Αίγυπτος ονομαζόταν από τους αρχαίους Έλληνες το βορειοανατολικό τμήμα της Αφρικής, το οποίο διατρέχει ο ποταμός Νείλος. Τη σπουδαιότητα του ποταμού για τη χώρα και τον λαό της επισημαίνει ο ιστορικός Ηρόδοτος, όταν αποκαλεί την Αίγυπτο "δώρο του Νείλου". Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μια λωρίδα πράσινου που δημιουργεί ο Νείλος από τις πηγές του στα όρη της Αιθιοπίας μέχρι και τις εκβολές στα βόρεια της χώρας, όπου διακλαδίζεται σε παραποτάμους και δημιουργεί ένα δέλτα μεγάλης έκτασης που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Πέρα απ' αυτήν τη λωρίδα απλώνονται εκτάσεις ερήμου: η Λιβυκή έρημος στα δυτικά και στα ανατολικά,που φτάνει μέχρι τον κόλπο του Σινά και την Ερυθρά θάλασσα. Η άγονη αυτή χώρα δεν θα είχε εξελιχθεί, εάν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ο Νείλος δεν πλημμύριζε και μετά την απομάκρυνση των νερών του δεν άφηνε ένα στρώμα λάσπης που κάνει τη γη εύφορη. Στα νότια της χώρας υπήρχαν μόνο όγκοι βράχων, τα δάση σπάνιζαν και γι' αυτό έλειπε η ξυλεία. Οι όχθες του Νείλου ήταν γεμάτες από καλάμια, λωτούς και πάπυρους, όπου φώλιαζε πλήθος πουλιών. Η χώρα γεωγραφικά ήταν χωρισμένη σε δύο τμήματα: το νότιο και ορεινό αποτελούσε η Ανω Αίγυπτος (προς την πλευρά του Σουδάν) και το βόρειο με το Δέλτα του Νείλου, που βρέχεται από τη Μεσόγειο θάλασσα, η Κάτω Αίγυπτος.
Στο τμήμα αυτό εντοπίζεται το πιο ευάλωτο σημείο, η χερσόνησος του Σινά, μέσω της οποίας εξασφαλιζόταν η επαφή με τους άλλους λαούς της Εγγύς Ανατολής. Ταυτόχρονα όμως αποτελούσε και τη δίοδο των εισβολέων προς την Αίγυπτο.
Η ζωή στην Αίγυπτο ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον Νείλο και τις πλημμύρες του: η άρδευση των χωραφιών και η συντήρηση των αυλακιών ήταν μια επίπονη και συνεχής εργασία που δίδαξε τη συνεργασία στους κατοίκους, αλλά δημιούργησε και την ανάγκη της επίβλεψης του κράτους. Στη γόνιμη από τον ποταμό αιγυπτιακή γη καλλιεργούνταν, εκτός από το σιτάρι και το κριθάρι, το λινάρι, τα οπωροφόρα δένδρα και τα κηπευτικά. Οι Αιγύπτιοι στις όχθες του Νείλου μάζευαν πάπυρους και λωτούς.
Η είσοδος στο GEM-το νέο Αιγυπτιακό Μουσείο Καίρου, το μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο του κόσμου.
Εκατοντάδες εκθέματα σε μεγάλους χώρους που διαδέχονται ο ένας τον άλλον, παρασύρουν τον επισκέπτη σε ένα εντυπωσιακό ταξίδι στα 7.000 χρόνια αιγυπτιακής Ιστορίας. Φωτ. Κοσμάς Βίδο
Σε επίπεδο οικογενειακής παραγωγής, οι Αιγύπτιοι κατασκεύαζαν ένα είδος μπίρας από τη ζύμωση κριθαρένιου ψωμιού.
Επίσης, ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία αλλά και με το ψάρεμα στα νερά του ποταμού. Η βάση της οικονομίας στην Αίγυπτο ήταν η γεωργία. Η συστηματική οργάνωσή της ήταν κάτω από την άμεση επίβλεψη του κράτους, δηλαδή του Φαραώ.
Η διοίκηση είχε ανάγκη από μορφωμένους πολίτες και με ειδικές γνώσεις: οι ιερείς για την κάλυψη των αναγκών ενός θεοκρατικού κράτους, οι γραφείς, που γνώριζαν τη δύσκολη ιερογλυφική γραφή για τη λειτουργία της κρατικής μηχανής και οι επαγγελματίες στρατιωτικοί για τη διατήρηση και την ανάπτυξη της αυτοκρατορίας, συνέβαλλαν όλοι στην καλύτερη οργάνωση και λειτουργία του κράτους.
Bασιλικοί γραφείς φρόντιζαν να σημειώνουν τους λογαριασμούς εσόδων και εξόδων του βασιλικού θησαυροφυλακίου.
Ομοίως, βασιλικοί υπάλληλοι παρακολουθούσαν τις γεωργικές εργασίες και συγκέντρωναν από τη συγκομιδή το ποσοστό που ανήκε στον Φαραώ. Ο λαός εργαζόταν παράλληλα στην οικοδόμηση των μεγάλων έργων, ναών, ανακτόρων, ταφικών μνημείων τα οποία κατασκεύαζαν οι Φαραώ. Μεγάλος αριθμός ειδικευμένων τεχνιτών, μεταλλουργών, ξυλουργών, κεραμοποιών, ναυπηγών, αρχιτεκτόνων κ.ά., κατασκεύαζε ποικίλα προϊόντα για μια εξελιγμένη κοινωνία.
Αρκετοί τεχνίτες εργάζονταν σε ιδιωτικά εργαστήρια, οι περισσότεροι όμως και οι καλύτεροι εργάζονταν στα ανακτορικά εργαστήρια, διότι ο κύριος όγκος της βιοτεχνικής παραγωγής, όπως και του εμπορίου, ήταν ελεγχόμενος από το φαραώ. Το εμπόριο βασιζόταν στην εξαγωγή του πλεονάσματος των παραγόμενων στην Αίγυπτο αγαθών, όπως δημητριακών, παπύρου, ή πρώτων υλών, όπως χρυσού, και στην εισαγωγή υλών που έλειπαν από τη χώρα, όπως ξυλείας, χαλκού, αργύρου κ.ά. Η παροχή υπηρεσιών ήταν ένας άλλος οικονομικός τομέας που απασχολούσε αρκετά μεγάλο αριθμό πολιτών.
Από την αρχή της αιγυπτιακής ιστορίας, όταν ακόμα δεν υπήρχε ενιαίο κράτος, η κάθε πόλη είχε τον δικό της θεό-προστάτη. Η πολυθεΐα όμως χαρακτήριζε τους Αιγύπτιους και στις υπόλοιπες περιόδους της ιστορικής τους πορείας. Παρουσίαζαν τους θεούς τους με ανθρώπινο σώμα και κεφάλι κάποιου ζώου.
Ο μεγαλύτερος θεός ήταν ο Ρα, ο θεός Ήλιος, τον οποίο εκπροσωπούσε ο Φαραώ στη γη.
Οι δημοφιλέστεροι θεοί ήταν η Ίσις, ο Όσιρις και ο Ώρος.
Ο φαραώ Αμένοφις Δ', ο επονομαζόμενος και Ακενατόν, προσπάθησε να εξαλείψει την πολυθεΐα. Στράφηκε εναντίον των ιερέων και της λατρείας του Αμμωνος, προστάτη-θεού της Θήβας.
Η προσπάθειά του να επιβάλει τη λατρεία του Ρα, του θεού Ήλιου, ως μοναδικού θεού, συνάντησε την αντίδραση του ιερατείου και κατέληξε σε αποτυχία.
Ο κοπιώδης τρόπος ζωής των Αιγυπτίων και οι κακουχίες είχαν δημιουργήσει τη βαθιά πίστη ότι η ζωή συνεχίζεται και μετά το θάνατο, εάν δεν καταστρεφόταν το σώμα του νεκρού. Εξαιτίας του φόβου αυτού που σφράγισε τον πολιτισμό τους, οι Αιγύπτιοι ταρίχευαν τους νεκρούς και τους έθαβαν σε ταφικά μνημεία μαζί με όλα τα σκεύη που τους ήταν αναγκαία για τη μεταθανάτια ζωή.
Η αντίληψη αυτή που ήταν διαδεδομένη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα συμπεριλαμβανομένου και του Φαραώ, οδήγησε στην κατασκευή μεγάλων ταφικών μνημείων με εξαίρετη διακόσμηση, τα οποία περιείχαν αφάνταστα πλούτη. Τα πολύτιμα σκεύη και ο πολυτελής στολισμός των νεκρών, φαραώ και ευγενών έγιναν η αφορμή για συστηματική τυμβωρυχία ήδη από την αρχαιότητα.
Η προϊστορία: η προέλευση των πρώτων κατοίκων της Αιγύπτου είναι άγνωστη και καμία επιστημονική απάντηση σε ό,τι αφορά την καταγωγή τους δεν είναι πειστική. Πρόκειται μάλλον για λαούς διαφορετικής προέλευσης. Τα πρωιμότερα δείγματα οργανωμένης ζωής στην Αίγυπτο ανάγονται στα τέλη της 5ης χιλιετίας π.Χ.
Είναι οικισμοί νεολιθικού χαρακτήρα, των οποίων οι κάτοικοι ασχολήθηκαν με την καλλιέργεια της γης, το κυνήγι και το ψάρεμα.
Την 4η χιλιετία π.Χ. οι οικισμοί στην κοιλάδα του Νείλου πληθαίνουν. οι κάτοικοι τους γνωρίζουν τη χρήση των μετάλλων και καλλιεργούν συστηματικά τη γη. Ήταν χωρισμένοι σε φυλές που η καθεμιά έχει το δικό της ηγεμόνα και προστάτη, ένα θεοποιημένο ζώο, φυτό ή αντικείμενο. Οι συνεχείς συγκρούσεις ανάμεσα στις φυλές καταλήγουν στη συνένωση τους σε δύο βασίλεια, της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου.
