Ετικέτες
- Α΄ Λυκείου (132)
- Αρχαία (47)
- Β΄ Λυκείου (178)
- Γ΄ Λυκείου (133)
- Γλώσσα (49)
- Ιστορία (287)
- Λογοτεχνία (66)
- Φιλοσοφία (30)
Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Δευτέρα 6 Απριλίου 2026
Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
Κατά την περίοδο 1607 - 1732 δημιουργήθηκαν στα ανατολικά παράλια της Βορείου Αμερικής 13 αποικίες υπό Αγγλικό έλεγχο. Οι άποικοι ήταν κυρίως Άγγλοι, αλλά και Γάλλοι, Γερμανοί και Σουηδοί. Τεχνίτες και κατεστραμμένοι μικροεπιχειρηματίες, θύματα θρησκευτικών διώξεων αλλά και κατάδικοι, όλοι αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη. Οι αποικίες του βορρά είχαν, του 1763, 1.000.000 περίπου κατοίκους, από τους οποίους 40.000 περίπου ήσαν μαύροι σκλάβοι.
Σε οικονομικές συνθήκες παρόμοιες με εκείνες της δυτικής Ευρώπης είχε αναπτυχθεί μια δυναμική αγροτική οικονομία, ενώ άκμαζε το εμπόριο με κέντρα τις μεγάλες πόλεις Βοστόνη, Νέα Υόρκη και Φιλαδέλφεια. Τα πρώτα πανεπιστήμια (Χάρβαρντ, Γέιλ, Πρίνστον) ήταν χώροι διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού. Οι αποικίες του νότου είχαν, το 1763, 750.000 περίπου κάτοικους, 300.000 περίπου από αυτούς ήταν μαύροι σκλάβοι. Η οικονομία βασιζόταν στις μεγάλες φυτείες καπνού, ρυζιού και βαμβακιού. Οι ιδιοκτήτες των φυτειών ήταν αποκλειστικά Ευρωπαίοι άποικοι, οι οποίοι και δέσποζαν στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Οι γη καλλιεργούνταν από μαύρους σκλάβος που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Οι μεγάλες πόλεις ήταν λίγες. Κάθε πολιτεία διοικούταν από έναν κυβερνήτη, που διοριζόταν από την Αγγλία. Παράλληλα, υπήρχε μια συνέλευση αποίκων που είχε λόγο στην ψήφιση νόμων και στην έγκριση φόρων. Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στην συνέλευση αυτή είχαν μόνο ορισμένοι από τους πλούσιους αποίκους. Οι άποικοι δεν εκπροσωπούνταν στο αγγλικό κοινοβούλιο. Επίσης, το εξωτερικό εμπόριο των αποικιών ελεγχόταν πλήρως από την Αγγλία.
Με τον όρο "Αμερικανική Επανάσταση" ή "Πόλεμος της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ" ορίζεται ο πόλεμος μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και των 13 αποικιών της στην Αμερικανική ήπειρο (1775 - 1783). Ο ένοπλος αγώνας των αποικιών εναντίον της καταπιεστικής μητρόπολης ήταν η κορύφωση των πολιτικών διεργασιών του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα.
Στις 4 Ιουλίου 1776 συγκαλείται συνέλευση των Αμερικανών στη Φιλαδέλφεια, όπου ψηφίζεται η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, η οποία στηρίζεται στις πολιτικές ιδέες του Διαφωτισμού. Πρωταγωνιστές στη σύνταξη της Διακήρυξης υπήρξαν ο Βενιαμίν Φραγκλίνος και ο Τόμας Τζέφερσον. Στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν ο πόλεμος γενικεύθηκε. Οι Άγγλοι έστελναν συνεχώς ενισχύσεις και οι Αμερικανοί προσπαθούσαν να κρατήσουν την επανάσταση ζωντανή. Η Γαλλία έστειλε οικονομική ενίσχυση στους επαναστατημένους Αμερικανούς καθώς και στρατεύματα.
Ο Αγγλικός στρατός, υπό την ηγεσία του στρατηγού Κορνουάλις, τελικά παραδόθηκε στο Γιόρκταουν της Βιρτζίνια στις 19 Οκτωβρίου 1781. Ο πόλεμος έληξε επίσημα με την συνθήκη του Παρισιού στις 3 Σεπτεμβρίου 1783, με την οποία η Αγγλία παραχωρούσε τα εδάφη της στις ΗΠΑ. Τα τελευταία Αγγλικά στρατεύματα εγκατέλειψαν την ήπειρο στις 25 Νοεμβρίου 1783.
Η γρήγορη ανάπτυξη των αποικιών έκανε πολλούς αποίκους, ιδίως τους πλουσιότερους, να δυσφορούν για την οικονομική κηδεμονία της Αγγλίας. Μετά τον Επταετή Πόλεμο των ετών 1756 - 1763, η Αγγλία όχι μόνο απαγόρευσε στους Αμερικανούς να εκμεταλλευτούν τον Καναδά και τη Φλόριντα, που μόλις είχε καταλάβει, αλλά και απαίτησε από αυτούς νέους φόρους για να καλύψει ένα μέρος των πολεμικών δαπανών. Οι άποικοι αντέδρασαν σταματώντας να αγοράζουν Αγγλικά προϊόντα. Η Αγγλία κατάργησε τους περισσότερους νέους φόρους, αλλά διατήρησε, ίσως για λόγους γοήτρου, τον φόρο στο τσάι.
Οι άποικοι, ωστόσο, ήταν ανένδοτοι, όχι μόνο σταμάτησαν να αγοράζουν τσάι από την Αγγλία αλλά και προχώρησαν στην καταστροφή Αγγλικών φορτίων τσαγιού. Αντιδρώντας, η Αγγλία επέβαλε εμπορικούς περιορισμούς στο λιμάνι της Βοστόνης. Τότε, οι Αμερικάνοι συγκάλεσαν το Κογκρέσο (συνέλευση) της Φιλαδέλφειας το Σεπτέμβριο του 1774, στο οποίο συμμετείχαν αντιπρόσωποι όλων των αποικιών. Ενώ, όμως, η πλειοψηφία του Κογκρέσου έδειχνε διάθεση συμβιβασμού, ο Άγγλος Βασιλιάς Γεώργιος Γ’ διάλεξε την ένοπλη σύγκρουση.
Όλα ξεκίνησαν όταν, τον Μάιο του 1773, το βρετανικό κοινοβούλιο πέρασε το λεγόμενο “Tea Act” (Νομοθετική Πράξη του Τσαγιού), με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικά εξασθενημένης Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών. Το συγκεκριμένο νομοθέτημα μπορεί να ήταν ευχάριστο για την Εταιρεία, όχι όμως για τους κατοίκους των δεκατριών αμερικανικών αποικιών.
Οι πολίτες των αποικιών θεωρούσαν πως το νομοθέτημα αυτό παραβίαζε τα δικαιώματα τους ως Βρετανών πολιτών. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1773, στην Βοστόνη, μια ομάδα ανδρών, ορισμένοι μεταμφιεσμένοι σε Ινδιάνους, ανέβηκε στα πλοία της εταιρείας Ανατολικών Ινδιών και πέταξε όλο το τσάι στην θάλασσα.
“No taxation without representation” (“Καμία φορολογία χωρίς αντιπροσώπευση») διακήρυσσαν. Δηλαδή, όχι επιβολή φόρων από ένα κοινοβούλιο που δεν εκπροσωπείται από κανέναν. Το συγκεκριμένο κίνημα, που αργότερα ονομάστηκε “Boston Tea Party”, κατάφερε να μποϊκοτάρει το εμπόριο τσαγιού σε ακόμη τρεις αποικίες, ξεκινώντας μια κόντρα με την Βρετανική Αυτοκρατορία που σταδιακά θα οδηγούσε στην Αμερικανική Επανάσταση. Το Boston Tea Party, όμως, πέραν του να προετοιμάσει το έδαφος για την Αμερικανική Επανάσταση, σηματοδότησε και άλλο ένα μεγάλο γεγονός: την στροφή της Αμερικής, από το τσάι, στον καφέ.
Η νίκη των Αμερικανικών δυνάμεων στη μάχη του Λέξινγκτον τον Απρίλιο του 1775 σήμανε την οριστική ρήξη. Παράλληλα κυκλοφορούσαν μαχητικά φυλλάδια, γραμμένα από ριζοσπάστες διανοούμενους οπαδούς του Διαφωτισμού, όπως ο Τόμας Πέιν, που υποστήριζαν ότι η Αγγλία δε δικαιούταν να ασκεί εξουσία στις αποικίες. Την ίδια στιγμή, καθώς οι άποικοι συνειδητοποιούσαν τα κοινά τους στοιχεία, γεννιόταν η Αμερικανική εθνική συνείδηση.
Στο πλαίσιο αυτό, το Κογκρέσο της Φιλαδέλφειας ψήφισε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 4 Ιουλίου το 1776, ένα κείμενο που απηχούσε τις ιδέες του Διαφωτισμού και είχε συνταχθεί από τους Τόμας Τζέφερσον και Βενιαμίν Φραγκλίνο. Ο πόλεμος που ακολούθησε έμεινε γνωστός ως Αμερικανική Επανάσταση ή Πόλεμος της Ανεξαρτησίας. Αρχικά, οι Αμερικάνοι, με αρχιστράτηγο τον Τζορτζ Ουάσινγκτον, αντιμετώπισαν προβλήματα.
Μετά το 1778, όμως, εκμεταλλευόμενοι τις αντιθέσεις μεταξύ των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, συνήψαν συμμαχίες με τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ολλανδία, οι οποίες επιδίωκαν τον περιορισμό της Αγγλίας. Η άφιξη Γαλλικών στρατευμάτων στην Αμερική επηρέασε την έκβαση της σύγκρουσης. Η ήτα των Άγγλων στη μάχη του Γιόρκταουν, τον Οκτώβριο του 1781, σήμανε και το τέλος του πολέμου.
