Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΠΩΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕ Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ (ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ) ΧΩΡΟ

Όλο και περισσότερο γίνεται λόγος στις ανθρωπιστικές επιστήμες για τη σημασία της γεωγραφίας και των χαρτών. Παλιά, δεν νοείτο ταξίδι δίχως χάρτη, ούτε καν κυνήγι θησαυρού, τα παιδιά ενθουσιάζονται να σχεδιάζουν χάρτες, χάρτες εμφανίζονται στα λογοτεχνικά βιβλία τους αποτελώντας αναπόσπαστο στοιχείο τους: προσανατολίζουν στον χώρο και βοηθούν τους ήρωες να χαράξουν διαδρομές και να υπερπηδήσουν τα φυσικά εμπόδια που θα συναντήσουν στον δρόμο τους, και τους αναγνώστες να αντιληφθούν το μέγεθος των δοκιμασιών που θα αντιμετωπίσουν οι ήρωες μέχρι να ολοκληρώσουν την αποστολή τους. Μερικοί γνωστοί χάρτες της λογοτεχνίας: της Νάρνια του Λιούις, της Μέσης Γης του Τόλκιν, του Πήτερ Παν του Μπάρρυ, του Νησιού των θησαυρών του Στήβενσον, του ταξιδιού του Γκιούλιβερ του ντε Φόε, των Μυστικών του Βάλτου της Δέλτα, αλλά και της Αλάστρας του Παναγιωτάκη, της χώρας των Χμ της Κρις, κ.ά.
Σήμερα, η ανάγνωση των χαρτών δεν αφορά πλέον μία «εικόνα» του πλανήτη, όπως μαθαίναμε στο σχολείο από τους πολιτικούς και τους γεωφυσικούς χάρτες του Δημητράκου που κρέμονταν στις τάξεις, αλλά σημαίνει άντληση πληροφορίων για την κατανόηση του κόσμου: πολιτισμοί, οικονομίες, φυσικά τοπία/οικοπεριβάλλοντα, σχέσεις κρατών, κινήσεις πληθυσμιακών ομάδων, πλουτοπαραγωγικοί πόροι, στατιστικά στοιχεία συνδέονται και συνδέουν στο χώρο και το χρόνο. Μέσω των χαρτών αποκτούμε επί μέρους ή συνολική εικόνα του κόσμου. Οι πορτολάνοι ή οι παλαιοί χάρτες, διακοσμημένοι με πλήθος πραγματολογικά στοιχεία, όπως η Χάρτα του Ρήγα, είναι αφενός αισθητικά γοητευτικοί και αφετέρου μας δίνουν μια ιδέα εκείνα που ενδιέφεραν και συγκινούσαν τους χαρτογράφους. Οι σημερινοί ακριβείς χάρτες είναι εξίσου ενδιαφέροντες.
Ο Tim Marshall, ως δημοσιογράφος με ειδίκευση στα διεθνή θέματα, προεκτείνει τη γεωγραφία προς τη γεωπολιτική. Επέλεξε οκτώ μεγάλες χώρες (Ρωσία, ΗΠΑ, Καναδάς, Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, Ινδία, Πακιστάν) και έξι ευρύτερες περιοχές του πλανήτη (Ευρώπη, Αφρική, Μέση Ανατολή, Λατινική Αμερική, Αυστραλία, Αρκτική) των οποίων η δυναμική επηρέασε ή εξακολουθεί να επηρεάζει τον κόσμο. Λίγα παραδείγματα: γιατί η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να φλέγεται; Τι συμβαίνει με τις διεθνείς διεκδικήσεις στην Αρκτική; Τι επιπτώσεις είχε η αποικιοκρατία στην Αφρική; Τι ρόλο έπαιξε η διάνοιξη της διώρυγας του Παναμά, και τι η βραδυφλεγής περιβαλλοντική βόμβα που καίει στη Βραζιλία; Ποια ήταν τα αποτελέσματα της βιομηχανικής επανάστασης στην Ευρώπη και πώς άλλαξε τον σύγχρονο κόσμο; Για όλους αυτούς τους λόγους, η έκδοση του έργου του Tim Marshall για νέους είναι σημαντική: εισάγει τους νεαρούς αναγνώστες στην πολυπλοκότητα των σχέσεων που απορρέουν από το φυσικό ανάγλυφο και αποτυπώνονται στις εξελίξεις των νοοτροπιών, των πολιτικών και των στρατηγικών επιδιώξεων σε βάθος χρόνου. Με τους χάρτες, οι ιστορικές περίοδοι και οι δράσεις των ανθρώπων αποκτούν νόημα. Είμαστε λοιπόν όλοι αιχμάλωτοι της Γεωγραφίας αν θέλουμε να καταλάβουμε γιατί συμβαίνουν όσα συμβαίνουν εδώ που κατοικούμε!