Η περίοδος αυτή, που ονομάζεται προδυναστική, τελειώνει περίπου στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., όταν ο ηγεμόνας της Άνω Αιγύπτου, γνωστός στην παράδοση με το όνομα Μήνης, ένωσε τα δύο βασίλεια σε ένα με πρωτεύουσα τη Μέμφιδα, στο νότιο άκρο του Δέλτα.
Έκτοτε αρχίζει η ιστορία της αρχαίας Αιγύπτου, η οποία διακρίνεται σε τρεις μεγάλες περιόδους:
1. Το Αρχαίο Βασίλειο (περ. 3000-2000 π.Χ.) με πρωτεύουσα τη Μέμφιδα.
Την περίοδο αυτή οι Αιγύπτιοι επεκτείνουν τις κατακτήσεις τους σε γειτονικές περιοχές με στόχο την απόκτηση μετάλλων. Στα νότια καταλαμβάνουν τη Νουβία (σημ. Σουδάν), που είχε κοιτάσματα χρυσού, και στα ανατολικά την πλούσια σε χαλκό χερσόνησο του Σινά.
Την εποχή της ακμής του Αρχαίου Βασιλείου κατασκευάστηκαν μεγάλα οικοδομήματα, όπως ναοί, ανάκτορα και οι μεγάλες πυραμίδες στη Γκίζα3. Στο τέλος αυτής της περιόδου σημειώθηκε κρίση που οφείλεται στην εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας και στην αύξηση της δύναμης ορισμένων τοπικών διοικητών. Θρησκευτικές έριδες αλλά και πολιτικές ταραχές είχαν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ζωής των χωρικών και των ευγενών.
Το Μέσο Βασίλειο (περ. 2000-1540 π.Χ.) με πρωτεύουσα τη Θήβα στην Νότια ("Άνω") Αίγυπτο. Κατά τους πρώτους αιώνες αυτής της περιόδου το κράτος αναδιοργανώθηκε και επιχειρήθηκαν εκστρατείες στη Νουβία (Σουδάν), στη Λιβύη και στη Συρία. Οι περισσότεροι ηγεμόνες ήταν προικισμένοι με διοικητικές ικανότητες και είχαν ανοικτούς πνευματικούς ορίζοντες. Ενέπνευσαν στους υπηκόους τους την κατασκευή αρχιτεκτονικών και εγγειοβελτιωτικών έργων.
Ακολούθησε, ωστόσο, μια μεταβατική περίοδος περίπου δύο αιώνων, στη διάρκεια της οποίας η Αίγυπτος, στο μεγαλύτερο μέρος της, κατακτήθηκε από έναν ασιατικό, νομαδικό λαό, τους Υκσώς. Η διακυβέρνησή τους, όπως φαίνεται, δεν στράφηκε εναντίον του αιγυπτιακού τρόπου ζωής, καθώς δεν έκαναν καμία απόπειρα να εξαλείψουν τις θρησκευτικές δοξασίες και τις αιγυπτιακές παραδόσεις.
Οι τελευταίοι ηγεμόνες των Υκσώς επέβαλαν αυστηρή διακυβέρνηση αιγυπτιακού χαρακτήρα. Έφεραν το βασιλικό τίτλο της Άνω και Κάτω Αιγύπτου και ίσως ήρθαν σε επιμειξία με τον αιγυπτιακό βασιλικό οίκο των Θηβών. Ανέπτυξαν καλές σχέσεις με τους λαούς της Μεσοποταμίας και τους Κρήτες. Πιθανότατα, την εποχή αυτή οι Αιγύπτιοι γνώρισαν από τους Υκσώς το πολεμικό άρμα, όπως υποδεικνύει η ευρεία διάδοση και χρήση του κατά την επόμενη περίοδο.
Το Νέο Βασίλειο (1540-1075 π.Χ.) με πρωτεύουσα τη Θήβα. Οι ηγεμόνες της Θήβας κατόρθωσαν να εκδιώξουν τους Υκσώς και ίδρυσαν ισχυρές δυναστείες με σημαντικούς Φαραώ. Την περίοδο αυτή οι εξωτερικοί πόλεμοι αύξησαν τον πλούτο της Αιγύπτου.
Στα χρόνια της βασιλείας ενός ισχυρού φαραώ, του Τούθμωση του Γ' (15ος αι. π.Χ.), η αιγυπτιακή κυριαρχία επεκτάθηκε προς βορράν, στην Ασία μέχρι τη Συρία. Οι λαοί της Μεσοποταμίας και οι Χετταίοι έστελναν φόρους υποτέλειας αναγνωρίζοντας την αιγυπτιακή κυριαρχία στη Συρία. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Τούθμωση Γ', οι Αιγύπτιοι επεξέτειναν τα σύνορά τους και προς τα νότια. Η ανώτερη στρατιωτική οργάνωση και ο οπλισμός, που βασιζόταν στη χρήση του αλόγου και στα πολεμικά άρματα, επέβαλαν την ειρήνη στον νότο με στόχο την προστασία των χρυσοφόρων περιοχών.
Το 13ον αι. π.Χ. κυβέρνησε ο Ραμσής Β', στη διάρκεια της μακρόχρονης βασιλείας του οποίου σημειώθηκε οικοδομική άνθηση στο εσωτερικό και ισχυροποιήθηκε η αιγυπτιακή κυριαρχία στο εξωτερικό. Στην εποχή του οι επιφάνειες των τοίχων των ναών διακοσμούνται με σκηνές μαχών, δίνοντας την εντύπωση ενός Φαραώ-πολεμιστή. Οι σύγχρονοι όμως μελετητές είναι επιφυλακτικοί στην αξιολόγηση των κατορθωμάτων του. Τα περισσότερα ανάγλυφα απεικονίζουν τη μάχη τον Καντές, που έγινε στην περιοχή της Συρίας.
Οι αιγυπτιακές πηγές θεωρούν τη μάχη ως αιγυπτιακή νίκη, στην πραγματικότητα όμως ο συνασπισμός των Χετταίων με άλλους λαούς της Μεσοποταμίας αποδείχθηκε αποτελεσματικότερος. Τη λαμπρή αυτή περίοδο του Νέου Βασιλείου, οι Αιγύπτιοι, εκτός από τις κατακτήσεις, δημιούργησαν εμπορικές σχέσεις με πόλεις της Φοινίκης, με την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου.
Τον 12ο αι. π.Χ. λαοί προερχόμενοι από τα βόρεια, γνωστοί ως λαοί της θάλασσας, προκαλούν αναταραχή με τις επιδρομές τους στην ανατολική Μεσόγειο και αναγκάζουν τους Αιγυπτίους να εγκαταλείψουν τις ασιατικές τους κτήσεις. Τον 11ο αι. π.Χ. το Νέο Βασίλειο βρίσκεται πλέον σε παρακμή, που οφείλεται εν μέρει στην προσπάθεια ισχυρών ιερέων να επιβληθούν στην εξουσία.
Η περίοδος που ακολούθησε, μέχρι την κατάληψη της Αιγύπτου από τον Αλέξανδρο, ήταν μια μεταβατική φάση ξένης κατοχής με αναλαμπές ισχυροποίησης του αιγυπτιακού κράτους. Από τον 11ο αι. π.Χ. μέχρι τον 7ο αι. π.Χ. η Αίγυπτος παρακμάζει και βρίσκεται κάτω από ξένη κυριαρχία. Στο πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ. αποκτά την ανεξαρτησία της από τους Ασσύριους, όταν ο Ψαμμήτιχος κατορθώνει να γίνει Φαραώ και να κάνει πρωτεύουσα του κράτους τη Σάιδα στο Δέλτα. Τότε αναπτύσσεται ιδιαίτερα το εμπόριο με τις ελληνικές πόλεις και πολλοί Έλληνες μεταναστεύουν στην Αίγυπτο. Την εποχή του διαδόχου του, Φαραώ Νεκώ, τον 6ο αι. π.Χ., πιθανότατα οι Φοίνικες κατά παραγγελίαν του Φαραώ έκαναν τον περίπλου της Αφρικής. Την περίοδο αυτή της Σαϊτικής δυναστείας πολλοί Έλληνες χρησιμοποιήθηκαν ως μισθοφόροι στους πολέμους που διεξήγαγαν οι Φαραώ.
Ο Άμασις, αν και ανέπτυξε εμπορικές σχέσεις με ελληνικές πόλεις, θέλοντας να εξασφαλίσει τη νομιμοφροσύνη των Ελλήνων μισθοφόρων, τους ενέταξε στη βασιλική σωματοφυλακή. Ωστόσο, περιόρισε το ελληνικό εμπόριο μέσα στην Αίγυπτο, επιτρέποντας τη διεξαγωγή του μόνο στη Σάιδα, τη Μέμφιδα και τη Ναύκρατη, η οποία σταδιακά εξελίχθηκε στον κυριότερο ελληνικό εμπορικό σταθμό στη Μεσόγειο.
Ο Άμασις υποστήριξε τους Βαβυλώνιους, όταν ηττήθηκαν από τον Κύρο Β', βασιλιά των Περσών (539 π.Χ.). Τελικά η Αίγυπτος ενσωματώθηκε στην περσική αυτοκρατορία, όταν ο γιος και διάδοχος του Κύρου Β', ο Καμβύσης, απομάκρυνε από τον θρόνο το γιο του Άμασι, Ψαμμήτιχο Γ (525 π.Χ.). Έκτοτε οι Αιγύπτιοι πέρασαν στη διακυβέρνηση των Αχαιμενιδών Περσών βασιλέων. Όταν ο Αλέξανδρος νίκησε τους Πέρσες στην Ισσό (333 π.Χ.), προέλασε μέχρι την Αίγυπτο, όπου έγινε δεκτός ως απελευθερωτής από τον περσικό ζυγό. Ανακηρύχθηκε Φαραώ στη Μέμφιδα (332 π.Χ.) και προσφωνήθηκε "γιος του Άμμωνα-Δία" από τους ιερείς του θεού.