Οι Βρετανικές κυβερνήσεις δεν επέβαλλαν μόνο δασμούς στα προϊόντα που εισάγονταν στις Αποικίες –αυτό επιχειρήθηκε για παράδειγμα με τον Νόμο περί της Ζάχαρης (Sugar Act, 1764) που φορολογούσε τα ενδύματα, τη ζάχαρη, το λουλάκι, τον καφέ και το κρασί– αλλά και σε άλλες πιο «άμεσες» επιβαρύνσεις όπως ήταν ο περίφημος Stamp Act (1765), δηλαδή ο νόμος που επέβαλε τον φόρο στο χαρτόσημο. Η πιο καταπιεστική για τους αποίκους διάταξη του Νόμου περί της Ζάχαρης ήταν εκείνη που αφορούσε τη μείωση του δασμού στην εισαγόμενη από τις Βρετανικές Δυτικές Ινδίες μελάσα.
Το μέτρο αυτό, που στόχευε στην πάταξη του λαθρεμπορίου και, μέσω αυτού, στην αύξηση των εσόδων από τα τελωνεία, δυσαρέστησε όσους εισήγαγαν αδασμολόγητη μελάσα από τις Γαλλικές και Ισπανικές Δυτικές Ινδίες για να παρασκευάσουν ρούμι.
Το ρούμι των αποίκων ανταλλασσόταν στις ακτές της Δυτικής Αφρικής με δούλους, οι οποίοι πωλούνταν στις Δυτικές Ινδίες έναντι ζάχαρης και μελάσας, η οποία εισαγόταν στις Αποικίες για να τροφοδοτήσει αυτό το «διαβόητο τριγωνικό εμπόριο» αλλά και την αποικιακή οικονομία με το πολύτιμο μεταλλικό της νόμισμα, πριν το τελευταίο διοχετευτεί στην Αγγλία έναντι βιομηχανικών και άλλων προϊόντων.
Η μητρόπολη δεν στόχευε μόνο στον περιορισμό της λαθραίας εισαγωγής μελάσας, αλλά και του τσαγιού, του οποίου το μονοπώλιο στην εισαγωγή του κατείχε η Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών (East India Company). Ο φόρος στο τσάι, μια από τις κυριότερες προσόδους του Στέμματος, μειωνόταν όταν αυτό επανεξαγόταν στην Αμερική. Το γεγονός, πάντως, ότι η τιμή του Αγγλικού τσαγιού ήταν διπλάσια από εκείνη του Ολλανδικού, που εισαγόταν στην Ολλανδία από τις Αποικίες της αδασμολόγητο, ευνοούσε το λαθρεμπόριο του πολύτιμου αυτού προϊόντος.
Το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1765 διαδηλώσεις εναντίον του Νόμου περί του Χαρτοσήμου σάρωναν όλες τις πόλεις της Βορείου Αμερικής, ενώ τόσο μεγάλη πίεση δέχονταν οι φοροεισπράκτορες ώστε συχνά κατέφευγαν σε άλλες Αποικίες από φόβο για τη ζωή τους. Όσοι κυβερνήτες προσπάθησαν να επιβάλουν την εκτέλεση του νόμου αντιμετώπισαν την οργή του «όχλου».
Η δυναμική των διαδηλώσεων στη Βοστόνη οφείλεται και στο γεγονός ότι ο Νόμος περί του Χαρτοσήμου βρήκε την πόλη στη δίνη μιας μακρόχρονης ύφεσης η οποία είχε πλήξει τα μεσαία και φτωχότερα στρώματά της, ιδιαίτερα τους απασχολούμενους στη ναυπηγική βιοτεχνία. Η μεγάλη αύξηση των δαπανών για τους φτωχούς και οι καθυστερήσεις στην είσπραξη των φόρων αποτελούσαν ενδείξεις αυτής της ύφεσης.
Η ένταση στις σχέσεις μητρόπολης και αποικιών που παρατηρείται στη δεκαετία του 1760 δεν συνιστούσε απλή παρενέργεια της νέας Βρετανικής φορολογικής πολιτικής μετά το τέλος του Επταετούς Πολέμου, κατά συνέπεια, μια επιστροφή στο προ του 1763 καθεστώς, που θα άφηνε αμετάβλητες τις δομές του εμπορίου με τις Αποικίες, δεν επαρκούσε για να λυθούν τα εκατέρωθεν προβλήματα. Ακόμη και όσοι ήταν πρόθυμοι να αποδεχθούν το «παλαιό καθεστώς» των Βρετανικών προνομίων δεν ήταν εξίσου πρόθυμοι να συμβιβαστούν με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς που προωθούσε η μητρόπολη.
Από την άλλη μεριά, οι Βρετανικές κυβερνήσεις δεν ήταν διατεθειμένες να δεχθούν εν ονόματι της επίκλησης των αποίκων στα θεμελιώδη δικαιώματά τους ως Άγγλων πολιτών οποιεσδήποτε «μαζικές παραβιάσεις των νόμων του εμπορίου», οι οποίες υπονόμευαν «την ακεραιότητα του ίδιου του μερκαντιλιστικού συστήματος». Οι αποικιακές αντιδράσεις εναντίον αυτού του συστήματος θεωρήθηκαν στη Μ. Βρετανία ως άρνηση του δικαιώματός της να υπάρχει ως αποικιακή δύναμη.
Η μητρόπολη είχε αποθαρρύνει συνειδητά την «εκβιομηχάνιση» των Αποικιών όχι μόνο στερώντας τον «ζωτικό χώρο» των βιοτεχνιών της, δηλαδή την ίδια την αποικιακή αγορά –για παράδειγμα, ο Νόμος περί Μάλλινων Ειδών (Wool Act) του 1699 ενώ επέτρεπε την κατασκευή μάλλινων ειδών στην Αμερική, απαγόρευε την εξαγωγή τους εκτός των ορίων της αποικίας στην οποία είχαν κατασκευαστεί– αλλά και ελέγχοντας τη ροή του ειδικευμένου εργατικού δυναμικού ώστε να αποτρέψει τη μεταφορά τεχνογνωσίας στον Νέο Κόσμο.
Δεν είναι τυχαίο ότι το 1699, το Βρετανικό Υπουργείο Εμπορίου (Board of Trade) απαγόρευσε τη μετανάστευση των εργατών που απασχολούνταν στη βιομηχανία μαλλιού, ενώ ανάλογοι περιορισμοί στη μετανάστευση ειδικευμένων τεχνιτών επιβλήθηκαν στην κλωστοϋφαντουργία (1750, 1774, 1781), την κατασκευή μηχανών (1782), τη σιδηροβιομηχανία και την εξόρυξη του άνθρακα. Από τα μέσα του 17ου αιώνα την αρχικώς επικρατούσα αντίληψη για τις αποικίες ως τόπων εγκατάστασης του πλεονάζοντος και κοινωνικά ανεπιθύμητου πληθυσμού της Αγγλίας αντικατέστησε η πεποίθηση, την οποία εξέφρασε το 1768 ο αρχιστράτηγος Τόμας Κέιτζ (Thomas Cage), ότι «θα ήταν καλό η μετανάστευση από τη Μ. Βρετανία, την Ιρλανδία και την Ολλανδία να εμποδιστεί. Και μιλάμε για την εποχή όπου η βιομηχανική επανάσταση βρισκόταν στο ξεκίνημά της στην Ευρώπη.
Η ψήφιση των επονομαζόμενων Καταναγκαστικών Νόμων (Coercive Acts, 31-3-1774), οι οποίοι έπλητταν το αποικιακό εμπόριο (αποκλείοντας το λιμάνι της Βοστόνης μέχρι να καταβληθεί αποζημίωση για το κατεστραμμένο τσάι) και διαμόρφωσαν ένα αυταρχικό πολιτικό πλαίσιο (ενισχύοντας την εκτελεστική εξουσία και τη διοριζόμενη, πλέον, από το Στέμμα Άνω Βουλή της Μασαχουσέτης, δημεύοντας οικίες για τον στρατωνισμό των στρατιωτών και αναθέτοντας στον νέο Κυβερνήτη, αρχιστράτηγο Τόμας Κέιτζ, τον διορισμό των δικαστών και των αστυνόμων).
Ώθησε τους αποίκους προς την επιλογή την οποία λίγοι ήταν πρόθυμοι στο παρελθόν να δεχθούν, αυτήν δηλαδή της ένοπλης αναμέτρησης με τη μητρόπολη. Η είδηση για την ουσιαστική κατάργηση του αποικιακού καταστατικού χάρτη (charter) της Μασαχουσέτης, ο οποίος είχε καθιερώσει από το 1691 ένα ευρύ πλαίσιο αυτοδιοίκησης, και η απαγόρευση κάθε δημόσιας συνάθροισης χωρίς την έγκριση των Αρχών συγκλόνισε την Αμερική. Ακόμη και οι συντηρητικοί Πρεσβυτεριανοί ιερείς της Βόρειας Καρολίνας διαμαρτυρήθηκαν γι’ αυτήν την αδικαιολόγητη επίδειξη αυταρχισμού εκ μέρους της Αυτοκρατορικής εξουσίας.
1773: Ταραχές στη Βοστώνη
1774: Οι αντιπρόσωποι των δεκατριών αποικιών συγκεντρώθηκαν στη Φιλαδέλφεια και έστειλαν στο Βασιλιά της Αγγλίας μια διακήρυξη δικαιωμάτων.
4 Ιουλίου 1776: Η συνέλευση της Φιλαδέλφειας ψηφίζει τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας που στηρίζεται στις πολιτικές ιδέες του Διαφωτισμού. Πρωταγωνιστές στη σύνταξη της Διακήρυξης υπήρξαν ο Βενιαμίν Φραγκλίνος και ο Θωμάς Τζέφερσον.
Σεπτέμβριος 1783: Συνθήκη των Βερσαλλιών: Πλήρης ανεξαρτησία των 13 αποικιών.