Πώς δομείται η έννοια του ΧΩΡΟΥ στην ανθρώπινη αντίληψη; O πρώτος χώρος που αντιλαμβανόμαστε είναι ο χώρος της μήτρας, όταν είμαστε έμβρυα. Ίσως εκεί γίνονται κάποιες "καταγραφές" στον εγκέφαλο, ίσως όχι. Πάντως, το βέβαιο είναι πως αυτήν τη φάση της ζωής μας δεν τη θυμόμαστε μετά. Ούτε θυμόμαστε αυτόν τον πρώτο "χώρο".
Το ανθρώπινο έμβρυο δεν αποκλείεται να φέρει "εγγεγραμμένη" στον εγκέφαλό του μια πρώτη καταγραφή της έννοιας του "χώρου". Αυτό μένει να το αποδείξουν η νευροψυχολογία και η νευρολογία.
Όταν γεννηθεί ο άνθρωπος, έχει μια πρώτην αντίληψη της έννοιας του χώρου, πολύ στοιχειώδη. Ο Χώρος για το νεογέννητο είναι ο χώρος που μπορεί να συμπεριληφθεί στον οπτικό του κώνο. Λίγο αργότερα ο χώρος του δωματίου του είναι η πρώτη "νοητική απεικόνιση", το πρώτο "νοητικό σχήμα" του ΕΞΑΕΔΡΟΥ.
Είναι το πρώτο πράγμα που ζωγραφίζουν κάθε χρόνο στην αρχή της χρονιάς τα παιδιά, όταν πηγαίνουν στην πρώτη Δημοτικού. Η πρώτη ζωγραφιά. Το σπίτι μας, οι ρίζες μας, η ψυχή, η εικόνα του. Όλα τα σπίτια σχεδόν, στα παιδικά σχέδια, έχουν το κλασικό τετράγωνο σχήμα, δυο μικρότερα τετράγωνα για παράθυρα, ένα παραλληλόγραμμο για πόρτα και μια τριγωνική σκεπή. Συνήθως είναι διάφανο και κρέμεται ένας γλόμπος στη μέση, ένα τραπέζι και μια καρέκλα για τους πιο προχωρημένους «ζωγράφους». Η καμινάδα απαραίτητη και κάποιες φορές έχει και καπνό. Το σπίτι δείχνει τη ζωή, την ασφάλεια, την γεμάτη με αναμνήσεις, «χτισίματα» και συναισθήματα: έτσι εκφράζεται εικαστικά η παιδική ηλικία, λένε οι ειδικοί που ερμηνεύουν τα παιδικά σχέδια.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Ποια άλλα σχήματα νομίζετε πως αντιλαμβάνεται το βρέφος μέσα στην κούνια;
Σύμφωνα με τον ελβετό ψυχολόγο Ζαν Πιαζέ, το παιδί, μεγαλώνοντας, κατακτά σταδιακά την έννοια του Χώρου, μέσα από προσωπική του ανακάλυψη. Το πρώτο πράγμα που μαθαίνει είναι η ΜΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ.