3.000-1.500 π.Χ
Το 3.000 π.Χ στην Αίγυπτο παρουσιάζεται πολιτική σταθεροποίηση και θα ακολουθήσουν 29 δυναστείες Φαραώ.
Μαζί με τους Φαραώ θάβονταν και πολυπληθείς υπηρέτες και στη συνέχεια μόνο συγγενείς.
Κατασκευή πυραμίδων ως βασιλικών τάφων.
Ο Φαραώ ήταν η μόνη πηγή δικαιοσύνης, καθώς δεν υπήρχε εθιμικό δίκαιο ή ποινικός κώδικας.
Η Αίγυπτος ήταν ένα από τα πιο συγκεντρωτικά κράτη που υπήρξαν: εξ ού και η εμφάνιση απίστευτης γραφειοκρατίας.
Αυστηρά διαστρωματωμένη κοινωνία. Απουσία εμπορικής τάξης
Διάδοση της γραφής με τη βοήθεια του πάπυρου.
Απ’ όλες τις θρησκείες των πρώτων πολιτισμών η Αιγυπτιακή υπήρξε η πιο φιλάνθρωπη, ελαστική και γενναιόδωρη.
Το εξωτερικό εμπόριο βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια του Φαραώ.
Οι Αιγύπτιοι δεν ανέπτυξαν στρατιωτική τεχνολογία.
Το 1.650 π.Χ εισέρχονται οι Ασιάτες πολεμιστές Υξώς και καταλαμβάνουν την Κάτω Αίγυπτο (βόρεια).
Σε σύγκριση με τον πολιτισμό της Σουμερίας μπορούμε να διαπιστώσουμε πως ο Αιγυπτιακός πολιτισμός υπήρξε πιο συγκεντρωτικός. Ο Φαραώ εκτός από εκπρόσωπος του θεού συγκεντρώνει στα χέρια του το εμπόριο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ανεξάρτητη εμπορική τάξη, επίσης είναι η πηγή δικαιοσύνης λόγω έλλειψης δικαίου.
Πιθανόν αυτή η ισχυρά εδραιωμένη εξουσία είναι που επέτρεψε στη θρησκεία της Αιγύπτου να έχει πιο φιλεύσπλαχνο πρόσωπο, εφόσον ανώτατος εκπρόσωπος της επί της γης είναι ο ίδιος ο Φαραώ. Όπως και στην Μεσοποταμία έτσι κι εδώ έχουμε την εμφάνιση ορισμένων επιτευγμάτων (γραφή, γεωργία κ.λ.π) αλλά και αρνητικά κοινωνικά φαινόμενα (ταξική διαστρωμάτωση, ανθρωποθυσίες, κλ.π).
1.500-600 π.Χ
Γύρω στο 1.700 π.Χ το σημιτικό φύλο Υκσώς καταλαμβάνει τη Βόρεια (Κάτω) Αίγυπτο και τη Μέμφιδα. Οι κατακτητές γοητεύονται από τον πολιτισμό των κατακτημένων αλλά εισάγουν και δικές τους καινοτομίες, όπως την τεχνική ύφανσης και νέες νότες στη μουσική.
Το 1.573 π.Χ οι Αιγύπτιοι εξεγείρονται υπό την ηγεσία του Κάμωσις αρχικά και του Άμωσις στη συνέχεια. Καταδιώκουν τους Υκσώς και καταλαμβάνουν την πρωτεύουσά τους Άβαρις.
Οι Αιγύπτιοι εκστρατεύουν στη Μ. Ασία και αποσπούν φόρο υποτέλειας από διάφορα βασίλεια, επίσης αποκρούουν τους ισχυρούς Μιτανούς.
Ανακτούν τη Νουβία στα νότιά τους.
Η πριγκίπισσα Χάτσεψουτ σφετερίζεται τον Αιγυπτιακό θρόνο, οικειοποιούμενη τους Φαραωνικούς τίτλους και παριστάνοντας όπου οι περιστάσεις το απαιτούσαν τον άντρα. Ωστόσο θεωρείται ικανή ηγερία που συνήψε κερδοφόρες εμπορικές συμφωνίες.
Ο Τούθμωσις ο Γ’ την ανατρέπει. Κατόπιν, το 1.483 κατακτά την πρωτεύουσα των Χαναναίων Μεγιδώ. Έτσι υπό τον έλεγχο της Αιγύπτου περνούν η Βόρειος Παλαιστίνη και η Νότια Συρία. Κατόπιν ο Τούθμωσις κατακτά λιμάνια της Φοινίκης και επιτίθεται στους Μιταννούς. Μετά τη νίκη του, ορίζεται μεταξύ τους σύνορο ο Ευφράτης.
Η Αιγυπτιακή κοινωνία της εποχής ακμάζει και οι πολίτες επιδίδονται συχνά σε γλέντια και γιορτές.
Όταν Φαραώ αναλαμβάνει ο Ακενατόν, τη θέση του θεού Άμμων – Ρα στην κορυφή της ιεραρχίας των Αιγυπτιακών θεοτήτων καταλαμβάνει ο Άτων. Ωστόσο, ο παλαιότερος θεός αποκαθίσταται αργότερα, μετά τον θάνατο του Ακενατόν.
Όταν η Αιγυπτιακή αυτοκρατορία εισέρχεται σε περίοδο παρακμής, οι Ασσύριοι αρπάζουν τις κατακτήσεις της στην Μ. Ασία.
Χαρακτηριστικό σημάδι της φθοράς είναι πως στον θρόνο του Φαραώ καταφέρνουν να αναρριχηθούν: Νούβιοι, Λίβυοι και ένας Αιθίοπας.
Στο τέλος του 6ου αιώνα με την κάθοδο των Περσών η αυτοκρατορία τους σβήνει.
Παρά την εισβολή των Υκσώς ο Αιγυπτιακός πολιτισμός επιδεικνύει μια αξιοσημείωτη σταθερότητα. Εκτός του ότι γοήτευσαν τους εισβολείς, στην συνέχεια καταφέρνουν να τους εκδιώξουν. Έτσι ξεκινά μια καινούρια περίοδος κυριαρχίας των Αιγυπτίων στην περιοχή, που συνοδεύεται και με επέκταση στην Μ. Ασία και την Νουβία στα νότια. Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό φαίνεται πως πραγματοποιείται υλική πρόοδος που βασίζεται αφενός στους φόρους υποτέλειας αφετέρου στο εμπόριο. Εξάλλου οι αλλαγές στη θρησκευτική ζωή που φτάνει μέχρις του σημείου θεοί να χάνουν τη δύναμή τους προς όφελος κάποιου άλλου, αντανακλούν μάλλον την εσωτερική διαπάλη ανάμεσα σε ισχυρές κοινωνικές ομάδες. Τελικά για μια ακόμη φορά η Αίγυπτος εισέρχεται σε περίοδο παρακμής που έχει σαν αποτέλεσμα να χάσει τα εδάφη της Μ. Ασίας από τους Ασσύριους αρχικά και κατόπιν να δεχτεί μια ακόμη εισβολή, των Περσών αυτή τη φορά και η αυτοκρατορία τους να σβήσει.
Η συμμετοχή των Αιγυπτίων στην παραγωγική διαδικασία είχε τις συνέπειές της στη διάρθρωση της κοινωνίας. Στην κορυφή βρισκόταν ο φαραώ, ο οποίος ενσάρκωνε τον επίγειο θεό αλλά και το κράτος. Σ' αυτόν ο λαός εναπέθετε τις ελπίδες του για την επιτυχία των συλλογικών του προσπαθειών. Ήταν απροσπέλαστος και η θέληση του αποτελούσε νόμο για τους υπηκόους. Στην κοινωνική ιεραρχία κάτω απ' αυτόν βρίσκονταν οι ιερείς, οι ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι και οι γραφείς που συγκροτούσαν την τάξη των ισχυρών. Ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα αποτελούσαν οι επαγγελματίες στρατιωτικοί, που κληρονομούσαν το επάγγελμα και στους οποίους ο φαραώ παραχωρούσε εκτάσεις γης για καλλιέργεια.
Το μεγαλύτερο όμως μέρος της αιγυπτιακής κοινωνίας αποτελούσαν οι ελεύθεροι πολίτες, γεωργοί ή τεχνίτες, που εργάζονταν σκληρά για το μεγαλείο του φαραώ. Οι δούλοι, τέλος, προέρχονταν από τους πολέμους ή αγοράζονταν από τους εμπόρους. Υπήρχαν ιδιωτικοί δούλοι, που σπανίως ξεπερνούσαν τους δύο σε κάθε οικογένεια και κρατικοί, που ανήκαν στο φαραώ και εργάζονταν στα κρατικά εργαστήρια, στους ναούς, στα ορυχεία, τα λατομεία κ.ά. Ωστόσο, στην ιεραρχημένη αιγυπτιακή κοινωνία διακρίνουμε κάποια κοινωνική ευελιξία. Ιδιαίτερα στην περίοδο του Νέου Βασιλείου, το σύστημα των κοινωνικών τάξεων δεν ήταν αυστηρά κλειστό, αφού, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, υπήρχε η δυνατότητα μεταπήδησης από τη μια τάξη στην άλλη. Είναι γνωστό ότι άνθρωποι ταπεινής κοινωνικής προέλευσης έφτασαν να καταλάβουν σημαντικά αξιώματα και έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην εποχή τους.