1787: Το Συντακτικό Κογκρέσο κατορθώνει να συγκεράσει τις δύο αντίθετες τάσεις στη συνέλευση (ισχυρή κεντρική εξουσία - αυτονομία κάθε πολιτείας) και να ψηφίσει το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η νουβέλα "Ριπ βαν Ουίνκλ" του Ουώσινγκτον Άιρουϊνγκ είναι ένα παραμύθι που αντικατοπτρίζει την αντίληψη των ανθρώπων της εποχής εκείνης. Ο κύριος χαρακτήρας, ο Ριπ, δεν είναι φιλόδοξος άνδρας, ο οποίος είναι καλός στο να αποφεύγει δύο πράγματα: την εργασία και τη σύζυγό του.
Μία ημέρα, ενώ περιπλανάται στα βουνά με τον σκύλο του, ανακαλύπτει μία ομάδα παράξενα ντυμένων ανδρών που πίνουν και παίζουν παιγνίδια. Αφού δέχθηκε λίγο από το οινοπνευματώδες ποτό τους, ο Ριπ νυστάζει και κλείνει τα μάτια του για μια στιγμή. Όταν ανοίγει ξανά τα μάτια του, εκπλήσσεται που ανακαλύπτει ότι ο σκύλος του λείπει, το τουφέκι του έχει σκουριάσει και τώρα έχει μία μακριά γενειάδα.
Ο Ριπ ταξιδεύει πίσω προς το χωριό του και ανακαλύπτει ότι τα πάντα έχουν αλλάξει. Η σύζυγός του έχει πεθάνει, οι φίλοι του έφυγαν και η αυτοπροσωπογραφία του Βασιλέως Γεωργίου Γ΄ στην ταβέρνα έχει αντικατασταθεί από μία αυτοπροσωπογραφία κάποιου τον οποίον δεν αναγνωρίζει -- του στρατηγού Γεωργίου Ουάσινγκτον.
Ο Ριπ Βαν Ουίνκλ κοιμόταν επί 20 χρόνια! Και, στη διαδικασία, έχασε μία από τις πιο συναρπαστικές περιόδους στην ιστορία της χώρας του -- είχε κοιμηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της Αμερικανικής Επαναστάσεως.
Ο Τζωρτζ Ουάσινγκτον διασχίζει τον ποταμό Ντελάγουερ (πίνακας του Λόιτσε)
Ο πόλεμος της Ανεξαρτησίας κράτησε επτά χρόνια και ήταν αρχικά πολύ δύσκολος για τον ανοργάνωτο στρατό των αποίκων.
Βενιαμίν Φραγκλίνος
Τόμας Τζέφερσον (πίνακας του Ρέμπραντ)
Τζωρτζ Ουάσινγκτον
Υπογραφή του πρώτου Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής
Το 1781,οι αποικίες σχημάτισαν μία συνομοσπονδία πολιτειών υπό τα άρθρα της Συνομοσπονδίας αλλά κράτησε μόνο για έξι χρόνια.Έδωσε όλες τις δυνάμεις στις πολιτείες και σχεδόν καμία στην κεντρική κυβέρνηση.Η συνομοσπονδία δεν είχε πρόεδρο.Δεν μπορούσε να αφαιρέσει ιθαγενείς και Άγγλους από τα σύνορα και ούτε να σταματήσει επαναστάσεις του όχλου.
Το 1787,σχηματίστηκε το πρώτο σύνταγμα.Στον σχηματισμό του συνέβαλαν μεγάλες προσωπικότητες της εποχής όπως ο Τζέιμς Μάντισον,Τζορτζ Ουάσινγκτον και ο Αλεξάντερ Χάμιλτον.Ορισμένοι από αυτούς τους άνδρες αργότερα θα αποκτούσαν σημαντικές κυβερνητικές θέσεις.Το σύνταγμα δημιούργησε μία ισχυρότερη εθνική κυβέρνηση που είχε τρεις κλάδους:την διοικητική (ο πρόεδρος και το προσωπικό), τη νομοθετική (η Βουλή των Αντιπροσώπων και το Κογκρέσο) και τη δικαστική.
Κάποιες πολιτείες συμφώνησαν με το σύνταγμα γρήγορα.Σε άλλες πολιτείες πολλοί δυσαρεστήθηκαν με το σύνταγμα καθώς παραχωρούσε πολλά δικαιώματα στην κεντρική κυβέρνηση και καταπατούσε τα δικαιώματα των ανθρώπων.Για να διαδοθεί το σύνταγμα καταγράφηκαν ορισμένα άρθρα σε εφημερίδες με αποσπάσματα του.Αργότερα προστέθηκε η διακήρυξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.Ήταν μία σειρά δέκα τροποποιήσεων που περιόριζαν τις δυνάμεις της κυβέρνησης και παραχωρούσαν δικαιώματα στους ανθρώπους.Όπως η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας έτσι και το σύνταγμα ήταν ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ του κράτους και των πολιτών.Η κεντρική ιδέα του συντάγματος είναι ότι η κυβέρνηση είναι μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία,εκλεγμένη από τους ανθρώπους όπου όλοι έχουν τα ίδια δικαιώματα.Όμως αυτό δεν ίσχυε αρχικά καθώς μόνο οι λευκοί άνδρες που είχαν ιδιοκτησία μπορούσαν να ψηφίσουν.Κατά την διάρκεια της προεδρικής θητείας του Ουάσινγκτον έγινε μία επανάσταση κατά την οποία οι αγρότες προσπάθησαν να εμποδίσουν την κυβέρνηση να συγκεντρώνει φόρους για το ουίσκι.
Το 1795 η κυβέρνηση υπέγραψε μία συνθήκη κατά την οποία ενισχύθηκαν οι εμπορικές συναλλαγές με την Βρετανία αλλά ως αντάλλαγμα οι Άγγλοι εγκατέλειψαν τα φρούριά τους στις Μεγάλες Λίμνες.
Ο Τζον Άνταμς νίκησε τον Τόμας Τζέφερσον στις εκλογές του 1796 και έγινε ο δεύτερος πρόεδρος των ΗΠΑ.Αυτές ήταν οι πρώτες εκλογές ανάμεσα σε δύο πολιτικά κόμματα.Ως πρόεδρος ο Άνταμς ισχυροποίησε τον στρατό και το ναυτικό.
Στις εκλογές του 1800 ο Τζέφερσον νίκησε τον Άνταμς.Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που έκανε ως πρόεδρος ήταν η Αγορά της Λουιζιάνας κατά την οποία αγοράστηκε μία μεγάλη έκταση γης από την Γαλλία.Ο Τζέφερσον επίσης προσπάθησε να σταματήσει το εμπόριο μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας έτσι ώστε οι ΗΠΑ να μην εμπλακούν σε τυχόν πόλεμο που αυτές θα συμμετέχουν.Πόλεμος ξέσπασε μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας όταν ο Μάντισον ήταν πρόεδρος το 1812.Αυτός ο πόλεμος έμεινε γνωστός ως ο Πόλεμος του 1812.
Το μελανό σημείο αυτής της ιστορικής περιόδου ήταν η σκλαβιά.Μέχρι το 1861 πάνω από τρεις εκατομμύρια αφροαμερικανοί ήταν σκλάβοι στον Νότο.Αυτό σημαίνει ότι εργάζονταν για άλλους ανθρώπους αλλά δεν είχαν ελευθερία και δεν δέχονταν πληρωμή για την εργασία τους.Οι περισσότεροι δούλευαν σε εκτάσεις βαμβακιού.Μόνο λίγοι λευκοί κάτοικοι είχαν στην κατοχή τους καλλιεργήσιμες εκτάσεις.Οι περισσότεροι λευκοί του νότου δεν είχαν καν σκλάβους στην κατοχή τους.
Μετά την ανακάλυψη της εκκοκκιστικής μηχανής βαμβακιού το 1793 το βαμβάκι έγινε κορυφαίο σε παραγωγή.Υπήρχαν μερικές επαναστάσεις σκλάβων αλλά όλες απέτυχαν.Ο νότος ήθελε να διατηρήσει την σκλαβιά αλλά ο βορράς ήθελε να την απαγορεύσει. Μία άλλη διαφορά μεταξύ του βορρά και του νότου αφορούσε το θέμα του ρόλου της κυβέρνησης.Ο νότος ήθελε ισχυρές πολιτειακές κυβερνήσεις ενώ ο βορράς ισχυρή κεντρική κυβέρνηση.
Στην Αμερική, τόσο στη Βόρεια όσο και στη Νότια, τα εθνικά κράτη που προέκυψαν από τις πρώην αποικίες της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας φαίνονταν να είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων τους στην Ευρώπη. Γενικά, ο Νέος Κόσμος ήταν -ή, σωστότερα, φαινόταν να είναι- προέκταση του κόσμου της γηραιάς ηπείρου, από την άποψη των θεσμών, των αρχών και των αξιών που εισήχθησαν για τη συγκρότηση των νέων χωρών. Ωστόσο, η ελευθερία, οι αντιπροσωπευτικοί και συνταγματικοί θεσμοί και η κοσμική εξουσία, στη βάση των οποίων οικοδομήθηκαν οι νέες πολιτείες, εφαρμόστηκαν σε νέο περιβάλλον και για τον λόγο αυτόν οι πολιτείες που προέκυψαν ήταν διαφορετικές από τις πρωτότυπες.
Στις ΗΠΑ το δημοκρατικό πολίτευμα στηρίχτηκε σε ένα Σύνταγμα κατά βάση συντηρητικό, το οποίο αναθεωρήθηκε πολλές φορές, χωρίς να αλλοιωθεί η αρχική πρόβλεψη του διαχωρισμού των τριών κλάδων της εξουσίας και του μεταξύ τους ελέγχου. Μέσω των πολλαπλών ελέγχων και ισορροπιών, τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε επαρχιακό επίπεδο, το Σύνταγμα της υπερατλαντικής χώρας εξασφάλισε στην αμερικανική κοινωνία, η οποία υπήρξε μία από τις πιο φιλελεύθερες κοινωνίες των νεότερων χρόνων, εντυπωσιακή ευημερία, πρόοδο του πολιτισμού, των επιστημών και της τεχνολογίας, καθώς και αξιόλογη πολιτική ομαλότητα - μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865).