Στην περίοδο των 7 ως 11 ετών για πρώτη φορά ο μαθητής:Α) Προβαίνει σε επαληθεύσιμες λογικές πράξεις, που μάλιστα είναι αναστρέψιμες. Β) Ταξινομεί κατά τρόπο λογικό πρόσωπα και πράγματα, κατανοώντας πλήρως λογικές έννοιες και τις μεταξύ τους σχέσεις.Γ) Τοποθετεί σε σειρά, κατ’ ανιούσα ή κατιούσα κλίμακα, διάφορα μεγέθη. Δ) Έχει κατακτήσει την έννοια της διατήρησης των διαφόρων φυσικών μεγεθών (ποσότητας, βάρους, όγκου). Ε) Έχει κατακτήσει την έννοια του αριθμού, τόσο ως τάξεως ομοειδών πραγμάτων ( απόλυτοι αριθμοί) όσο και ως θέσεως μέσα στη σειραϊκή διάταξη του αριθμητικού συστήματος ( τακτικοί αριθμοί).Στ) Εξάγει συμπεράσματα για την πραγματική κατάσταση του κόσμου που τον περιβάλλει, χωρίς να είναι απόλυτα δέσμιος των κατ’ αίσθησιν αντιλήψεων.Ζ) Έχει αποκτήσει την ικανότητα να στρέφει την προσοχή του σε περισσότερα του ενός χαρακτηριστικά κάθε φορά, δηλαδή «αποκεντρώνει» την προσοχή του.Η) Συλλαμβάνει νοητικά –και επομένως προβλέπει- όχι μόνο τις σταθερές καταστάσεις, αλλά και τις ενδιάμεσες φάσεις που παρεμβάλλονται μεταξύ της αρχικής και της τελικής φάσης. (Παρασκευοπούλου Ι., Εξελικτική Ψυχολογία, 1985, τόμος 3, σελ. 65-66)
Όπως και το ανθρώπινο ΑΤΟΜΟ (βρέφος-νήπιο-παιδί-έφηβος),έτσι και ο ανθρώπινος πολιτισμός πέρασε από ΣΤΑΔΙΑ στην εξελικτική του αντίληψη του Χώρου. Σε ένα πρώτο, "νηπιακό" θα έλεγε κανείς, στάδιο, ο ανθρώπινος πολιτισμός αντιλήφθηκε τον χώρο μόνο με τις αισθήσεις και θεώρησε πως ο χώρος είναι αυτό που βλέπει και τίποτε παραπάνω.
Μέσω της θεωρίας του Piaget για τα Στάδια της Μάθησης μπορέσαμε να κατανοήσουμε κάποιες στοιχειώδεις έννοιες που αφορούν τον Χώρο ως ψυχικό βίωμα, καταγραφή του ανθρώπινου εγκεφάλου, αντίληψη της εξωτερικής πραγματικότητας και ταύτιση με τον «σωματικό» χώρο του ατόμου. Οι έννοιες Αριθμός και Χώρος αλληλοπεριχωρούνται εν τη γενέσει τους. Δεν υπάρχει ανθρώπινο όν που να μην αντιλαμβάνεται με τον συγκεκριμένο τρόπο τον Χώρο: γι’αυτό μας διαβεβαιώνουν τα πειράματα της Εξελικτικής Ψυχολογίας.
O άνθρωπος “κατοικεί” με ένταση, επενδύει στους τόπους συναισθηματικά, ιδεολογικά, κοινωνικά καθώς και οικονομικά με αποτέλεσμα να δίνει ψυχή, ζωή σε φυσικά αντικείμενα όπως τα δέντρα, τους βράχους, τις πέτρες, καθώς αντιμετωπίζονται ως ζώντα. Αυτή η συμμετοχική σχέση περιβάλλοντος και ανθρώπου εκφράζεται και λεκτικά με τη χρήση τοπωνυμίων, στο στάδιο όπου συνειδητοποιεί κανείς πως μιλώντας για τα στοιχεία ενός τόπου αναφέρεται στις διαδρομές και τις συνήθειες των ανθρώπων.
Ο "μικρός Πρίγκιπας" (ο ήρωας της νουβέλας του Αντουάν ντε Σαιντ Εξιπερύ)κατοικεί στον χώρο του διαστήματος, όπου οι αναλογίες της πραγματικότητας έχουν αλλάξει.
Η εξοικείωση του μικρού Πρίγκιπα με την αλεπού γίνεται με σταδιακή "κατάκτηση" του χώρου που τους χωρίζει. Αυτήν τη διαδικασία ο Εξιπερύ την ονομάζει "εξημέρωση".