Η οργάνωση του κράτους από τις αρχές ήδη της 3ης χιλιετίας π.Χ. βασιζόταν στην ιδέα της θεοποίησης του φαραώ. Ο ρόλος της θρησκείας στη ζωή των Αιγυπτίων, όπως άλλωστε και στη ζωή των λαών της Μεσοποταμίας, ήταν καθοριστικός. Πλήθος επιγραφών αναφέρουν το φαραώ ως θεό, ενώ υπάρχουν και κείμενα που τον αντιμετώπιζαν ως άνθρωπο. Σε καμία περίπτωση δεν μείωναν όμως τη θεϊκή του υπόσταση, δεδομένου ότι οι θεοί παρουσιάζονταν με ανθρώπινες ιδιότητες στους αιγυπτιακούς μύθους. Η οργάνωση του κράτους είχε χαρακτήρα θεοκρατικό.
Καθοριστική για τη γνώση της ιστορίας της Αιγύπτου ήταν η αποκρυπτογράφηση των ιερογλυφικών, δηλαδή των χαρακτήρων συμβόλων που χρησιμοποιούσαν από την 4η χιλιετία π.χ. οι κάτοικοι της χώρας στη γραφή. Η επινόηση και η χρησιμοποίηση της γραφής είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα στοιχεία που δηλώνουν το πολιτιστικό τους επίπεδο4. Η δυσκολία στην απόδοση και την εκμάθηση της ιερογλυφικής γραφής προϋπέθετε ειδίκευση και συνεχή ενασχόληση. Ένας απλός πολίτης στη διάρκεια του Νέου Βασιλείου είχε τη δυνατότητα να εκπαιδευτεί ως γραφέας και να ακολουθήσει σταδιοδρομία δημοσίου υπαλλήλου, γεγονός που του προσέδιδε κύρος5. Οι γραφείς κατέγραψαν σε παπύρους τα έργα και τη δράση των φαραώ, ενώ τοίχοι πολλών μνημείων, ναών και τάφων, ήταν καλυμμένοι από ιερογλυφικά που σχεδίασαν ειδικευμένοι τεχνίτες με την καθοδήγηση των γραφέων.
Η αποκρυπτογράφησή τους οφείλεται στο Γάλλο αιγυπτιολόγο J. Champollion, ο οποίος το 1822 διάβασε το κείμενο μιας τρίγλωσσης επιγραφής, που ήταν χαραγμένο σε στήλη με ιερογλυφικά. με απλοποιημένα ιερογλυφικά της ελληνιστικής περιόδου και με ελληνικά στοιχεία. Η στήλη της Ροζέτας, όπως είναι γνωστή από το όνομα της πόλης όπου ανακαλύφθηκε, είχε χαραγμένο ένα κείμενο που υμνούσε τον Πτολεμαίο Ε', βασιλιά της Αιγύπτου.
Τα περισσότερα αιγυπτιακά κείμενα αναφέρονται στη δράση και τα κατορθώματα των φαραώ· τα κείμενα λογοτεχνικού περιεχομένου είναι ελάχιστα εξαιτίας ίσως της δυσκολίας της γραφής, που δεν άφησε το περιθώριο να εκφραστούν γραπτώς πολλοί άνθρωποι. Όσα διατηρήθηκαν είναι ποιήματα θρησκευτικού και λυρικού περιεχομένου αλλά και λαϊκές διηγήσεις.
Η παρακολούθηση των πλημμυρών του Νείλου και της κίνησης των αστέρων έδωσε την ευκαιρία ανάπτυξης εμπειρικών αστρονομικών γνώσεων, όπως είναι η καθιέρωση του ημερολογίου των 365 ημερών, ο χωρισμός του έτους σε μήνες και εβδομάδες αλλά και ο προσδιορισμός της ώρας βάσει της ηλιακής σκιάς.
Η ανάγκη μέτρησης των καλλιεργήσιμων εκτάσεων γης που χάνονταν λόγω των πλημμυρών συνέβαλε στην ανάπτυξη της πρακτικής γεωμετρίας. Φαίνεται όμως ότι οι μαθηματικές γνώσεις ήταν περισσότερο εξελιγμένες, όπως τουλάχιστον μπορούμε να εικάσουμε από την κατασκευή των πυραμίδων.
Η ταρίχευση των νεκρών βοήθησε στην απόκτηση γνώσεων ανατομίας και ιατρικής. Από κείμενα παπύρων που έχουν διασωθεί, διαβάζουμε για διαγνώσεις που έκαναν και τρόπους θεραπείας που εφάρμοζαν. Η φήμη των γιατρών της Αιγύπτου ήταν μεγάλη και διαδεδομένη ακόμα και στον ελληνικό κόσμο.Εξωτερικός Σύνδεσμος
Η αρχιτεκτονική, η γλυπτική αλλά και η ζωγραφική στην Αίγυπτο βρίσκονταν στην υπηρεσία των φαραώ. Σκοπός των καλλιτεχνών ήταν να προβάλουν τη ζωή και τη δράση των φαραώ. Τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα, μνημειακού* χαρακτήρα, επιβάλλονταν με τις διαστάσεις τους. Οι αχανείς επίπεδες επιφάνειες της αιγυπτιακής γης, σε συνδυασμό με την ανάγκη των ηγεμόνων να επιβληθούν μέσω των έργων τους, οδήγησαν στην κατασκευή μνημείων που επιβάλλονταν με τον όγκο.
Οι πυραμίδες του Χέοπα, του Χεφρήνος και του Μυκερίνου στη Γκίζα, οι μεγάλοι ναοί στο Λούξορ και το Καρνάκ με το πλήθος των κιόνων που στήριζαν περιστύλια και υπόστυλες αίθουσες είναι ενδεικτικά δείγματα της αρχιτεκτονικής.
Οι επιφάνειες των περισσότερων ναών αλλά και των νεκρικών θαλάμων των τάφων ήταν γεμάτες με παραστάσεις ζωγραφιστές ή ανάγλυφεςπου εξιστορούσαν τη δράση των φαραώ αλλά και πτυχές της καθημερινής ζωής. Εκτός από τα μεγάλα σε διαστάσεις αγάλματα που διακοσμούσαν ναούς και ταφικά μνημεία, κατασκευάστηκαν και μικρότερα από ξύλο ή πέτρα, πραγματικά κομψοτεχνήματα. Πολλά έργα μικροτεχνίας κατασκευασμένα από μέταλλα, πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για τις καλλιτεχνικές επιλογές και τα επιτεύγματα των Αιγυπτίων.
600-400 π.Χ
120.000 χιλιάδες εργάτες πεθαίνουν στην προσπάθεια διάνοιξης διώρυγας που θα ενώνει Νείλο και Ερυθρά θάλασσα. Το έργο ήταν έμπνευση του Φαραώ της Αιγύπτου Νεκώς Β’ (610-595 π.Χ)
Ο διάδοχος του Κύρου Καμβύσης καταλαμβάνει την Αίγυπτο.
Ο γιός του Δαρείου Ξέρξης καταπνίγει εξεγέρσεις σε Αίγυπτο και Βαβυλώνα το 481
400 π.Χ-200 μ.Χ
Ο Αλέξανδρος κατευθύνεται στην Αίγυπτο όπου του επιφυλάσσεται υποδοχή θεού
Ο Αλέξανδρος και ο στρατός του κατευθύνθηκαν προς τα πάνω προς τη Μέμφιδα, τη σατραπική έδρα της περσικής επαρχίας της Αιγύπτου και παραδοσιακή πρωτεύουσα για πολλούς ιθαγενείς ηγεμόνες που κυβέρνησαν αυτήν την αρχαία Γη στους προηγούμενους αιώνες. Ο Αλέξανδρος ήταν σίγουρο ότι θα γιόρταζε την άφιξή του σε αυτήν την ιστορική πόλη. Διεξήγαγε αξιόλογους Ελληνικούς αθλητικούς και μουσικούς αγώνες
Σύντομα άφησε την πόλη και κατευθύνθηκε βόρεια στον ποταμό Νείλο. Σε μια θέση που ονομάζεται Ρακώτιδα, στον Κανωπικό κλάδο του ποταμού Νείλου και δίπλα στη Μεσόγειο, ο Αλέξανδρος ίδρυσε μια νέα πόλη. Αυτή η πόλη θα συνέχιζε να είναι ένα μεγάλο στολίδι της αρχαίας Μεσογείου, μια πόλη που άντεξε μέχρι σήμερα: η Αλεξάνδρεια.
Από εκεί ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε δυτικά, κατά μήκος της ακτής σε έναν οικισμό που ονομάζεται Μάρσα Ματρούχ (Paraetonium), προτού αυτός και ο στρατός του κατευθυνθούν προς την ενδοχώρα διασχίζοντας την έρημο προς το Ιερό του Άμμωνα στη Σίβα στη Λιβύη. Στα μάτια του Αλέξανδρου, ο Λίβυος Άμμωνας ήταν η τοπική εκδήλωση του Δία, και γι’ αυτό ο Αλέξανδρος ήθελε να επισκεφτεί το περίφημο ιερό της ερήμου της θεότητας.