Χάρτης των ΗΠΑ κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο (1861 -1860), Μετά την εκλογή του Αβραάμ Λίνκολν επτά πολιτείες του Νότου αποχώρησαν από την Ένωση σχηματίζοντας τη Συνομοσπονδία (Confedaration) τον Φεβρουάριο του 1861. Αργότερα ενώθηκαν μαζί τους τέσσερις ακόμη νότιες πολιτείες. Οι πέντε βορειότερες δουλοκτητικές πολιτείες παρέμειναν στην Ένωση, αν και μέρος του πληθυσμού τους υποστήριζε τη Συνομοσπονδία.
Οι Άγγλοι φορολογούσαν βαριά τις αποικίες τους, γεγονός που προκαλούσε τη δυσφορία των κατοίκων, ιδιαίτερα των πλουσιότερων οι οποίοι ήθελαν να ξεφύγουν από την οικονομική κηδεμονία της Μεγάλης Βρετανίας.
Η δυσφορία για τα φορολογικά μέτρα αρχικά αλλά κυρίως για τον φόρο του τσαγιού που διατηρήθηκε για λόγους γοήτρου έπειτα τις πρώτες αντιδράσεις των αποίκων, οδήγησε τους Αμερικανούς όχι μόνο να σταματήσουν να αγοράζουν τσάι αλλά να καταστρέψουν και μεγάλα φορτίου τσαγιού, πετώντας τα στην θάλασσα, στο λιμάνι της Βοστόνης στις 16 Δεκεμβρίου 1773. Οι Άγγλοι αντέδρασαν στέλνοντας 4.000 στρατιώτες να καταλάβουν τη Βοστόνη.
Όταν Αγγλικές δυνάμεις στάλθηκαν για να πάρουν στρατιωτικό υλικό από την πόλη Κόνκορντ της Μασαχουσέτης στις 19 Απριλίου 1775, συνάντησαν αντίσταση από την πολιτοφυλακή της Μασαχουσέτης στο Λέξινγκτον και έπειτα στο Κόνκορντ. Οι Αμερικανοί κατάφεραν να σταματήσουν τους Άγγλους και να τους αναγκάσουν να γυρίσουν πίσω στη Βοστόνη έχοντας βαριές απώλειες. Η σύγκρουση είχε αρχίσει. Στη συνέχεια, όλες οι αποικίες συγκέντρωσαν τις πολιτοφυλακές τους και τις έστειλαν στη Βοστόνη.
Οι Αμερικανικές δυνάμεις περικύκλωσαν τη Βοστόνη από Βορρά, Νότο και Δύση, όμως άφησαν το λιμάνι υπό Αγγλικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να έρθουν ενισχύσεις και πολεμοφόδια. Ακολούθησαν πολλές μάχες μεταξύ του Ηπειρωτικού στρατού των επαναστατημένων αποικιών, του οποίου αρχιστράτηγος ορίστηκε ο Τζωρτζ Ουάσινγκτον, και των Αγγλικών δυνάμεων. Η πολιορκία έληξε στις 17 Μαρτίου 1776 με νίκη των αποικιακών δυνάμεων και εκκένωση της πόλης από τους Άγγλους.
Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, οι μισθωτοί εργάτες συνυπήρχαν στις αποικίες «με τους υπηρέτες με σύμβαση χρόνου («indenture servants»), τους μαθητευόμενους, τους οικιακούς εργάτες που πληρώνονταν συνήθως σε είδος, τους ναύτες που στρατολογούνταν βίαια στο Βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό και σε ορισμένες περιοχές τους επίμορτους καλλιεργητές». Οι υπηρέτες με σύμβαση χρόνου συγκροτούσαν «την πλειοψηφία της μη δουλικής εργατικής δύναμης» πριν την Αμερικανική Επανάσταση, «αποτελώντας το ήμισυ σχεδόν των μεταναστών που έφταναν στην Αμερική από την Αγγλία και την Σκωτία».
Τα διαθέσιμα στοιχεία, όπως αυτά που αφορούν τις αφίξεις Γερμανών μεταναστών στο λιμάνι της Φιλαδέλφειας μεταξύ 1772 και 1835, υποδεικνύουν μεγάλη μείωση της προσφυγής στο σύστημα της υπηρεσίας με σύμβαση χρόνου μετά το 1820. Το 1772, πάντως, το 56% των Γερμανών μεταναστών που έφταναν στην Αμερική μέσω Φιλαδέλφειας είχαν υπογράψει συμβόλαια «εθελούσιας δουλείας» με τα οποία εξοφλούσαν τις δαπάνες της μετάβασής τους στην Αμερική. Το ποσοστό αυτό, ήδη εξαιρετικά μεγάλο, περιορίστηκε στο 38% το 1785, για να ανέβει και πάλι στο 42% το 1815.
Ωστόσο, στη δεκαετία του 1820 ο θεσμός αυτός είχε ήδη περιέλθει σε μαρασμό, καθώς αντιπροσώπευε λιγότερο από το 10% των Γερμανών μεταναστών που έφταναν στις ΗΠΑ. Η πλειοψηφία του μη δουλικού πληθυσμού ήταν κτηματίες που καλλιεργούσαν τις γαίες τους με την εργασία της οικογένειας και με τη βοήθεια υπηρετών με σύμβαση χρόνου και δούλων. Στις αποικιακές πόλεις η μισθωτή εργασία ήταν διαδεδομένη και διευρυνόταν συνεχώς μετά το 1750. Αυτό οφειλόταν «στην πληθυσμιακή αύξηση, την περιορισμένη πρόσβαση σε αγροτικούς κλήρους και την ολοκλήρωση του χρόνου υποχρεωτικής εργασίας των υπηρετών».
Αξιοσημείωτη ήταν και η ανάπτυξη της αλιείας, ιδιαίτερα της φαλαινοθηρίας. Η μεγαλύτερη, πάντως, συγκέντρωση εργασίας κατά την προεπαναστατική περίοδο παρατηρούνταν στις μεγάλες φυτείες των Μέσων και Νότιων Πολιτειών. Εκτός από την παραγωγή καπνού, βαμβακιού και άλλων αγροτικών προϊόντων ευδοκιμούσαν σε αυτές μια σειρά από βιοτεχνικές δραστηριότητες: από την υφαντουργία και την υποδηματοποιία, μέχρι τους αλευρόμυλους και τα σιδηρουργεία για την κατασκευή αγροτικών εργαλείων.
Εάν εξαιρεθούν οι μεγάλες φυτείες, «τους περισσότερους ημι-ειδικευμένους εργάτες που εργάζονταν σε ειδικευμένες γραμμές παραγωγής υπό ένα εργοδότη συγκέντρωναν οι κλίβανοι και τα σιδηρουργεία». Το εργοστασιακό συγκρότημα που ίδρυσε ο Πέτερ Χάζενκλεβερ (Peter Hasenclever) το 1776 στο Νιού Τζέρσεϋ, στο οποίο δούλευαν 500 Γερμανοί εργάτες, περιλάμβανε έξι υψικαμίνους, επτά σιδηρουργεία, έναν σπαστήρα μεταλλεύματος, τρία πριονιστήρια και έναν αλευρόμυλο. Ενδεικτικό της ανάπτυξης της μεταλλουργίας στις Αποικίες είναι το γεγονός ότι το 1776 απ’ αυτές προερχόταν το 14% της παγκόσμιας παραγωγής ακατέργαστου σιδήρου.
Οι συμφωνίες για τη μη εισαγωγή Αγγλικών προϊόντων, με τις οποίες οι άποικοι αντέδρασαν στην αλλαγή του φορολογικού και τελωνειακού καθεστώτος της Αυτοκρατορίας, διευκόλυναν τη δεκαετία του 1760 την ίδρυση αρκετών βιομηχανικών και βιοτεχνικών μονάδων. Παρόλο που η ανώνυμη μετοχική επιχείρηση δεν αποτελούσε συνηθισμένη πρακτική για τη χρηματοδότηση της βιομηχανίας, οι μετοχικές εταιρείες στη δευτερογενή παραγωγή αυξήθηκαν στις δεκαετίες του 1760 και 1770.
Παρόλο που οι πραγματικοί μισθοί των εργατών στις Αποικίες ξεπερνούσαν κατά 30% ως 100% τους αντίστοιχους μισθούς των Άγγλων, οι συνθήκες εργασίας δεν ήταν ρόδινες. Η εποχιακή φύση της απασχόλησης, ιδιαίτερα στη Νέα Αγγλία, όπου οι ψαράδες, οι ναυτικοί, οι λιμενεργάτες και οι υπαίθριοι τεχνίτες αναγκάζονταν για ένα μεγάλο μέρος του χρόνου να διακόψουν της εργασίες τους, επέτεινε τα προβλήματα που δημιουργούσαν οι διακυμάνσεις στο εισαγωγικό εμπόριο.
Στις παραθαλάσσιες κοινότητες, στις οποίες διαβιούσε μεγάλος αριθμός χηρών και ορφανών που είχαν χάσει συζύγους και γονείς στη θάλασσα, εισέρρεαν εξαθλιωμένοι πρόσφυγες από τις συνοριακές εγκαταστάσεις κατά τη διάρκεια πολεμικών περιόδων. Στα μέσα του 18ου αιώνα τα κονδύλια που διετίθεντο για τους φτωχούς απορροφούσαν σε πόλεις όπως η Βοστόνη και η Νέα Υόρκη έως και το 1/3 των ετήσιων δημοτικών δαπανών. Στις παραμονές της Επανάστασης στη Φιλαδέλφεια, το «ποσοστό των φτωχών ήταν οκτώ φορές μεγαλύτερο από ότι πριν από είκοσι χρόνια και πτωχοκομεία κατασκευάζονταν και γέμιζαν όσο ποτέ πριν».
Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι φτωχοί αυτοί έποικοι έλπιζαν στη μελλοντική εγκατάστασή τους σε κάποιο αγροτεμάχιο στην ενδοχώρα, αυξάνοντας έτσι την πίεση που το ρεύμα αυτό δημιουργούσε στους ιθαγενείς πληθυσμούς. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τη Βρετανική κυβέρνηση να θέσει τις Ινδιάνικες υποθέσεις μετά τον Επταετή Πόλεμο υπό την άμεση επίβλεψή της ώστε οι άποικοι να περιοριστούν ανάμεσα στην ανατολική ακτογραμμή και τα Απαλάχια Όρη και η ειρήνη να διατηρηθεί στην ενδοχώρα.
Η ανάγκη ώστε η Βρετανική διοίκηση να παρέμβει στις Αμερικανικές υποθέσεις έγινε επιτακτικότερη όταν οι Βρετανοί αντιλήφθηκαν ότι οι άποικοι προσανατολίζονταν σε μια μορφή συνένωσης η οποία θα τους επέτρεπε, αφ’ ενός, να αμυνθούν αποτελεσματικότερα ενάντια στη Γαλλική διείσδυση στην ήπειρο και, αφ’ ετέρου, να αντιμετωπίσουν τους Ινδιάνους στη δυτική μεθόριο. Ο Τζων Άνταμς (1735 - 1826) θυμάται ότι το 1756 «ορισμένοι είχαν τη γνώμη ότι θα μπορούσαμε να υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας καλύτερα χωρίς την Αγγλία παρά με αυτήν, εάν μας επέτρεπε μόνο να ενωθούμε και να ασκήσουμε τη δύναμη, την τόλμη και την επιδεξιότητά μας».
Όταν οι αντιπρόσωποι από έντεκα Βρετανικές Αποικίες συναντήθηκαν το καλοκαίρι του 1755 στο Όλμπανι της Νέας Υόρκης για να συζητήσουν τα προβλήματα που δημιουργούσε ο ακήρυχτος ακόμη πόλεμος με τη Γαλλία, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος υπέβαλε ένα σχέδιο αποικιακής ενότητας, το οποίο έμεινε γνωστό ως «Σχέδιο του Ώλμπανυ για την Ένωση» («Albany Plan of Union», 1755). Σύμφωνα με αυτό, μια αποικιακή κυβέρνηση θα φρόντιζε για την «κοινή άμυνα και την επέκταση των Βρετανικών εγκαταστάσεων στη Βόρεια Αμερική» και θα ρύθμιζε τις Ινδιάνικες υποθέσεις.
Γεγονός που αποκάλυπτε την επιθυμία των αποίκων να επιληφθούν του ευαίσθητου αυτού ζητήματος ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις της Αυτοκρατορικής κυβέρνησης. Ο γενικός πρόεδρος της κυβέρνησης, που θα διοριζόταν από το Στέμμα και ένα αποικιακό κοινοβούλιο, μπορούσε «να κηρύσσει πόλεμο ή ειρήνη με τα Ινδιάνικα έθνη», να ρυθμίζει το εμπόριο και «όλες τις αγορές Ινδιάνικων γαιών που δεν βρίσκονταν στα όρια των επιμέρους αποικιών», και να μεριμνά για τις «νέες εγκαταστάσεις μέχρις ότου το Στέμμα κρίνει σκόπιμο να τις διαμορφώσει σε επιμέρους κυβερνήσεις».
Μετά τον πόλεμο του 1812 το ομοσπονδιακό κόμμα έσβησε αφήνοντας μία "περίοδο καλών συναισθημάτων" στην οποία μόνο ένα κόμμα ήταν σημαντικό,υπό τον πρόεδρο Τζέιμς Μάντισον και Τζέιμς Μονρόε.Υπό τον Μονρόε η τακτική των ΗΠΑ στην Βόρεια Αμερική ήταν το δόγμα του Μονρόε το οποίο υποστήριζε ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να σταματήσει να ελέγχει τις ΗΠΑ και άλλα ανεξάρτητα κράτη στην αμερικανική ήπειρο.Αυτή την περίοδο το Κογκρέσο απαίτησε κάτι αποκαλούμενο "το αμερικανικό σύστημα".Το αμερικανικό σύστημα σήμαινε δαπάνη χρημάτων σε τραπεζικά μεταφορικά και επικοινωνιακά θέματα. Οι πόλεις οικοδομούνταν σε πυρετώδη ρυθμό. Μέχρι το 1840 σιδηρόδρομοι και κανάλια είχαν κατασκευαστεί.Μέχρι το 1860 χιλιάδες μίλια σιδηρόδρομων είχαν κατασκευαστεί κυρίως στα βορειοανατολικά.
Στις αρχές του 19ου αιώνα η βιομηχανική επανάσταση έφτασε στην Αμερική.Πολλά εργοστάσια κτίστηκαν σε πόλεις όπως το Λόουελ στη Μασαχουσέτη.Τα περισσότερα έφτιαχναν ρούχα.Πολλοί εργάτες εργοστασίων ήταν γυναίκες και μερικοί ήταν παιδιά από την Γερμανία και την Ιρλανδία.Παρά την εκβιομηχάνιση αυτή οι ΗΠΑ παρέμεναν ένα αγροτικό κράτος.
Αυτή την περίοδο υπήρχε ένα θρησκευτικό κίνημα γνωστό ως Δεύτερη Μεγάλη Αφύπνιση. Ξεκίνησε στην Νέα Υόρκη και αργότερα επεκτάθηκε στην Νέα Αγγλία.Κατά την διάρκεια της δεύτερης μεγάλης αφύπνισης πολύ κόσμος μαζεύτηκε σε μεγάλες θρησκευτικές συγκεντρώσεις γνωστές ως αναγεννήσεις.Οι εκπρόσωποι της ΔΜΑ πίστευαν ότι θα μπορούσαν να φέρουν μία χρυσή εποχή στις ΗΠΑ μέσω της θρησκείας.Νέα θρησκευτικά κινήματα όπως οι Μορμόνοι και ο Μεθοδισμός γεννήθηκαν.
Τον 19ο αιώνα οι περισσότερες παντρεμένες γυναίκες έμεναν στα σπίτια και ανέτρεφαν τα παιδιά.Όπως και σε άλλες χώρες έτσι και στις ΗΠΑ οι γυναίκες ήταν υποχείρια του ανδρός.Οι γυναίκες που δεν παντρευόταν είχαν ελάχιστε επαγγελματικές ευκαιρίες και κυρίως σε εργοστάσια παρασκευής ρούχων.Έτσι σε γυναίκες όπως η Λουκριτία Μοττ αναπτύχθηκε η ιδέα ότι οι γυναίκες έπρεπε να αποκτήσουν περισσότερα δικαιώματα.Το 1848 πολλές από αυτές τις γυναίκες συναντήθηκαν και αποφάσισαν να πολεμήσουν για την απόκτηση δικαιωμάτων όπως το δικαίωμα ψήφου.Πολλές γυναίκες που είχαν εμπλακεί σε κινήματα απόκτησης δικαιωμάτων είχαν επίσης εμπλακεί σε κινήματα κατά της σκλαβιάς.
Το 1828 ο Άντριου Τζάκσον εκλέχθηκε πρόεδρος.Ήταν ο πρώτος πρόεδρος που εκλέχθηκε από το Δημοκρατικό Κόμμα (ΗΠΑ).Άλλαξε την κυβέρνηση με πολλούς τρόπους.Επειδή οι ψηφοφόροι του ήταν κυρίως φτωχοί άνθρωποι τους αντάμειψε με κυβερνητικές θέσεις.Ένα άλλο κόμμα σχηματίστηκε για να αγωνιστεί εναντίον του.Αυτό ονομάστηκε διπλοκομματικό πολιτικό σύστημα.Ο Τζάκσον ήταν κατά της εθνικής τράπεζας.Την έβλεπε ως σύμβολο των πλούσιων Αμερικάνων επιχειρηματιών.Ο Τζάκσον επίσης επέβαλε έναν υψηλό φόρο εισαγωγών που δυσαρέστησε τον Νότο.Το αποκαλούσαν "Ταρίφα της απέχθειας".Ο αντιπρόεδρος του Τζάκσον ήταν από τον Νότο.Έγραψε ότι ο νότος θα έπρεπε να σταματήσει την ταρίφα και πιθανόν να αποχωρήσει από την Ένωση.
Οι άνθρωποι κινήθηκαν δυτικά από τον ποταμό Μισισιπή και από τα Βραχώδη Όρη.Οι πρώτοι άνθρωποι που μετακινήθηκαν δυτικά ήταν εκείνοι που πουλούσαν δέρμα ζώων.Μέχρι το 1840 πολλοί άνθρωποι μετακινούνταν στο Όρεγκον με βαγόνια και ακόμα περισσότεροι πήγαν στα δυτικά μετά τον πυρετό χρυσού της Καλιφόρνια το 1849.Πολλές νέες πολιτείες προστέθηκαν στις αρχικές δεκατρείς.Αυτή την περίοδο πολλοί ιθαγενείς Αμερικάνοι έχασαν την γη τους.Το 1830 οι Ινδιάνοι εκδιώχθηκαν από την κεντρική χώρα και μέχρι το 1840 οι περισσότεροι είχαν μετακινηθεί δυτικά του ποταμού Μισισιπή.