O ουτοπικός χώρος στη νουβέλα "Ηλεκτρικό πρόβατο" του Φίλιπ Ντικ είναι ένας χώρος ήδη κατακτημένος από τον άνθρωπο.
Aντίθετα, η Neverland ("Η χώρα του ποτέ") του Πήτερ Παν είναι ένας χώρος προς κατάκτησιν, ένας χώρος που καλεί τον ήρωα να τον κατακτήσει.
Όσο για τη Gotham City του Μπάτμαν, είναι μια εφιαλτική μεγαλούπολη εμπνευσμένη από το Σικάγο και τη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του '80. Είναι μια "δυστοπία".
Στην αψίδα του Τίτου, στη Ρώμη, αναπαρίσταται σε γλυπτή μορφή η πορεία του εξόριστου εβραϊκού λαού προς τον γενέθλιο τόπο του.
Η Ιθάκη είναι η αντίστοιχη "γη της επαγγελίας" του περιπλανώμενου Οδυσσέα, στην ομηρική "Οδύσσεια". Η επανεύρεση της Ιθάκης συνδέεται με την κατάκτηση της έννοιας του γενέθλιου τόπου.
Στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου "Το βλέμμα του Οδυσσέα" η ανθρώπινη συνείδηση καταγράφει, φωτογραφίζει και κινηματογραφεί σαν κάμερα τα στοιχεία που συναπαρτίζουν την έννοια του γενέθλιου τόπου.
Στην ταινία του Εμίρ Κουστουρίτσα "Στον καιρό των τσιγγάνων" η μοίρα των ανθρώπων διαγράφεται ξεκομμένη από κάποιον γενέθλιο τόπο.
Στην εξιστόρηση της κατάκτησης της αμερικανικής "Δύσης" ο ιδεώδης τόπος "κάπου δυτικά" ήταν το κίνητρο ώστε η λευκή φυλή να εξαπλωθεί στα ενδότερα της αμερικανικής ηπείρου εξολοθρεύοντας τις φυλές των Ινδιάνων που κατοικούσαν εκεί. Στη φαντασία των Αμερικανών αυτό παρουσιαζόταν σαν θέλημα Θεού.
Ο μυθικός Οιδίποδας βαδίζει τον δρόμο που οδηγεί στη Θήβα, δηλαδή στο πεπρωμένο του.
ΓΡΑΠΤΗ ΑΣΚΗΣΗ: Πώς αντιλαμβάνεστε το "σταυροδρόμι" που πρέπει να πάρει ο Οιδίποδας, προκειμένου να βρεθεί στον τόπο καταγωγής του; Στην απάντησή σας να λάβετε υπ'όψιν σας τα σημαντικά κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού εκείνης της εποχής, δηλαδή το Άργος, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες και τη Θήβα.
Ο άνθρωπος επιδιώκει να συμπεριλάβει τον εαυτό του σε ένα γενέθλιο τόπο, να “περιέχεται”, να ανήκει κάπου. Οπότε, αυτό το οικείο, το “άμεσο”, το “καταφύγιο”, προτρέπει και βοηθά την ανθρώπινη ύπαρξη, να βρει τον εαυτό της, να σταθεί στα πόδια της, ώστε να ανοιχτεί προς τον κόσμο. Η μυθολογική αφήγηση είναι μια αφήγηση για τον ΤΟΠΟ από όπου προερχόμαστε και για τον ΤΟΠΟ προς τον οποίον κατευθυνόμαστε. Ας πάρουμε για παράδειγμα τους άθλους του Ηρακλή: Ο Ηρακλής και το λιοντάρι της Νεμέας- Η Λερναία Ύδρα, ένα τέρας με εννιά κεφάλια -
Το ελάφι της Άρτεμης και ο κάπρος του Ερύμανθου - Ο Ηρακλής καθαρίζει τους στάβλους του Αυγεία -
Οι Στυμφαλίδες όρνιθες - Η ζώνη της Ιππολύτης - Τα βόδια του Γηρυόνη -