Η Αυτοκρατορία αυτή οδήγησε στη δημιουργία της Δυναστείας των Πτολεμαίων, που ιδρύθηκε το 305 π.Χ. από έναν από τους πρώην στρατηγούς του Αλέξανδρου, τον Πτολεμαίο Α' Σωτήρα. Οι Πτολεμαίοι έπρεπε να πολεμήσουν τις εγγενείς εξεγέρσεις και συμμετείχαν σε ξένους και εμφυλίους πολέμους που οδήγησαν στην παρακμή της δυναστείας και στην τελική προσάρτησή της από την Αρχαία Ρώμη. Το βασίλειο των Πτολεμαίων γνώρισε το 2ο και τον 1ο π.Χ. αιώνα μία προϊούσα παρακμή, συμπτώματα της οποίας ήταν οι συνεχείς δυναστικές έριδες, η συνεχής πτώση της οικονομίας και η ενδυνάμωση του εγχώριου πληθυσμού, λόγω της ελάττωσης της ισχύος του βασιλείου. Συχνά η Ρώμη επενέβαινε στα εσωτερικά του, διότι πρέσβεις από την Αλεξάνδρεια κατέφθαναν στη Ρώμη. Η ιστορία του βασιλείου χωρίζεται σε δύο ενότητες: την περίοδο διάσπασης του βασιλείου και την περίοδο της βασιλείας της Κλεοπάτρας Ζ’.
Το 163 π.Χ. για πρώτη φορά το βασίλειο των Πτολεμαίων διανεμήθηκε. Ο Πτολεμαίος ο ΙΣΤ’ έλαβε το Αιγαίο και την Κύπρο και ο Πτολεμαίος Φίσκων την Κυρηναϊκή. Ένα άλλο σύμπτωμα της ασθενούς κατάστασης του βασιλείου ήταν η κληροδότησή του στους Ρωμαίους κατά τη διαθήκη του Πτολεμαίου Φίσκωνος το 155 π.Χ. Σε επιγραφή που έχει βρεθεί στο ναό του Απόλλωνα στην Κυρήνη αναφέρεται ότι σε περίπτωση θανάτου του η Κυρηναϊκή περιέρχεται στην ιδιοκτησία του ρωμαϊκού δήμου. Η σύγκλητος δεν εφάρμοσε τη διαθήκη. Το 96 π.Χ. ο Πτολεμαίος Απίων στην Κυρηναϊκή άφησε το βασίλειο στο ρωμαϊκό δήμο και η Σύγκλητος το 74 π.Χ. αποφάσισε να στείλει ένα Ρωμαίο διοικητή και να οργανώσει ως επαρχία την περιοχή. Ο Πτολεμαίος I' με διαθήκη του άφηνε την Αίγυπτο στο ρωμαϊκό δήμο. Αυτά είναι συμπτώματα και χαρακτηριστικά της κατάσταση που επικρατούσε.
Κατά τη διάρκεια, όμως, της βασιλείας της Κλεοπάτρας Ζ’, σημειώνεται μία αναβίωση της ισχύος του βασιλείου. Η Κλεοπάτρα Ζ’ (51-30 π.Χ.) ανήλθε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα της Πτολεμαίου ΙB’, ο οποίος με διαθήκη άφηνε το βασίλειό του στην κόρη του και το γιο του, Πτολεμαίο ΙΓ’ με τον όρο ότι θα παντρευτούν. Αντίγραφο της διαθήκης στάλθηκε στη Ρώμη, με την παράκληση να επιβλεφθεί η χρονική εφαρμογή της διαθήκης. Η Κλεοπάτρα, που ανήλθε στο θρόνο σε ηλικία 17 ετών, (ο αδερφός της Πτολεμαίος ήταν τότε ένδεκα ετών) κυβέρνησε ουσιαστικά μόνη της, αφού οι σύζυγοί της άλλαζαν (Πτολεμαίος ΙΓ’ [51-47], Πτολεμαίος ΙΔ’ [47-44], γιος της Πτολεμαίος ΙΕ’ Καισαρίων [44-30]). Τυπικά είχε τον τίτλο της συμβασιλείας, ουσιαστικά, όμως, κυβερνούσε μόνη της. Το γεγονός ότι η εξουσία της είχε πραγματικό αντίκρισμα φαίνεται απ’ το ότι εικονίζεται μόνη της σε νομίσματα και καθιέρωσε τη λατρεία της ως ‘νέας Ίσιδος’, διαχωρίζοντάς την από τη λατρεία του βασιλιά. Ήταν ευφυής, μορφωμένη και ασκούσε υψηλή πολιτική μέσω των διαπροσωπικών της σχέσεων.
Πληροφορίες γι’ αυτήν έχουμε από πτολεμαϊκούς παπύρους και νομίσματα και από ρωμαϊκές πηγές. Από τις ελληνικές πηγές, τη συναντάμε στο βίο του Πλουτάρχου ‘Αντώνιος’. Η σύνδεση της Κλεοπάτρας με τα ρωμαϊκά πράγματα έγινε μέσω της σύνδεσής της με τον Ιούλιο Καίσαρα. Οι ρωμαϊκοί εμφύλιο πόλεμοι διεξήχθησαν κατά κύριο λόγο στην Ελλάδα. Μετά τη μάχη στα Φάρσαλα, ο ηττηθείς Πομπήιος κατέφυγε στην Αίγυπτο όπου δολοφονήθηκε.
Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας κατέφθασε στην Αλεξάνδρεια, ούτε ο Πτολεμαίος ΙΓ’ ούτε η Κλεοπάτρα Ζ’ βρισκόταν εκεί και τους κάλεσε εκεί ώστε να τους συμφιλιώσει. Το 48 π.Χ. ανακοίνωσε ότι θα συμβάλλει όπως όριζε η διαθήκη. Όταν το 47 π.Χ. υποκινήθηκε μία εξέγερση του πτολεμαϊκού στρατού για τον Πτολεμαίο ΙΓ’ και έγινε μάχη στην Αλεξάνδρεια, τότε, επειδή στο λιμάνι υπήρχαν πενήντα ρωμαϊκά πλοία, ο Ιούλιος Καίσαρας διέταξε να πυρποληθούν για να μη χρησιμοποιηθούν από τους εξεγερμένους, η φωτιά μεταδόθηκε στη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η οποία και καταστράφηκε. Όταν καταπνίγηκε η εξέγερση και ο Πτολεμαίος ΙΓ’, βασίλισσα ήταν η Κλεοπάτρα με τον αδερφό της, Πτολεμαίο ΙΔ’. Ο Καίσαρας άφησε εκεί τέσσερις λεγεώνες φεύγοντας. Η Κλεοπάτρα βρισκόταν στη Ρώμη στις Ειδούς του Μαρτίου 44 π.Χ. μαζί με τον τρίτο γιο της Καισαρίωνα. Η γνωριμία της με τον Μάρκο Αντώνιο αργότερα σε σχέση με τα γεγονότα μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Μετά τη μάχη στους Φιλίππους, το 42 π.Χ., ο Μάρκος Αντώνιος έδειξε ενδιαφέρον για τη διοίκηση της ανατολής & Αιγύπτου και έμεινε εκεί. Όπως ο Πλούταρχος περιγράφει, αποδέχτηκε τον ελληνικό τρόπο ζωής στην Ταρσό της Κιλικίας … και το χειμώνα του 41-40 βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια.
Αν εξαιρέσουμε τα έτη 40-38, ο Αντώνιος πέρασε όλη την υπόλοιπη περίοδο από το 42 ως το 31 π.Χ. στην ελληνική ανατολή μαζί με την Κλεοπάτρα. Οι πολιτικές βλέψεις του Αντωνίου ήταν άλλες από την επίσημη πολιτική της Ρώμης. Το 34 π.Χ. σε μία εκδήλωση στο κατάμεστο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα παρουσιάστηκαν καθισμένοι σε χρυσούς θρόνους με τα παιδιά τους στα πόδια τους. Τότε ο Μάρκος Αντώνιος διένειμε τα εδάφη της Ανατολής στην Κλεοπάτρα, που ονομάστηκε ‘βασίλισσα των βασιλέων’, και στα παιδιά της. Ειδικότερα, ο Καισαρίων, γιος του Καίσαρα και της Κλεοπάτρας, ονομάστηκε βασιλέας των βασιλέων, στον Αλέξανδρο Ήλιο αποδόθηκε η Αρμενία και τα εδάφη ανατολικά του Ευφράτη, στην Κλεοπάτρα Σελήνη η Λιβύη και η κυρηναϊκή και στον Πτολεμαίο Φιλάδελφο τα εδάφη δυτικά του Ευφράτη. Η πράξη αυτή με έντονο πολιτικό συμβολισμό, επιβεβαίωσε την πρόθεσή του να ιδρύσει μία αυτοκρατορία με κέντρο την Αλεξάνδρεια, κάτι που τον έφερνε αυτομάτως σε ρήξη με τη Ρώμη και τον Οκταβιανό.
Η Σύγκλητος αφαίρεσε όλους του δημόσιους τίτλους από τον Αντώνιο, ώστε ο Οκταβιανός να έχει αντιμέτωπο ένα απλό ιδιώτη, και ο πόλεμος επίσημα διεξαγόταν εναντίον της Κλεοπάτρας. Η τελική μάχη δόθηκε στο Άκτιο, στη νότια είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Στη βόρεια πλευρά βρισκόταν ο Οκταβιανός με ένα στόλο ελαφρών και γρήγορων πλοίων και στη νότια ο στόλος της Κλεοπάτρας εντός του Αμβρακικού και ο στρατός του Αντωνίου. Τα πλοία του Οκταβιανού επιτηρούσαν τη θαλάσσια είσοδο του κόλπου, με αποτέλεσμα ελλείψεις σε τρόφιμα και αυτομολήσεις. Τότε αποφασίστηκε η έξοδος από τον κόλπο στις 2 Σεπτεμβρίου 31 π.Χ. Η Κλεοπάτρα με 60 πλοία που διασώθηκαν κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια και με ένα πλοίο την ακολούθησε ο Μάρκος Αντώνιος.