Το 1845 το Τέξας που ήταν κράτος αφού αποχώρησε από το Μεξικό εισχώρησε στις ΗΠΑ.Το Μεξικό διαφώνησε και οι Αμερικάνοι ήθελαν εδάφη του στις δυτικές ακτές.Έτσι ξέσπασε ένας πόλεμος γνωστός ως Αμερικανομεξικανικός πόλεμος.Κατά την διάρκεια του πολέμου οι ΗΠΑ κατέλαβαν πόλεις όπως το Σαν Φρανσίσκο,το Λος Άντζελες,το Βερακρούς, το Μοντερρέι και την Πόλη του Μεξικού.Ως αποτέλεσμα του πολέμου οι ΗΠΑ κατέλαβαν εδάφη στην Καλιφόρνια.Σε πολλούς ανθρώπους στον βορρά δεν άρεσε η έκβαση του πολέμου καθώς θεωρούσαν ότι ωφελούσε τις Νότιες Πολιτείες.
Το 1840 και το 1850 ξεκίνησε μία αντιπάθεια μεταξύ των κατοίκων των βόριων και των νότιων πολιτειών σχετικά με θέματα της σκλαβιάς και της εξουσίας της κεντρικής κυβέρνησης.Οι άνθρωποι στην κυβέρνηση προσπάθησαν να συνάψουν συμφωνίες για να αποτρέψουν τον πόλεμο.Τέτοια ήταν ο συμβιβασμός του 1850 αλλά όλες απέτυχαν.Οι νότιοι εκνευρίστηκαν με τον βορρά σε σημεία όπως η έκδοση του βιβλίου Η Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά που έλεγαν ότι η σκλαβιά είναι λάθος.Οι βόρειοι εκνευρίστηκαν με αποφάσεις του ανωτάτου δικαστηρίου όπως στην υπόθεση Ντρεντ Σκοττ όπου ο Σκοττ παρέμεινε σκλάβος.Βόρειοι και νότιοι ξεκίνησαν να αλληλοσκοτώνονται για θέματα που αφορούν την σκλαβιά στο Κάνσας.
Η συνύπαρξη πλούσιων φυσικών πόρων, άφθονων εργατικών χεριών, σχετικά υψηλού μορφωτικού επιπέδου, σταθερότητας και ριψοκίνδυνης επιχειρηματικής νοοτροπίας έφερε ραγδαία ανάπτυξη, ιδίως στις βόρειες πολιτείες. Έκφραση της οικονομικής ανάπτυξης υπήρξε και η επέκταση στα δυτικά. Άλλοτε με εξαγορά εδαφών κι άλλοτε με προσάρτησή τους ύστερα από συγκρούσεις με τους ντόπιους, οι ΗΠΑ κατάφεραν, στα μέσα του 19ου αιώνα, να εκτείνονται από τον Ατλαντικό έως τον Ειρηνικό ωκεανό.
Οι τεράστιες αυτές εκτάσεις ήταν σχεδόν έρημες, προσφέρονταν, ωστόσο, για εκμετάλλευση. Η οικονομία των ΗΠΑ, ειδικά στην περίοδο 1815-1850, χαρακτηρίστηκε από ένα συνεχές ρεύμα αποίκων, κυρίως Ευρωπαίων, που εγκατέλειπαν μια δύστυχη και οικονομικά τυραννημένη από τους πολέμους ήπειρο, για να κατοικήσουν μια νέα γη που η αφθονία του χώρου και η ευκαιρία για πλούτο ήταν για αυτούς πρωτόγνωρες. Οι περιοχές που υπάγονταν στις γνωστές τότε ΗΠΑ κάλυπταν σχεδόν τη μισή μόνο από την σημερινή τους έκταση, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τους αποίκους να απλωθούν και αλλού. Έφτασαν μάλιστα να εγκατασταθούν και σε περιοχές που ανήκαν σε άλλη επικράτεια, όπως στην Καλιφόρνια και στο Τέξας, που ανήκαν αρχικά στο Μεξικό.
Η οικονομική ανάπτυξη όμως που ακολούθησε ήταν πολύ διαφορετική μεταξύ Νότου και Βορρά. Ο Νότος, λόγω κλίματος, ευνόησε τις μεγάλες φυτείες και από αυτές ειδικά το βαμβάκι που εξελίχτηκε σαν η πρώτη ύλη ένδυσης για την εποχή. Πέρα από το γεγονός πως αποτελούσε τον εφοδιαστή όλης της Βόρειας Αμερικής, ο Νότος εξήγαγε ήδη στην Ευρώπη μαζικά, μετατρέποντας αρκετούς πρώην αποίκους σε πλούσιους γαιοκτήμονες. Η εργασία σε τόσο μεγάλες εκτάσεις παρέμενε χειρωνακτική και οι νέγροι δούλοι που υπήρχαν ήδη από τον καιρό της αγγλοκρατίας κατάντησε το κυριότερο εργαλείο της. Η τρομερά γρήγορη ανάπτυξη αυτής της οικονομίας απαίτησε μοιραία και τη συνεχή αύξηση της δουλείας, οπότε ο Νότος έφτασε στο σημείο να κατοικείται κατά 20-30% από δούλους, κάτω από μια απειλητική ανοδική τάση που προμήνυε ότι στο μέλλον θα μπορούσε να εξελιχθεί σε περιοχή με πολύ αραιό λευκό πληθυσμό. Αν και όλοι οι άποικοι στον Νότο δεν είχαν τα μέσα να έχουν δούλους, εντούτοις από το βαμβάκι εξαρτιόταν ήδη και κάθε άλλο είδος της εγχώριας οικονομίας. Έμμεσο αποτέλεσμα αυτού του ξέφρενου νεοπλουτισμού ήταν η παντελής παραμέληση της βιομηχανίας, επειδή το βαμβάκι μπορούσε άνετα να αγοράσει τα προϊόντα της με εισαγωγές από τον Βορρά, αλλά και κατευθείαν από την Ευρώπη.
Στον Βορρά υπήρχαν επίσης νέγροι δούλοι. Όμως το εκεί κλίμα και η εξέλιξη της οικονομίας αναπτύχθηκε γύρω από την βιοτεχνία και βιομηχανία, της οποίας η εργατική μάζα προήλθε από τους φτωχούς αποίκους που συνέρρεαν συνεχώς, κυρίως από την Ιρλανδία, που αντιμετώπιζε περίοδο μεγάλης πείνας και τις επιπτώσεις της βρετανικής κατοχής.
Η τάξη των Ιρλανδών και λοιπών αποίκων παρουσίαζε ένα εξαιρετικά εκμεταλλεύσιμο ανθρώπινο υλικό που εργαζόταν κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες διαβίωσης και αμοιβής, γεγονός που, παρ'όλα αυτά, δεν ευνόησε την αύξηση των δούλων. Μερικοί έλεγαν ότι τόσο ο Βορράς, όσο και ο Νότος αναπτύχθηκαν χάρη σε δούλους, οι μεν με λευκούς και οι δε άλλοι με μαύρους. Αλλά το πλέον διαφορετικό στοιχείο ήταν ότι αυτή η κατηγορία των λευκών δούλων θα μπορούσαν να αποκτήσουν πολιτικά δικαιώματα και οι απόγονοί τους θα γίνονταν πολίτες των ΗΠΑ. Έτσι, σε λίγα χρόνια, ο Βορράς ήταν μια πυκνοκατοικημένη βιομηχανική λευκή περιοχή που γρήγορα κατάλαβε ότι τα οικονομικά της συμφέροντα συγκρούονταν με εκείνα του Νότου. Η δουλεία, δηλαδή η άνευ αποδοχών εργασία, ήταν αφενός εντελώς απεχθής στους «λευκούς δούλους» και απειλητική για το μέλλον τους, αφετέρου τα προϊόντα της βιομηχανίας του Βορρά έβρισκαν ισχυρό ανταγωνισμό από τις εισαγωγές του Νότου από την Ευρώπη. Aντίθετα, τα γεωργικά προϊόντα του Νότου ήταν εντελώς αναγκαία για την επιβίωση του Βορρά.
Τελικά ο Νότος είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να καθορίζει την οικονομία των ΗΠΑ, ενώ ο Βορράς, που βρισκόταν σε περίοδο κρίσιμης ανάπτυξης, ζητούσε να επιβάλει η κεντρική κυβέρνηση φόρους εισαγωγών, που τελικά θα πλήρωνε κυρίως ο Νότος. Aπό την άλλη, ο Βορράς απαιτούσε αναδιανομή του εθνικού πλούτου προς τις πιο πυκνοκατοικημένες του περιοχές, που ήταν τελικά οι Βόρειες Πολιτείες.
Το επικίνδυνο για τον Νότο ήταν ότι η κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον ψηφίζονταν από την πλειοψηφία των πολιτών, συνεπώς ο Βορράς μέσω της αριθμητικής του δύναμης θα μπορούσε μελλοντικά να επιβάλει στον Νότο τη θέλησή του. Υπήρχαν δε ήδη συζητήσεις, προ 30ετίας, για να δοθεί συνταγματικά στον πρόεδρο η εξουσιοδότηση να ρυθμίζει αυτός σε παμπολιτειακό επίπεδο την εθνική οικονομία.
Γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, οι σχέσεις μεταξύ βόρειων και νότιων πολιτειών οξύνθηκαν. Στο νότο, οι μεγάλοι γαιοκτήμονες διατηρούσαν φυτείες στις οποίες εργάζονταν μαύροι δούλοι. Στο βορρά, οι αστοί θεωρούσαν ότι η δουλεία εμπόδιζε τη βιομηχανική ανάπτυξη (οι δούλοι δεν είχαν, στην πραγματικότητα, εισόδημα και έτσι δεν μπορούσαν να αγοράζουν βιομηχανικά προϊόντα), ήταν ηθικά απαράδεκτη και έπρεπε να καταργηθεί.
Μετά την εκλογή του Αβραάμ Λίνκολν ως προέδρου των ΗΠΑ (1860), οι νότιες πολιτείες αποσχίστηκαν και συγκρότησαν νέο κράτος. Η κρίση οδηγήθηκε σε σκληρό εμφύλιο πόλεμο (πόλεμος Βορείων-Νοτίων) που έληξε με νίκη των Βορείων (1865), αφήνοντας πίσω του πάνω από 600.000 νεκρούς. Η ενότητα των ΗΠΑ αποκαταστάθηκε και θεσμοθετήθηκε η κατάργηση της δουλείας, αν και χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να γίνουν ουσιαστικά βήματα για την εφαρμογή αυτής της απόφασης.