Ο Ηρακλής και ο Κέρβερος του Άδη - Τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων -
-Άρα σε όλες τις μυθικές αφηγήσεις βλέπουμε προσδιορισμούς του ΧΩΡΟΥ όπου συμβαίνει το μυθολογικό γεγονός. Aυτό φαίνεται στον πίνακα του Καράτσι "Ο Ηρακλής στο τρίστρατο", όπου ο μυθικός ήρωας διστάζει για τον ποιον προορισμό (δρόμο, κατεύθυνση) πρέπει να επιλέξει στη ζωή του:
Για τον ανθρωποκεντρισμό στην αντίληψη του χώρου τοποθετήθηκε ο φιλόσοφος Πρόδικος ο Κείος (που κατάγεται από την Κέα, δηλαδή τη Τζια. Ο Πρόδικος έλεγε πως οι πρώτοι άνθρωποι θεωρούσαν πως ο ήλιος και η σελήνη και τα ποτάμια και οι πηγές και γενικά όλα όσα βοηθούν τον άνθρωπο στη ζωή του φτιάχτηκαν, τάχατες, με μοναδικό προορισμό να ωφελήσουν τον άνθρωπο : «Πρόδικος φησίν ήλιον και σελήνην και ποταμούς και κρήνας και καθόλου (γενικά) πάντα τα ωφελούντα τον βίον ημών οι παλαιοί θεούς ενόμισαν είναι δια την απ’ αυτών ωφέλειαν» (Πρόδικος ο Κείος, από το βιβλίο του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου, Η Αρχαία Σοφιστική, εκδ. «Γνώση», σελ. σελ. 324-327).
Ο Πρόδικος είχε δίκιο: όπως ακριβώς κάνει και ένα νήπιο, ο πρωτόγoνος άνθρωπος απέδιδε όποιο φαινόμενο δεν κατανοούσε σε κάποιαν υπερφυσική δύναμη, κάποια θεότητα ή δύναμη της φύσης που ήταν μεγαλύτερη, αποτελεσματικότερη από τον ίδιο και ασύλληπτη στις ιδιότητές της. Και θεωρούσε πως ο θεός το έφτιαξε αυτό το φαινόμενο ΕΙΔΙΚΑ για να εξυπηρετήσει τον άνθρωπο! Επίσης, στην αντίληψή του για το ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΣ περιλάμβανε τις έννοιες του Χώρου και του Χρόνου: δηλαδή έλεγε πως "οι θεοί κατοικούν στον Όλυμπο" , ή "οι θεοί κατοικούν στον Κάτω Κόσμο", και ούτω καθ'εξής. Όμως ο Χώρος και ο Χρόνος των θεών ήταν διαφορετικός από τον Χώρο και τον Χρόνο των ανθρώπων. Ο Χώρος των θεών βρισκόταν κάπου ψηλότερα, κάπου μακρύτερα, σε ένα απρόσιτο και απροσπέλαστο απο τον άνθρωπο σημείο (π.χ. τον Όλυμπο), ενώ ο Χρόνος των θεών δεν ήταν πεπερασμένος, δεν τελείωνε ποτέ και προϋπήρχε ανέκαθεν: οι θεοί δεν έχουν τέλος στη χρονική προθεσμία της ύπαρξής τους, είναι αθάνατοι, αιώνιοι. Θεωρείται, και αυτό το επιβεβαιώνουν κάποια ευρήματα στην Αφρική (Μποτσουάνα), πως η πρώτη πραγματική λατρεία θεών έγινε από τον άνθρωπο 70,000 πριν: επρόκειτο για τη λατρεία ενός θεού-Πύθωνα.
Το ίδιο ισχύει για τον θεό Τσακ των Μάγιας.
Το ίδιο ισχύει για τον ηλιακό θεό Μίθρα.
ΘΕΜΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Βλέπετε τον θεό Άνουβι των Αιγυπτίων. Τι παρατηρήσεις έχετε να κάνετε;
Παρατηρήστε τη Μητέρα-Θεά του Κατάλ Χουγιούκ της Μικράς Ασίας.