Ο Οκταβιανός πέρασε το χειμώνα του 31/30 π.Χ. στην Αθήνα και επέστρεψε στην Ιταλία. Την άνοιξη του 30 π.Χ. πραγματοποίησε ένα ταξείδι στη Μικρά Ασία, τη Συρία και την Αίγυπτο. Η Κλεοπάτρα ζήτησε να διαπραγματευτεί μαζί του. Ο Οκταβιανός αρνήθηκε, διότι ήθελε και θησαυρό και Αίγυπτο. Την 1 Αυγούστου 30 π.Χ. ο Αντώνιος αυτοκτόνησε. Η Κλεοπάτρα βρέθηκε νεκρή στον τάφο της, αν και υπάρχουν διάφορες εκδοχές για το θάνατό της, από τις οποίες μία κάνει λόγο για θάνατο από δηλητήριο φιδιού. Το 30 π.Χ. σημειώθηκε το τέλος του πτολεμαϊκού βασιλείου. Το 29 π.Χ. ο Οκταβιανός πραγματοποίησε θρίαμβο, ο Πτολεμαίος Καισαρίων εκτελέστηκε, τα υπόλοιπα παιδιά συνόδευσαν το θρίαμβο του Οκταβιανού και, πέρα από την Κλεοπάτρα Σελήνη Β’, που δόθηκε ως σύζυγος στο βασιλιά της Μαυριτανίας Ιούδα, δε γνωρίζουμε τι απέγινε Ο Αλέξανδρος Ήλιος και ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος.
Τα Φαγιούμ αποτελούν το σώμα των προσωπογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν από τον 1ο έως τον 3ο αιώνα από συνεχιστές της ύστερης ελληνιστικής παράδοσης της Αλεξανδρινής Σχολής και διασώθηκαν ως την εποχή μας. Για πρώτη φορά αναφέρονται από τον ιταλό περιηγητή Πιέτρο ντελα Βάλλε το 1615. Ήταν προορισμένα για ταφική χρήση και πήραν το όνομά τους από την όαση Φαγιούμ, στην οποία ανακαλύφθηκαν αρχικά, 85 χλμ νότια του Καΐρου.Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που διεξήχθησαν από αγγλικές και γαλλικές αποστολές στις αρχές του 19ου αιώνα έφεραν στην επιφάνεια πολλά φαγιούμ, χωρίς ωστόσο να κεντριστεί το ενδιαφέρον των ειδημόνων της τέχνης.
Το 1887, κάτοικοι της περιοχής κοντά στο Ελ-Ρουμπαγιάτ ανακάλυψαν και ανέσκαψαν μομμιοποιημένα σώματα με φαγιούμ στη θέση της κεφαλής. Τα συγκεκριμένα έργα αγόρασε ο Θίοντορ Γκραφ (1840–1903), αυστριακός επιχειρηματίας και τα παρουσίασε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και τη Νέα Υόρκη.Ένα μεγάλο μέρος του συνολικού corpus τους, ωστόσο, ήλθε στην επιφάνεια χάρις στον άγγλο αρχαιολόγο Sir William Flinders Petrie, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1900 αναζητώντας την είσοδο της πυραμίδας Χαουάρα στην όαση Φαγιούμ όπου ήταν κρυμμένα, εντόπισε την ελληνορωμαϊκή νεκρόπολη της Αρσινόης, γνωστή από τον Ηρόδοτο ως Κροκοδείλων πόλις, κέντρο λατρείας του θεού Σομπέκ.Άριστα διατηρημένα εξαιτίας του ξηρού κλίματος της αιγυπτιακής ερήμου, είχαν ζωγραφισθεί είτε με την εγκαυστική τεχνική ή με την τεχνική της τέμπερας. Οι τεχνικές αυτές προέρχονται από την αρχαιοελληνική ζωγραφική παράδοση, που συνεχίστηκε στις πρωτοχριστιανικές εγκαυστικές εικόνες της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.Η εγκαυστική τεχνική χαρακτηρίζεται από το λιωμένο κερί που με τη βοήθεια του «καυτηρίου», του πινέλου ή του «κέστρου» απλωνόταν πάνω στο ξύλο ή το πανί που έπρεπε να ζωγραφιστεί για να προκύψει ένα πορτραίτο σαν κι εμάς. Το κερί απλωνόταν ομοιόμορφα στη ζωγραφική επιφάνεια και πάνω του ο καλλιτέχνης εκτελούσε την παράσταση που επιθυμούσε. Σε αρκετές περιπτώσεις και ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του νεκρού χρησιμοποιούνταν φύλλα χρυσού, με τα οποία αποδίδονταν διακοσμητικοί στέφανοι και κοσμήματα.
Ο θάνατος της Κλεοπάτρας το 30 π.Χ. τερμάτισε την ονομαστική ανεξαρτησία της Αιγύπτου, με αποτέλεσμα η Αίγυπτος να γίνει μια από τις επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Οι Πτολεμαίοι με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια, αναζωογονούν τέχνες, πολιτισμό και επιστήμες (Ευκλείδης, Ερατοσθένης, Αρχιμήδης). Στην αυτοκρατορία θα υπάρξουν 2 κυρίως τάξεις, η αριστοκρατία και οι αγρότες
Περίπου 31 π.Χ ο Οκταβιανός στο εξωτερικό: προσαρτά την Αίγυπτο (πολύτιμη για το σιτάρι της),
Το 642 μ.Χ Όλη η Αίγυπτος – που αποτελούσε Βυζαντινή επαρχία – περνά στα χέρια των Αράβων και πλήθος κόσμου τους υποδέχεται σαν ελευθερωτές.
Σημαντική υπήρξε η διαμάχη που είχε ξεσπάσει μεταξύ του Βυζαντίου και του τοπικού Κόπτη Πατριάρχη. Το πέρασμα στη μουσουλμανική κυριαρχία έγινε στις περισσότερες περιπτώσεις ομαλά. Ο κόσμος δεν υποχρεώνονταν να ενταχθεί στο Ισλάμ και μπορούσε να διατηρεί τους δικούς του νόμους. Επίσης η φορολογία ήταν σε γενικές γραμμές μικρότερη, ενώ οι τοπικοί διοικητές παρέμειναν στις θέσεις τους υπό επιτήρηση. Επίσης οι νόμοι εφαρμόζονταν με αυστηρότητα.
1.000-1.100 μ.Χ: Στην Αίγυπτο κυβερνά η σιίτικη δυναστεία των Φατιμιδών
οι Φατιμίδες του Καΐρου, που ισχυρίζονταν ότι κατάγονταν από την κόρη του προφήτη Φατιμά. Ήταν ηγέτες της Σια, δηλαδή μερίδας που επί αιώνες είχαν αφομοιώσει στοιχεία κι από άλλες εκτός Ισλάμ λατρείες, κυρίως από το χριστιανισμό και από το ζωροαστρισμό. Για τους σιίτες, η γραμμή της διαδοχής περνούσε από το σύζυγο της Φατιμά Αλή και μερικοί πρέσβευαν ότι ο φόνος των απίστων αποτελούσε θρησκευτικό καθήκον.
Οι Φατιμίδες τον 10ο μ.Χ αιώνα φτάνουν στο απόγειό τους.
Μετά τον εμφύλιο που άρχισε το 1060 μ.Χ απ’ τους κύκλους του στρατού, κυβερνιόνταν από δυναστεία Αρμενίων μουσουλμάνων που κατάγονταν από δούλους.
1.100-1.200 μ.Χ
Το 1.168 μ.Χ, ο Σαλαντίν γίνεται αντιβασιλιάς της Αιγύπτου των Φατιμιδών και κυβερνά ως αντιπρόσωπος του Νουρεντίν, έτσι οι Φατιμίδες της Αιγύπτου πέφτουν και η Αίγυπτος έχει σουνίτικη διοίκηση.
H περιοχή της Αιγύπτου το 1317 είχε μετονομαστεί σε Σουλτανάτο των Μαμελούκων του Καίρου.
Η Αίγυπτος παρέμεινε εξ ολοκλήρου οθωμανική (οθωμανικό εγιαλέτι) μέχρι το 1867, εκτός από την περίοδο της γαλλικής κατοχής από το 1798 έως το 1801.
Οι γαλλικές δυνάμεις του Ναπολέοντα εισέβαλαν (με το πρόσχημα της απελευθέρωσης, όπως κάνουν όλοι οι αυταρχικοί κατακτητές) το 1798.
Από το 1867, η Αίγυπτος έγινε ένα τυπικά αυτόνομο υποτελές κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ονομαζόταν Χεδιβάτο της Αιγύπτου.
Το Χεδιβάτο πέρασε στον βρετανικό έλεγχο το 1882 μετά τον Αγγλοαιγυπτιακό πόλεμο.
Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά την Αιγυπτιακή Επανάσταση του 1919, ιδρύθηκε το Βασίλειο της Αιγύπτου. Κι ενώ ήταν de jure ανεξάρτητο κράτος, το Ηνωμένο Βασίλειο διατήρησε τον έλεγχο των εξωτερικών υποθέσεων, της άμυνας και άλλων θεμάτων. Η βρετανική κατοχή κράτησε μέχρι το 1954, οπότε και συνάφθηκε η Αγγλοαιγυπτιακή Συμφωνία του 1954.
Η σύγχρονη Δημοκρατία της Αιγύπτου ιδρύθηκε το 1953, και με την πλήρη απόσυρση των βρετανικών δυνάμεων από τη Διώρυγα του Σουέζ το 1956 σηματοδοτήθηκε για πρώτη φορά μετά από 2500 χρόνια η πλήρης ανεξαρτησίας της Αιγύπτου. Ο Πρόεδρος Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ (πρόεδρος από το 1956 έως το 1970) εισήγαγε πολλές μεταρρυθμίσεις και δημιούργησε τη βραχύβια Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία (με τη Συρία).