Ο Αβραάμ Λίνκολν γεννήθηκε το 1809 στο Κεντάκι και ήταν γιος ενός φτωχού αγρότη. Έχασε τη μητέρα του νωρίς και από μικρός δουλεύει κοντά στον πατέρα του, μην πηγαίνοντας σχολείο παρά μόνο για έξι μήνες. Ο πατέρας του ξαναπαντρεύεται και η καινούρια του γυναίκα αγαπά τον Αβραάμ και τον παρακινεί να διαβάζει και να μορφώνεται. Ο Λίνκολν κάνει διάφορες δουλειές για να επιβιώσει-από εθελοντής στο στρατό μέχρι υπάλληλος σε εμπορικό- ενώ παράλληλα μελετά νομικά ενώ το 1836 αποκτά την άδεια επαγγέλματος και εξασκεί τη δικηγορία στην πολιτεία του Ιλλινόις.
Εκεί αρχίζει να ασχολείται με τα κοινά, εκλέγεται τοπικός βουλευτής και αργότερα ομοσπονδιακός βουλευτής στο Κονγκρέσο με το κόμμα των Ουίγων (Whigs). Μια από τις πρώτες του ενέργειες στο Κογκρέσο ήταν να ταχθεί ανοιχτά υπέρ της κατάργησης της δουλείας. Το 1854 το κόμμα των Ουίγων (Whigs) διασπάται με αφορμή το αίτημα η κάθε πολιτεία να μπορεί να επιτρέψει τη δουλεία και ο ίδιος συμμετέχει ενεργά στην ίδρυση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Στην εκλογική αναμέτρηση για την έδρα της Πολιτείας του Ιλλινόις στη Γερουσία το 1858 κερδίζει ο αντίπαλός του των Δημοκρατικών Στίβεν Ντάγκλας, αλλά ο ίδιος βγάζοντας εμπνευσμένους λόγους για τη δουλεία όπως «σπίτι διχασμένο δεν μπορεί να επιβιώσει» ή «εκείνοι που αρνούνται την ελευθερία στους άλλους δεν τη δικαιούνται οι ίδιοι» γίνεται γνωστός σε πανεθνική κλίμακα και μια ομάδα επιχειρηματιών αποφασίζει να τον στηρίξει για την προεδρία του κόμματος. Στο συνέδριο, με αντιπάλους πλούσιους γαιοκτήμονες, θριαμβεύει και στις εκλογές της 6ης Νοεμβρίου εκλέγεται ο 16ος Πρόεδρος των ΗΠΑ, δίχως όμως να ψηφιστεί από έστω και μια, νότια πολιτεία.
Την ίδια εποχή και με πρόταγμα τη διατήρηση της δουλειάς οι νότιες πολιτείες απειλούν με απόσχιση από την ένωση, σχηματίζουν δική τους κυβέρνηση με πρωτεύουσα το Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια και ο Λίνκολν αφού δεν καταφέρνει να βρει συμβιβαστική λύση, αντιμετωπίζει την κατάσταση δυναμικά με πόλεμο. Δεν παίρνει έγκριση από τον Κογκρέσο για καμιά πολιτική ή στρατιωτική πρωτοβουλία, ανοίγει τα δημόσια ταμεία για να τον χρηματοδοτήσει τυπώνοντας χρήμα χωρίς καμία λογοδοσία στις τράπεζες, χάνει μάχες κατηγορώντας τους στρατηγούς για ανικανότητα, αλλά όταν ο ίδιος επιλέγει τον στρατηγό Γιουλίσες Γκραντ, η κατάσταση αντιστρέφεται. Το 1863 υπογράφει το διάταγμα για τη χειραφέτηση των μαύρων το οποίο δύο χρόνια αργότερα θα ενσωματωθεί στο αμερικανικό σύνταγμα ως 13η τροπολογία. «Ούτε δουλεία, ούτε μη εθελοντικός καταναγκασμός, εκτός εάν πρόκειται για ποινή για έγκλημα για το οποίο ο ενδιαφερόμενος θα έχει καταδικασθεί νόμιμα, δεν θα υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες ή σε οποιαδήποτε περιοχή υπό τον έλεγχο τους».
To 1864 διακινδυνεύει επανεκλογή, με τον εμφύλιο να εξακολουθεί αλλά με τους Βόρειους χάρη στον Γκραντ να κερδίζουν τις μάχες, με μια σκληρή εσωτερική αντιπολίτευση που φοβόταν μήπως η κατάργηση της δουλείας χαλάσει τη σχέση της με την Εκκλησία και με τους τραπεζίτες να προβλέπουν οικονομική κατάρρευση μιας και οι πλούσιοι μεγαλογαιοκτήμονες του Νότου θα έχαναν τις περιουσίες τους που δημιούργησαν οι ελεύθεροι πια σκλάβοι. Επανεκλέγεται με ποσοστό 55%. Ακόμη και ο Μαρξ, ως εκπρόσωπος της A’ Διεθνούς, στέλνει συγχαρητήρια επιστολή στον Λίνκολν, με το σκεπτικό ότι η επικράτηση του Βορρά θα σήμαινε εν δυνάμει καλύτερες προϋποθέσεις για τη χειραφέτηση του συνόλου της εργατικής τάξης της Αμερικής, ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματός τους.
Η δεύτερη θητεία του Λίνκολν θα διαρκέσει μόλις λίγες ημέρες μετά την ορκωμοσία του. Στις 14 Απριλίου και ενώ παρακολουθεί μια παράσταση στο θεωρείο του θέατρου Φόρντ στην Ουάσιγκτον δολοφονείται από έναν σκληρό Νότιο, τον ηθοποιό Τζον Μπουθ, ο οποίος φωνάζει μετά τον πυροβολισμό «sic semper tyrranis!» (έτσι πάντα στους τυρράνους). Ο Λίνκολν εκπνέει λίγες ώρες μετά δίχως να έχει τη χαρά να δει το τέλος του αμερικανικού εμφυλίου ο οποίος κόστισε 600000 νεκρούς στα πεδία των μαχών, 500000 στον γενικό πληθυσμό και το 40% της οικονομίας να έχει καταστραφεί.
Η προεδρία του Λίνκολν είναι ίσως η πιο δραματική στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, αφού ο αμερικανικός εμφύλιος είναι ο πιο αιματηρός που έζησε ποτέ. Η κατάργηση της δουλείας που διακήρυττε και κατόρθωσε ο Λίνκολν, αν και δεν προερχόταναπό την ηθική και ανθρώπινη πλευρά αλλά από την οικονομική υποστηρίζοντας ότι ένας ελεύθερος μαύρος αποδίδει διπλάσια από έναν σκλάβο μαύρο και δίχως να τους βλέπει ίσους με τους λευκούς αλλά υπό τη θέαση ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται με αναφαίρετα δικαιώματα, εξαιτίας της επιμονής του απελευθερώθηκαν 3,5 εκατομμύρια Αφροαμερικανοί.
Το κίνητρό του για τον πόλεμο δεν ήταν η απελευθέρωση των σκλάβων αλλά η συντριβή της ανταρσίας του Νότου, βλέποντας ότι θα οδηγούσε σε διάλυση του αμερικάνικου κράτους. Ο βιομηχανικός Βορράς που ήταν σε περίοδο ανάπτυξης, αφενός έβλεπε το Νότο να τον ανταγωνίζεται στις εξαγωγές των προϊόντων στο εξωτερικό, και αφετέρου η άνευ αποδοχών εργασία ήταν εντελώς απεχθής στους λευκούς σκλάβους του Βορρά- κυρίως Ιρλανδούς με χαμηλά μεροκάματα και σε άθλιες συνθήκες εργασίας, μα με το δικαίωμα να είναι πολίτες των ΗΠΑ. Ο ίδιος ο Λίνκολν θεωρείται ο πρόεδρος που διατήρησε τις ΗΠΑ και επέβαλε μια ισχυρή προεδρική θέση στην ομοσπονδιακή χώρα που σήμερα δρα ως ενιαίο κράτος, νεοφιλελεύθερο, καπιταλιστικό και επεμβατικό περισσότερο από όσο το θέλησαν οι ιδρυτές του το 1776.
Μετά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο άρχισε και η συστηματική διείσδυση των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική με τη μορφή, αρχικά, επένδυσης κεφαλαίων. Παράλληλα, οι ΗΠΑ φρόντιζαν να ελέγχουν και τα πολιτικά καθεστώτα της περιοχής διασφαλίζοντας τις επενδύσεις τους. Έτσι, στις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου πολέμου (1914) οι ΗΠΑ είχαν τον οικονομικό έλεγχο ολόκληρης της αμερικανικής ηπείρου.
Στα χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο οι ΗΠΑ σημείωσαν τους υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης στον κόσμο. Κορμός της αμερικανικής οικονομίας υπήρξε η βιομηχανία, που επεκτάθηκε αυτή την εποχή και στον αγροτικό, έως τότε, νότο. Η άφιξη νέων μεταναστών και η ανάπτυξη του σιδηροδρόμου υπήρξαν, επίσης, γεγονότα καταλυτικά. Παράλληλα, την ίδια εποχή άρχισε και ο εποικισμός της αμερικανικής ενδοχώρας, η γνωστή «κατάκτηση της Δύσης», που συνοδεύτηκε από τον αφανισμό των ντόπιων Ινδιάνων. Στα τέλη του 19ου αιώνα οι ΗΠΑ ανταγωνίζονταν τις οικονομικά αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Στην Αμερική, τόσο στη Βόρεια όσο και στη Νότια, τα εθνικά κράτη που προέκυψαν από τις πρώην αποικίες της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας φαίνονταν να είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων τους στην Ευρώπη. Γενικά, ο Νέος Κόσμος ήταν -ή, σωστότερα, φαινόταν να είναι- προέκταση του κόσμου της γηραιάς ηπείρου, από την άποψη των θεσμών, των αρχών και των αξιών που εισήχθησαν για τη συγκρότηση των νέων χωρών. Ωστόσο, η ελευθερία, οι αντιπροσωπευτικοί και συνταγματικοί θεσμοί και η κοσμική εξουσία, στη βάση των οποίων οικοδομήθηκαν οι νέες πολιτείες, εφαρμόστηκαν σε νέο περιβάλλον και για τον λόγο αυτόν οι πολιτείες που προέκυψαν ήταν διαφορετικές από τις πρωτότυπες.