Παρατηρήστε το τέρας Χάος και τον ηλιακό θεό της Μεσοποταμίας
Με ανθρώπινη φωνή αφηγείται το έπος "Μαχαμπχαράτα" ο Γκανέσα, ο Αφηγητής-θεός της Ινδίας.
Στα καθ'ημάς, ανθρωποκεντρικά λειτουργεί (και απεικονίζεται, φυσικά) και ο εκστατικός θεός Διόνυσος, θρακοφρυγικής καταγωγής θεότητα που οι Έλληνες υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στα δικά τους δεδομένα.
ΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ: Από ό,τι ξέρετε από την εισαγωγή στην Τραγωδία , ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του θεού Διονύσου;
Το καθιερωμένο, συμβατικό δωδεκάθεο των Ελλήνων, που κατοικεί στον γεωγραφικό "χώρο" του Ολύμπου. Ο Όλυμπος των θεών είναι ένας ιδεατός χώρος και δεν ταυτίζεται με το όρος Όλυμπος όπου αναρριχώνται οι αλπινιστές, φυσικά. Μάλιστα,αναπαριστά μια "πολιτική" κοινωνία που μοιάζει με την πολιτική κοινωνία των ανθρώπων.
Είδαμε πως ο Όλυμπος, ως χώρος κατοικίας των θεών, δεν είναι μόνο ένα βουνό, αλλά και μια έννοια. Ταυτίζεται με την Αθανασία. Είναι ο χώρος της αθανασίας, που ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση ούτε να κατακτήσει, ούτε καν να προσεγγίσει. Εδώ αξίζει να προσθέσουμε πως το αρχαιοελληνικό κοσμοείδωλο περιλάμβανε τρία επίπεδα: τον χώρο των θεών (τον Όλυμπο), τον χώρο των θνητών (τη Γη) και τον χώρο των νεκρών (Κάτω Κόσμο). «...ἐπεὶ δὲ τυγχάνομεν σκοποῦντες περὶ τῆς ἀρίστης πολιτείας, αὕτη δ’ ἐστί καθ’ ἧν ἡ πόλις ἃν εἴη μάλιστ’ εὐδαίμων, τὴν δ’ εὐδαιμονίαν ὅτι χωρὶς αρετὴς ἀδύνατον ὑπάρχειν εἴρηται πρότερον, φανερόν ἐκ τούτων ὡς ἐν τῇ κάλλιστα πολιτευομένῃ πόλει καὶ τῇ κεκτημένη δικαίους ἄνδρας ἁπλῶς, αλλὰ μὴ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, οὔτε βάναυσον βίον οὔτ’ αγοραίον δεῖ ζῆν τοὺς πολίτας (αγενὴς γὰρ ὁ τοιοῦτος βίος καὶ πρὸς ἀρετὴν ὑπεναντίος), οὐδέ δὴ γεωργοὺς εἶναι τοὺς μέλλοντας ἔσεσθαι (δεῖ γὰρ σχολῆς καὶ πρὸς τὴν γένεσιν τῆς ἀρετῆς καὶ πρὸς τὰς πράξεις τὰς πολιτικάς)» (Αριστοτέλης, «Πολιτικά», 7, 1328 b, 35-1329 a, 1). Αυτά τα λόγια του Αριστοτέλη υποδηλώνουν την ευδαιμονιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η ζωή των χειρωνακτών, των εμπόρων της αγοράς ή των γεωργών εμφανίζεται ως ΚΑΤΩΤΕΡΗ, εφόσον δεν επιτρέπει την απόκτηση της αρετής ή την ενασχόληση με τα πολιτικά στο άριστο πολίτευμά του. Κατά τον Αριστοτέλη, οι γεωργοί, οι δούλοι και οι "βάρβαροι" περίοικοι είναι οι καταλληλότεροι για να διαδραματίσουν τον ρόλο της παραγωγικής "μηχανής", δηλαδή των δούλων. Ποτέ οι "αυτόχθονες" πολίτες.
Μέσα από τα λόγια του Αριστοτέλη διακρίνουμε πώς κατασκευάστηκε ο βολικός μύθος της "αυτοχθονίας".