Ο Νάσερ, μεταξύ άλλων σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων, κρατικοποίησε και τη Διώρυγα του Σουέζ.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του διεξήχθη ο Πόλεμος των Έξι Ημερών και δημιουργήθηκε το διεθνές Κίνημα των Αδεσμεύτων. Ο διάδοχός του, ο Ανουάρ Σαντάτ (πρόεδρος από το 1970 έως το 1981) άλλαξε την τροχιά της Αιγύπτου, ενώ απομακρύνθηκε από πολλές από τις πολιτικές και τις οικονομικές αρχές του νασερισμού, εγκαθιδρύοντας εκ νέου ένα πολυκομματικό σύστημα και εγκαινιάζοντας την οικονομική πολιτική του λεγόμενου ανοίγματος ή «ινφιτάχ».
Ο Σαντάτ οδήγησε την Αίγυπτο στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973 για να ανακτήσει τη Χερσόνησο του Σινά, η οποία προσαρτήθηκε στο Ισραήλ μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967. Αυτό οδήγησε αργότερα στη Συνθήκη Ειρήνης Αιγύπτου-Ισραήλ.
Η πρόσφατη αιγυπτιακή ιστορία κυριαρχείται από γεγονότα μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια διακυβέρνησης του πρώην προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ. Η Αιγυπτιακή Επανάσταση του 2011 εξώθησε τον Μουμπάρακ σε παραίτηση και είχε ως αποτέλεσμα τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο στην αιγυπτιακή ιστορία, τον Μοχάμεντ Μόρσι. Οι αναταραχές μετά την επανάσταση του 2011 και οι σχετικές διαμάχες οδήγησαν στο Αιγυπτιακό Πραξικόπημα το 2013, στη φυλάκιση του Μόρσι και στην εκλογή του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στη θέση του προέδρου το 2014.
Οι Έλληνες της Αιγύπτου ή Αιγυπτιώτες, ήταν οι ελληνικοί πληθυσμοί που διαχρονικά είχαν μεταναστεύσει και ζούσαν στην Αίγυπτο. Είχαν μια ιδιαίτερα ακμάζουσα παρουσία στη χώρα κατά την κλασική αρχαιότητα, ρωμαϊκή και πρωτοβυζαντινή περίοδο, και κατόπιν από τον 19ο αιώνα έως τη δεκαετία του 1960.
Οι σύγχρονοι Αιγυπτιώτες για εκατό και πλέον χρόνια απολάμβαναν μεγάλη οικονομική και πολιτική ισχύ ενώ έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό και την εκκοσμίκευση της χώρας. Ο πληθυσμός και η αίγλη της κοινότητας αποκορυφώθηκε περίπου το 1940, όποτε και αριθμούσε γύρω στα 250.000 άτομα. Η έλευση του καθεστώτος Νάσερ το 1953 και οι αντιδυτικές μεταρρυθμίσεις που εφάρμοσε ήταν καταστροφικές για τους Αιγυπτιώτες και τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τη χώρα. Σήμερα η κοινότητα αριθμεί γύρω στα 9.000 μέλη, συγκεντρωμένα κυρίως στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο (στη φωτογραφία, από κάτω, η Αμπέτειος Σχολή στο Κάιρο).
Το 1907 η επίσημη απογραφή κατέγραψε 62.973 Έλληνες στην Αίγυπτο. Έως το 1940 οι Έλληνες ανήλθαν στις 250.000. Η Ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας βρισκόταν γύρω από την εκκλησία και το μοναστήρι του Αγίου Σάββα. Στην ίδια περιοχή βρίσκονταν ένας ξενώνας για Έλληνες ταξιδιώτες, ένα ελληνικό νοσοκομείο και αργότερα ένα ελληνικό σχολείο. Στη φωτογραφία παρακάτω η ελληνορθόδοξη εκκλησία του Πορτ Σάιντ.
Η ελληνική κοινότητα του Καΐρου ιδρύθηκε το 1856 -ως ίδρυση αναφέρεται η τοπική επίσημη οργάνωση της κοινότητας-, με την κοινότητα να είναι εδραιωμένη στις περιοχές Τζουόνια, Χαρέτ ελ Ρουμ (Δρόμος των Ελλήνων) και στη Χαμζάουι. Το πατριαρχείο βρισκόταν στη Χαρέτ ελ Ρουμ, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο παλαιό Κάιρο υπάρχει ακόμη και περιβάλλεται από έναν ψηλό τοίχο, ενώ στην κορυφή του έχει ένα πέτρινο πύργο. Μέσα του υπάρχει ακόμα το ελληνικό νοσοκομείο, ένα σχολείο και ένας οίκος ευγηρίας.
Φωτογραφία της Αιγύπτου από τους αδελφούς Ζαγκάκη.
Πέρα από τις Ελληνικές κοινότητες της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου υπήρχαν και σημαντικές αριθμητικά Ελληνικές κοινότητες:
Πρώτη η Μανσούρα, ιδρύθηκε το 1860.
Μανσούρα
Πορτ Σάιντ, ιδρύθηκε το 1870. Υπήρξαν τόσοι Δωδεκανήσιοι Έλληνες εκεί, που παρ'ολίγον να ονομαστεί "Νέα Κάσος".
Ζαγκαζίγκ, ιδρύθηκε το 1870.
Τάντα, ιδρύθηκε το 1880.
Έλληνες εργάτες στη Διώρυγα του Σουέζ
Ακόμη μια φωτογραφία εποχής με έλληνες σκαπανείς στην κατασκευή της διώρυγας του Σουέζ.
Ελληνική κοινότητα του Σουέζ, ιδρύθηκε το 1888.
Υπήρχαν επίσης 15 άλλες, μικρότερες κοινότητες, κυρίως γύρω από το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Στην Άνω Αίγυπτο η αρχαιότερη Ελληνική κοινότητα είναι αυτή της Μίνιας, που ιδρύθηκε το 1862.
Η συνεισφορά του ελληνικού πληθυσμού στην οικονομική ζωή της Αιγύπτου ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Οι πρώτες τράπεζες της Αιγύπτου δημιουργήθηκαν από Έλληνες, όπως η Τράπεζα της Αλεξανδρείας, ή η Αγγλοαιγυπτιακή τράπεζα (ιδιοκτησίας της οικογένειας Συναδινού) και η Γενική Τράπεζα της Αλεξανδρείας. Υπήρχαν επίσης πολλά Ελληνικά θέατρα και κινηματογράφοι.
Οι κύριες ελληνικές εφημερίδες ήταν Τα Γράμματα, Ταχυδρόμος και Νέα Ζωή. Ήταν οι Έλληνες αγρότες αυτοί που πρώτοι με συστηματικό τρόπο και επιστημονικό σχεδιασμό οργάνωσαν την καλλιέργεια του βαμβακιού και του καπνού. Βελτίωσαν την ποσότητα και ποιότητα της παραγωγής και ήταν κυρίαρχοι στις μεγάλες εξαγωγές των προϊόντων αυτών. Διάσημες οικογένειες ήταν αυτές του Σαλβάγου, Μπενάκη, Ροδοκανάκη, Ζερβουδάκη, Τσανακλή και Καραβόπουλου. Οι ποικιλίες καπνού για την παραγωγή τσιγάρων ήταν ελληνικής παραγωγής, όπως στα τσιγάρα των αδερφών Κυριαζή (μάρκα Kyriazi frères), κάποτε πρώτα σε εξαγωγές.
Άλλοι τομείς της έντονης Ελληνοαιγυπτιακής εμπορικής δραστηριότητας ήταν η εστίαση, οινοπαραγωγή, αρωματικά σαπούνια, ξυλοτεχνία και η βιομηχανία της εκτύπωσης.
Στην παραγωγή τροφίμων οι βιομηχανίες μακαρονιού του Μελαχροινού του Αντωνίου, τα Italia των αδελφών Οικονόμου, η μακαρονοποιία Ibis των Στ.Ζενιώδη - Χ.Αναστασιάδη και Π. Πουλίδη η οποία ήταν η πρώτη και η μοναδική η οποία παρήγαγε μακαρόνια για διαβητικούς -πατέντα η οποία δεν καταχωρήθηκε - από σιμιγδάλι καθώς και ήταν η πρώτη η οποία συσκεύασε τα προιόντας της σε κλειστά πακέτα και σακούλες του μισού κιλού σύμφωνα με τα ευρωπαικά πρότυπα, ήταν οι πλέον ευρέως γνωστές μακαρονοποιίες. Στην παραγωγή τυριού και βουτύρου οι Αργυρίου, Ρουσσόγλου και Παλαιορούτας. Σε σοκολάτες, μπισκότα και καραμέλες τα γνωστότερα ονόματα ήταν οι Δαλόγλου, Ρούσσος και Ρεπαπής. Ελαιόλαδο και παράγωγα ελαίου ο Ζερμπίνης που βρίσκονταν στο Καφρ ελ Ζαγιάτ.
Από την ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου προήλθαν επίσης πολλοί συγγραφείς, καλλιτέχνες, διπλωμάτες και πολιτικοί διεθνούς φήμης: ο Κωνσταντίνος Καβάφης, οι πεζογράφοι Νίκος Νικολαΐδης, Στρατής Τσίρκας, Τίμος Μαλάνος, Πέτρος Μάγνης, Μαρία Ιορδανίδου, οι ζωγράφοι Κ. Παρθένης, Δ. Λίτσας, οι γλύπτες Α. Λαζαρίδης και Θ. Θωμόπουλος, και μεταγενέστερα από τον χώρο της μουσικής η Τζίνα Μπαχάουερ, ο Μάνος Λοΐζος και ο Γιάννης Χρήστου.
Κ.Π. Καβάφης
Στρατής Τσίρκας
Ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου.
Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων στην Ελλάδα, οι ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου έστειλαν πολλούς εθελοντές, ίδρυσαν νοσοκομεία και φιλοξένησαν οικογένειες από την Ελλάδα. Κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πάνω από 7.000 Έλληνες της μειονότητας πολέμησαν με τους συμμάχους στη Μέση Ανατολή εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, με τους νεκρούς στις τάξεις τους να ανέρχονται στους 142. Η οικονομική τους συνεισφορά έφτασε τα 2,5 δισεκατομμύρια Αιγυπτιακές λίρες.
Μετά την Κρίση του Σουέζ οι Βρετανοί και Γάλλοι εργάτες αποχώρησαν, ενώ οι Έλληνες έμειναν.
Η άνοδος της ελληνικής αριστοκρατίας η οποία αποτελούνταν από πλούσιους βιομηχάνους, εμπόρους και τραπεζίτες οδήγησε στο μεγάλο κύμα του Ελληνοαιγυπτιακού φιλανθρωπισμού. Οι ευεργέτες αυτοί συνεισέφεραν σημαντικά ποσά για το κτίσιμο σχολείων, ακαδημιών, νοσοκομείων και ιδρυμάτων σε Αίγυπτο και Ελλάδα.
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας (γεννημένος στο Μέτσοβο αλλά κατόπιν κάτοικος Αλεξανδρείας, όπου και είχε τις επιχειρήσεις του), δώρησε μεγάλα ποσά για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών, το Αμαλιείο ορφανοτροφείο και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Η σύζυγος του, Ελένη Τοσίτσα, δώρησε το οικόπεδο για τη δημιουργία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Ελλάδος.
Ο Γεώργιος Αβέρωφ (επίσης από το Μέτσοβο) βοήθησε οικονομικά στην κατασκευή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, και επίσης με την ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου, τις Φυλακές Εφήβων και τη δωρεά του θωρηκτού Αβέρωφ στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό.
Ο Εμμανουήλ Μπενάκης βοήθησε οικονομικά στην κατασκευή της Εθνικής Πινακοθήκης.
Ο γιος του, Αντώνης Μπενάκης, ήταν ο ιδρυτής του μουσείου Μπενάκη.
Η αναχώρηση των Ελλήνων από την Αίγυπτο ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930-40 με τους εφαρμοστικούς νόμους που ψηφίστηκαν στην οικονομία της χώρας. Η δυνατότητα προσαρμογής των Ελλήνων στις νέες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που ξεκινούν αυτή την περίοδο και συνεχίζονται και καθ' όλη τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας 1940-50 θα αποτελέσουν τη βασικότερη αιτία αναχώρησης και αναζήτησης νέας πατρίδας. Στατιστικές απογραφές των Κοινοτικών σχολείων της αντίστοιχης περιόδου επιβεβαιώνουν πώς το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ξεκινά η εθελούσια αναχώρηση και μετανάστευση των Ελλήνων της Αιγύπτου.
Ο εκτοπισμός των Ελλήνων από την Αίγυπτο ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της Αιγυπτιακής επανάστασης του 1952 και συνεχίστηκε και μετά από αυτή. Με την ανάδειξη του νέου κυρίαρχου καθεστώτος του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, η άνοδος του Παναραβισμού και εθνικισμού, και η εθνικοποίηση των πολλών βιομηχανιών που ακολούθησε από το 1957 και αργότερα, έκανε πολλούς χιλιάδες Έλληνες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Πολλοί από αυτούς μετανάστευσαν στην Αυστραλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδά, Βραζιλία,Νότιο Αφρική, Δυτική Ευρώπη, και Ελλάδα.
Ως συνέπεια, πολλά Ελληνικά σχολεία, εκκλησίες, μικρές κοινότητες και ιδρύματα τερμάτισαν τη λειτουργία τους. Η διακυβέρνηση του Νάσερ ήταν μια μεγάλη καταστροφή για την Ελληνική διασπορά, η οποία από εκατοντάδες χιλιάδες στην Αίγυπτο έφτασε να αριθμεί λιγότερες από 5.000. Η επικίνδυνη κατάσταση στη Μέση Ανατολή δυσχέρανε τις συνθήκες για τους Έλληνες που επέλεξαν να παραμείνουν στην Αίγυπτο. Εκτιμάται πως την περίοδο 1957 - 1967 οι περισσότεροι Έλληνες έφυγαν από τη χώρα.
Σήμερα, η Ελληνική κοινότητα επίσημα αριθμεί περίπου στους 2.000 κατοίκους. Θεωρείται πως ο πραγματικός αριθμός είναι υψηλότερος μια και πολλοί Έλληνες άλλαξαν την επίσημη εθνικότητα τους σε Αιγυπτιακή, για να μπορούν να συνεχίσουν τις οικονομικές τους δραστηριότητες.
Στην Αλεξάνδρεια, πέρα από το Πατριαρχείο, υπάρχει και μια Πατριαρχική θεολογική σχολή η οποία επαναλειτουργεί μετά από 480 έτη αφότου είχε κλείσει. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο Κάιρο και αρκετά άλλα κτίρια, έχουν ανακαινιστεί πρόσφατα με έξοδα του Ελληνικού κράτους και ο Καθεδρικός Ναός του Ευαγγελισμού στην Αλεξάνδρεια με χορηγία του ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης. Η Μονή του Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Κάιρο ανακαινίστηκε λαμπρά με χορηγία του ζεύγους Θ. Μαρτίνου.
Από τη δεκαετία του 2000 υπήρξε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον από την Αιγυπτιακή κυβέρνηση για τη σύσφιξη των διπλωματικών και στρατιωτικών σχέσεων με την Ελλάδα, κάτι που βελτίωσε τις συνθήκες της εκεί Ελληνικής διασποράς, η οποία και δέχεται συχνές επισκέψεις από πολλούς Έλληνες πολιτικούς.
Οι οικονομικές σχέσεις είναι ανεπτυγμένες ανάμεσα στην Αίγυπτο και την Ελλάδα, και υπάρχει σημαντικός αριθμός ελληνικών επενδύσεων στη χώρα. Το 2009, υπογράφηκε ένα πενταετές μνημόνιο συνεργασίας ανάμεσα στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» της Αθήνας και το Πανεπιστήμιο Αλεξανδρείας, σχετικά με την έρευνα στον χώρο της Αρχαιομετρίας και τους παράπλευρους τομείς. Η Αιγυπτιακή κυβέρνηση έχει δηλώσει πως επιθυμεί να δώσει κίνητρα στους επαναπατρισμένους Έλληνες να επιστρέψουν στην Αίγυπτο, αλλά μέχρι στιγμής λίγοι σκέφτονται σοβαρά μια τέτοια απόφαση.
Όσον αφορά στη σύγχρονη ιστορία των Ελλήνων στη χώρα του Νείλου γράφονται προφανώς οι τελευταίες σελίδες. Παλιοί εξάλλου Αιγυπτιώτες Έλληνες ζουν στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Αμερική, την Αυστραλία, οργανώθηκαν κι’ εκεί σε συλλόγους, συγχρωτίστηκαν με τον υπόλοιπο Ελληνισμό στις χώρες αυτές και φυσικά ζουν τη σύγχρονη πραγματικότητα στις χώρες της σημερινής διαμονής τους. Ακριβώς σε ανάλογη προσαρμογή με την αιγυπτιακή πραγματικότητα, είναι αναγκασμένοι να προχωρήσουν σήμερα οι Έλληνες της Αιγύπτου, αν θέλουν να διατηρηθεί έστω και κατ’ ελάχιστον ή και κατ’ όνομα η ελληνική παροικία με τη νέα μορφή της.
Τον Δεκέμβριο του 2015, ο πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξάνδρειας, Γιάννης Παπαδόπουλος, μαζί με τα στελέχη της Ομογένειας, Ε.Κασιμάτη και Ε. Καλορίζο, αναφέρθηκαν στο επείγον ζήτημα της φθίνουσας λειτουργίας του ελληνόφωνου σχολείου της παροικίας, λόγω της μειούμενης ανά σχολικό έτος παρουσίας μαθητών, καθώς φέτος φοιτούν μόλις 70 μαθητές. Και όπως τόνισε, η εξέλιξη αυτή δικαιολογείται από τον φθίνοντα αριθμό των μελών της Ελληνικής Κοινότητας, καθώς έχουν απομείνει στην Αίγυπτο συνολικά περί τους 2000 Έλληνες.
Φιλολογικά Μαθήματα Λυκείου
Ετικέτες
- Α΄ Λυκείου (131)
- Αρχαία (47)
- Β΄ Λυκείου (179)
- Γ΄ Λυκείου (132)
- Γλώσσα (49)
- Ιστορία (291)
- Λογοτεχνία (65)
- Φιλοσοφία (29)
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ
Αίγυπτος ονομαζόταν από τους αρχαίους Έλληνες το βορειοανατολικό τμήμα της Αφρικής, το οποίο διατρέχει ο ποταμός Νείλος. Τη σπουδαιότη...
-
Αντισταθείτε σ'αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει "Καλά είμαι εδώ". Αντισταθείτε σ'αυτόν που γύρισε πάλι στο σ...
-
1. Ορθολογισμός (ρασιοναλισμός): Σύμφωνα με τους ορθολογιστές φιλοσόφους, η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως από τον ίδιο τον ορθό ...
-
Τρεις είναι οι κορυφαίοι αναγεννησιακοί επιστήμονες που άνοιξαν το δρόμο της νεότερης επιστήμης: Ο Κοπέρνικος, ο Παράκελσος και Ο Βεζά...



























































































