Το «Άγαλμα της Ελευθερίας» στη Νέα Υόρκη, με αρχική ονομασία «Η Ελευθερία που φωτίζει τον κόσμο», απεικονίζει μία γυναικεία μορφή η οποία έχει σπάσει τα δεσμά της τυραννίας. Στο δεξιό της χέρι κρατά έναν αναμμένο πυρσό, σύμβολο της ελευθερίας, ενώ στο αριστερό μία πλάκα με την επιγραφή 4 Ιουλίου 1776, με ρωμαϊκούς αριθμούς, ημέρα ανακήρυξης της αμερικανικής ανεξαρτησίας. Το αγκαθωτό στέμμα της, απεικόνιση του ήλιου, έχει επτά ακτίνες, που συμβολίζουν τις επτά θάλασσες. Το άγαλμα, που σχεδιάστηκε από τον Γάλλο γλύπτη Frederic-Auguste Bartholdi, δόθηκε ως δώρο της γαλλικής κυβέρνησης για τα 100 χρόνια της αμερικανικής ανεξαρτησίας.
Στις ΗΠΑ το δημοκρατικό πολίτευμα στηρίχτηκε σε ένα Σύνταγμα κατά βάση συντηρητικό, το οποίο αναθεωρήθηκε πολλές φορές, χωρίς να αλλοιωθεί η αρχική πρόβλεψη του διαχωρισμού των τριών κλάδων της εξουσίας και του μεταξύ τους ελέγχου. Μέσω των πολλαπλών ελέγχων και ισορροπιών, τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε επαρχιακό επίπεδο, το Σύνταγμα της υπερατλαντικής χώρας εξασφάλισε στην αμερικανική κοινωνία, η οποία υπήρξε μία από τις πιο φιλελεύθερες κοινωνίες των νεότερων χρόνων, εντυπωσιακή ευημερία, πρόοδο του πολιτισμού, των επιστημών και της τεχνολογίας, καθώς και αξιόλογη πολιτική ομαλότητα - μετά από τον Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865).
Ο Εμφύλιος Πόλεμος στις ΗΠΑ δοκίμασε τους θεσμούς, τις αρχές και τις αξίες στις οποίες στηρίχτηκε η μεγάλη υπερατλαντική χώρα, καθώς και την ίδια την υπόστασή της. Ο πόλεμος προκλήθηκε από την άρνηση των νότιων πολιτειών της χώρας να καταργήσουν τη δουλεία και ιδίως από τη μετέπειτα απόσχισή τους από την ομοσπονδία και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους. Ο σκληρός πόλεμος ανάμεσα στον βιομηχανικό Βορρά και τον αγροτικό Νότο διεξήχθη με πρόεδρο τον Αβραάμ Λίνκολν, του οποίου πρωταρχικός στόχος υπήρξε η διάσωση της ομοσπονδιακής ένωσης των πολιτειών με οποιοδήποτε τίμημα. Ο Εμφύλιος Πόλεμος κόστισε στη χώρα 720.000 θύματα, πολλά από τα οποία προκάλεσαν ο κίτρινος πυρετός και η δυσεντερία.
Οι Νότιοι ηττήθηκαν, κυρίως επειδή δε διέθεταν τη βιομηχανική και γενικώς την οικονομική ισχύ των Βορείων, αλλά και επειδή πολεμούσαν για μια υπόθεση, τη διατήρηση της δουλείας, η οποία είχε προ πολλού καταργηθεί στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Τους Νοτίους δεν ευνοούσε ακόμη η εμμονή στις αρχές και τις αξίες μιας παρωχημένης κοινωνικής οργάνωσης, η οποία στηριζόταν σε μια γαιοκτητική αριστοκρατία που δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τους αστούς του Βορρά στην εκβιομηχάνιση της παραγωγής και στην εν γένει οικονομική ανάπτυξη. Ο Εμφύλιος Πόλεμος μάλιστα αποτέλεσε την αφετηρία της ραγδαίας βιομηχανικής και οικονομικής ανάπτυξης στον αμερικανικό Βορρά.
Μετά από τον πόλεμο η οικονομία των ΗΠΑ αναπτύχθηκε με ρυθμούς χωρίς προηγούμενο στην ιστορία του κόσμου. Τρεις ήταν οι κυριότεροι λόγοι για την ανάπτυξη αυτή- η χώρα διέθετε: α) ανεξάντλητο πλούτο πρώτων υλών, β) εντυπωσιακή αύξηση του πληθυσμού (στη δεκαετία του 1870 έφθαναν στην υπερατλαντική δημοκρατία 2.000 περίπου μετανάστες την ημέρα!) και γ) ένα σταθερό δημοκρατικό πολίτευμα, το οποίο μάλιστα δεν παρακώλυε την επιχειρηματική δραστηριότητα και εν γένει την οικονομική ανάπτυξη.
Στις αρχές του 1870 οι ΗΠΑ διέθεταν το πιο εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο και ένα εργοστασιακό σύστημα με τη μεγαλύτερη ιπποδύναμη στον κόσμο, ενώ τα εργοστάσια της χώρας παρήγαν τα περισσότερα ρολόγια, τουφέκια, ραπτομηχανές και άλλα είδη ευρείας χρήσης. Στον γεωργοκτηνοτροφικό τομέα η χώρα παρήγε τις μεγαλύτερες ποσότητες δημητριακών, βαμβακιού και κρέατος. Ποτέ πριν δεν είχαν συγκεντρωθεί σε μια χώρα τόσος πλούτος και τέτοιες παραγωγικές δυνατότητες, όπως στις ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ γιόρτασαν την εκατοστή επέτειο της ίδρυσης τους, το 1876, με μια μεγαλειώδη διεθνή έκθεση στη Φιλαδέλφεια, στην οποία προέβαλαν την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο της χώρας. Εκεί παρουσιάστηκε από τον εφευρέτη, τον Γκράχαμ Μπελ, ένα νέο τεχνολογικό επίτευγμα, το τηλέφωνο, που έμελλε να αλλάξει τον κόσμο όσο ίσως κανένα άλλο επίτευγμα. Εκεί πρωτοπαρουσιάστηκε επίσης η γραφομηχανή και το κονσερβοποιημένο συμπυκνωμένο γάλα.
Στην εμπορική έκθεση της Φιλαδέλφειας η νέα χώρα φανέρωσε τις προοπτικές και τα πεδία στα οποία έμελλε να αναπτυχθεί και να αναδειχθεί στα επόμενα πενήντα χρόνια σε μεγάλη παγκόσμια δύναμη. Με κινητήριες δυνάμεις έναν ισχυρό ατομισμό, πίστη στην ελευθερία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, αφοσίωση στις αρχές και τις αξίες τις οποίες κληρονόμησαν από τους Βρετανούς πολιτικούς στοχαστές, ιδίως από τον Τζον Λοκ, αποδοχή των νόμων της ελεύθερης και ακηδεμόνευτης αγοράς, οι πρώην Βρετανοί έποικοι και στη συνέχεια Αμερικανοί διαμόρφωσαν μια δυναμική και δημοκρατική πολιτεία, που έμελλε να σπεύσει δύο φορές κατά τον 20ό αιώνα, για να σώσει τη σπαρασσόμενη Ευρώπη σε δύο παγκόσμιους πολέμους - δύο πολέμους που τερμάτισαν την ηγεμονία της γηραιάς ηπείρου και μετέφεραν ισχύ από την Ευρώπη στην υπερατλαντική προέκτασή της.
Οι άλλες χώρες της αμερικανικής ηπείρου δεν ακολούθησαν τις ΗΠΑ στους τομείς της οικονομικής και τεχνολογικής ανάπτυξης και στον τομέα της ανάπτυξης των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Με ανάλογο πλούτο πρώτων υλών, αλλά χωρίς τη σύνθεση του πληθυσμού και κυρίως χωρίς τους θεσμούς των ΗΠΑ, οι χώρες της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής δεν αναπτύχθηκαν αναλόγως και παρουσίασαν σοβαρές υστερήσεις. Σύντομα οι χώρες αυτές περιήλθαν, όπως άλλωστε και πολλές άλλες υπανάπτυκτες χώρες του κόσμου, σε ένα καθεστώς οικονομικής κηδεμονίας που ήλεγχαν οι ΗΠΑ και οι οικονομικά ισχυρές χώρες της Ευρώπης, ιδίως η Βρετανία και η Γερμανία, οι οποίες προοδευτικά εκτόπισαν ολοσχερώς τις παλαιές αποικιοκρατικές δυνάμεις, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ήταν η εποχή της νέας αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού*, όπως ονομάστηκε. Στην ενότητα "Ιστορία των χωρών της Λατινικής Αμερικής" θα βρείτε όλες τις λεπτομέρειες.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
Κατά την περίοδο 1607 - 1732 δημιουργήθηκαν στα ανατολικά παράλια της Βορείου Αμερικής 13 αποικίες υπό Αγγλικό έλεγχο. Οι άποικοι ήταν κυρ...






































































Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου