οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής των αποικιών. Η νέα αποικιοκρατία, ως ιστορικό φαινόμενο που έμεινε γνωστό ως ιμπεριαλισμός (από τον λατινικό όρο «imperium»: αυτοκρατορία), διέφερε από τις προγενέστερες φάσεις του φαινομένου από την εξής άποψη: οι νέες αποικίες δε δημιουργήθηκαν από το δημογραφικό πλεόνασμα ή από ανεπιθύμητες θρησκευτικές ή άλλες ομάδες του πληθυσμού της Ευρώπης, ούτε ανέπτυξαν τους θεσμούς των μητροπόλεων της γηραιάς ηπείρου. Οι νέες αποικίες εγκαθιδρύθηκαν από χώρες της Ευρώπης και από τις ΗΠΑ σε υπανάπτυκτες οικονομικά και ανίσχυρες στρατιωτικά περιοχές του κόσμου, ιδίως στην Αφρική, την Ασία και τον Ειρηνικό Ωκεανό, με τον εξαναγκασμό ήτη χρήση βίας, για να εξυπηρετήσουν κυρίως οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα των μητροπολιτικών χωρών. Η εξυπηρέτηση οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων δεν ήταν ωστόσο το μοναδικό κίνητρο, όπως προαναφέρθηκε. Η απόκτηση αποικιών σε υπανάπτυκτες και εν πολλοίς άγνωστες περιοχές του κόσμου υπήρξε εθνική επιδίωξη, που απέκτησε λαϊκή υποστήριξη. Οι αποικίες στον υπανάπτυκτο και αναξιοπαθούντα κόσμο της Αφρικής και της Ασίας έφτασαν να θεωρούνται επιβράβευση των δυνατοτήτων και της ισχύος μιας χώρας της Ευρώπης και στόχος εθνικός.
Η αποικιοκρατία ήταν άρρηκτα και οργανικά συνδεδεμένη με τον εθνικισμό, ενώ στον πυρήνα της υπήρχε το στοιχείο του μεσσιανισμού* και της εθνικής αποστολής. Οι Βρετανοί αναφέρονταν στο «χρέος του λευκού ανθρώπου» (the white man's burden), οι Γάλλοι στην «εκπολιτιστική τους αποστολή»(mission civilisatrice). Ακολούθησαν οι Γερμανοί και οι Βέλγοι με ανάλογες αναφορές. Στοιχεία της ίδιας εθνικής έξαρσης διακρίνονται και στο όραμα των Ελλήνων αυτής της εποχής, το όραμα της Ελλάδας από την οποία ανέμεναν να «φωτίσει» ως φωτοβόλος «φάρος» και να απελευθερώσει την «καθ' ημάς Ανατολή».
Η Βρετανία έσπευσε να προσθέσει στις παλαιές της αποικίες νέες, ιδίως στην Αφρική: την Αίγυπτο και το Σουδάν, καθώς και τη Νότια Αφρική. Κατείχε ήδη την Ινδία και το Πακιστάν, καθώς και άλλα στρατηγικά σημεία στην ίδια περιοχή. Ο Καναδάς και η Αυστραλία απέκτησαν την ίδια εποχή καθεστώς αυτοδιοίκησης, αλλά παρέμειναν τμήματα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και κατόπιν της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Η Γαλλία, παλαιά αποικιοκρατική δύναμη και αυτή, κατέλαβε τη βορειοδυτική Αφρική, για να ακολουθήσουν η Γερμανία, το Βέλγιο και η Ιταλία στην κεντρική Αφρική. Το παράδειγμα των ευρωπαϊκών χωρών ακολούθησαν και δύο εξωευρωπαϊκές βιομηχανικές χώρες, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, οι οποίες ενεπλάκησαν στην ανατολική Ασία. Η Ρωσία εξαπλώθηκε στον Καύκασο, στην κεντρική Ασία και στη Σιβηρία.
Σε πολλές περιοχές του κόσμου οι δυτικοί αποικιοκράτες δημιούργησαν θεσμούς διακυβέρνησης και εθνικές ενότητες στη θέση των κατακερματισμένων γλωσσικά και θρησκευτικά ανθρώπινων συνόλων, όπως οι Βρετανοί στη βορειοανατολική και τη νότια Αφρική, καθώς και στην Ινδία. Λιγότερο ανθεκτικοί υπήρξαν οι θεσμοί που δημιούργησαν οι Γάλλοι, οι Γερμανοί, οι Βέλγοι και οι Ιταλοί στις δικές τους αποικίες. Σε πολλές περιοχές της Αφρικής σχηματίστηκαν αποικίες χωρίς άλλον συνεκτικό δεσμό εκτός από τις αρχές των αποικιοκρατών. Οι αποικίες αυτές αποτέλεσαν κατά τον 20ό αιώνα, όταν απέκτησαν την ανεξαρτησία τους, προβληματικά εθνικά κράτη χωρίς συνοχή, στα οποία εκδηλώθηκαν σκληροί εμφύλιοι πόλεμοι.
Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία του 19ου αιώνα ολοκλήρωσε τη διείσδυση του δυτικού ανθρώπου στον εξωευρωπαϊκό κόσμο, η οποία είχε αρχίσει τον 16ο αιώνα, και τον προσέδεσε στον δυτικό κόσμο. Ο δυτικός άνθρωπος προσπάθησε να ενσωματώσει στον δυτικό πολιτισμό λαούς με κοινωνική οργάνωση και πολιτισμούς διαφορετικούς από τον δυτικό, να τους «προικοδοτήσει» με θεσμούς ανάλογους προς τους δικούς του. Ταυτοχρόνως οι πρώτες ύλες και οι παραγωγικές δυνατότητες των αποικιών προσαρμόστηκαν έτσι, ώστε να εξυπηρετούν όχι αποκλειστικά τις ανάγκες των γηγενών κατοίκων, αλλά και τις παραγωγικές ανάγκες των μητροπολιτικών χωρών. Σε πολλές αποικίες ο δυτικός άνθρωπος εξάρθρωσε παραδοσιακές κοινωνικές δομές χωρίς να δημιουργήσει στη θέση τους βιώσιμους δυτικούς θεσμούς, αλλά, παρ' όλα αυτά, κατόρθωσε να εξαλείψει θανατηφόρες επιδημίες, τη δουλεία και άλλες ενδημικές μάστιγες.

ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ ΓΙΟΥΡΣΕΝΑΡ, "ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ" (ή: "Το έγκλημα")

Θα σας εξηγήσω, κύριοι δικαστές... Έχω μπροστά μου αμέτρητες κόγχες ματιών, κυκλικές γραμμές χεριών που ακουμπάνε πάνω στα γόνατα, πόδια ...