Ας πάρουμε το μυθολογικό πρότυπο της αυτοχθονίας:οι ΑΘηναίοι έφτιαξαν ένα μύθο σύμφωνα με τον οποίον ο μακρινός πρόγονός τους, ο Εριχθόνιος, "φύτρωσε" μέσα από το έδαφος, την ίδια τη γη της Αττικής. Αλλά και ο μύθος της Πύρρας και του Δευκαλίωνα παρουσίαζε ένα ολόκληρο έθνος να ξαναγεννιέται από τις πέτρες που πετούσαν πίσω τους οι μόνοι επιζήσαντες του μυθικού Κατακλυσμού.
Ο "Κατακλυσμός' μπορεί να διασώζει μνήμες κάποιας τεράστιας γεωλογικής ανακατάταξης με πλημμύρες που πιθανόν να συνέβη όντως στην προϊστορική περίοδο. Όμως ήταν ένας μύθος κατάλληλος ώστε όλοι οι λαοί να μιλήσουν για ένα "ξεκαθάρισμα" των αγαθών από τους φαύλους που διενήργησαν οι θεοί. Το ίδιο ισχύει και με τον εβραϊκό Κατακλυσμό και την επιβίωση της κιβωτού του Νώε.
Ο επιζήσας θα ήταν εκ των πραγμάτων και ο ΑΥΤΟΧΘΩΝ. Άρα, και ο ενάρετος. Πολύ βολικός μύθος!
Τον τίτλο του αυτόχθονα στην αρχαιότητα τον κατείχαν οι Αιγινήτες, οι Αθηναίοι, που θεωρούνταν παιδαγωγοί της Ελλάδας, καθώς και οι Αρκάδες, που θεωρούνταν πρωτόγονοι, γι’ αυτό και ονομάζονταν βαλανιδοφάγοι, κάτι που παραπέμπει σε ένα άλλο σύστημα διατροφής και βέβαια σε ένα άλλο, παλαιότερο σύστημα οργάνωσης. Σε επίπεδο μυθολογικό το να είναι κανείς παιδί της γης (αυτό-χθων, όπως ο Εριχθόνιος της εικόνας ) δεν είναι καλό προηγούμενο: οι γηγενείς (γη-γενής < γη + γίγνομαι) είναι οι υβριστές που υφίστανται θεϊκές τιμωρίες ή εκμηδενίζονται από ήρωες που προστατεύει ο Όλυμπος. Αντίθετα, ευγενές είναι να κατάγεται κανείς από τον Δία. Σε επίπεδο ιστορικό, τόσο στην Αθήνα όσο και στην Αρκαδία, η αυτοχθονία συνδέεται με την παράδοση της πελασγικής καταγωγής –οι Αρκάδες, που θεωρούνται «πιο παλιοί κι από το φεγγάρι» είναι απόγονοι του Πελασγού που γεννήθηκε από το έδαφος· αλλά και ο τρισέγγονός του, ο Παν, γεννήθηκε και αυτός από τη Γη (Παυσ., 8, 38, 1· Αριστ. απ. 549, Απολλ. Ρόδιος 4, 264, Σχόλια στις Νεφέλες του Αριστοφάνη, στ. 398). Επομένως, η αυτοχθονία κρατιέται ως τιμητικός τίτλος από το παρελθόν –συνιστά τίτλο τιμής η συνέχεια από τους προ- ή παλαιοέλληνες– και εξυπηρετεί συγκεκριμένες σκοπιμότητες. Η κυριότερη σκοπιμότητα των γενεαλογικών μύθων είναι η απόδειξη της αυτοχθονίας. Συγχρόνως όμως στα γενεαλογικά συστήματα των πόλεων αναγνωρίζει κανείς και μια δεύτερη απαρχή, καθώς κάποιος σημαντικός ήρωας του απώτερου παρελθόντος κατάγεται από τον Δία. Η προσθήκη αυτή συνιστά προπαγάνδα με στόχο να αποδεχθούν οι πολίτες το σύστημα οργάνωσης και σκέψης της πόλεως, όπου κυρίαρχο εμφανίζεται το δωδεκάθεο. Και στα ελληνιστικά βασίλεια διατηρήθηκε η προσπάθεια απόδειξης μιας, προφανώς πλαστής, αυτοχθονίας ή ευγενούς καταγωγής (πρβ. την καταγωγή των Πτολεμαίων από τους Ηρακλείδες) με τη μεταφορά στοιχείων της παλιάς ελληνικής πραγματικότητας, ακόμη και με μεταφορά γεωγραφικών ονομάτων του ελληνικού χώρου στις κατακτημένες περιοχές.
ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΛΙΓΟ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΟΥΤΟΠΙΕΣ ΠΕΡΙ "ΑΥΤΟΧΘΟΝΙΑΣ" Η λέξη ΟΥΤΟΠΙΑ προέρχεται ετυμολογικά από την "απουσία τόπου", δηλαδή από την ΑΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ να υπάρχει ένας τόπος όπου θα συμβαίνει ό,τι περιγράφει η ουτοπία: ου τόπος Οι πόλεις στην αρχαία Ελλάδα ήταν χτισμένες σε εύφορες πεδιάδες και κοντά σε υψίπεδο (Ακρόπολη) για προστασία και όλες περικλείονταν με τείχη (εκτός της Σπάρτης). Στη μεγάλη και εύφορη Βοιωτική πεδιάδα υπήρχαν πολλές και ανάμεσα τους ο Ορχομενός και η Θήβα, πανάρχαιες πόλεις οι οποίες απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Εδώ ζούσαν άνθρωποι από τους Νεολιθικούς χρόνους. Ήταν η χώρα των αυτοχθόνων Εκτήνων, οι οποίοι και θεωρούνται οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Βοιωτίας που γνωρίζουμε, και του ξακουστού βασιλιά τους Ώγυγη.
Γύρω στα 2000 π.Χ., η περιοχή, ειδικά τα βόρεια της Βοιωτίας, κατοικούνταν από τους ονομαζόμενους Μινύες, η καταγωγή των οποίων ήταν η Κολχίδα. Οι Μινύες έχτισαν την πόλη του Ορχομενού, η οποία έγινε αργότερα ξακουστή για τον πλούτο και τoν πολιτισμό της. Ο Ορχομενός, στην αρχαϊκή εποχή, είχε υπό την κυριαρχία του μία μεγάλη περιοχή και ήταν μία από τις πρώτες πόλεις που έκοψε νομίσματα στην Ελλάδα.
Οι Μινύες επίσης ανέλαβαν την κατασκευή ενός κολοσσιαίου έργου, να αποξηράνουν και να αρδεύσουν την πεδιάδα της Κωπαϊδος, η οποία πλημμύριζε από τους ποταμούς Κηφισό και Μέλανα. Για το έργο αυτό έκτισαν ένα κανάλι 40 μέτρα πλάτος και 5 μέτρα βάθος και μήκος γύρω στα 42 χιλιόμετρα. Με το πέρασμα του χρόνου όμως έχασαν την δύναμή τους και η πολιτική κυριαρχία πέρασε στη Θήβα.
Γύρω στα 1500 π.Χ., ο φημισμένος ήρωας Κάδμος, με άγνωστο αριθμό Φοινίκων, ήρθε και ίδρυσε την Θήβα. Σε ένα υψίπεδο, το επονομαζόμενο αργότερα Καδμεία, έχτισε παλάτι και εισήγαγε πιθανώς την Φοινικική αλφαβητική γραφή, αν και αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε αμέσως, αλλά αιώνες αργότερα. Στο τέλος του 13ου αιώνα π.Χ., η πόλη καταστράφηκε ολοσχερώς και αυτό επιβεβαιώνει τον μύθο "οι Επτά εναντίον των Θηβών", στον οποίο ο Άδραστος με τους Επιγόνους κατέλαβαν και κατέστρεψαν τη Θήβα. Γύρω στα 1200 π.Χ., διάφορες φυλές κατεβαίνοντας από την Άρνη της Θεσσαλίας και από περιοχές γύρω από το βουνό Βόειον της Ηπείρου, κατέλαβαν την περιοχή. Αυτό το σύμπλεγμα των φυλών και πολιτισμών ήλθε σε διασταύρωση με τον τοπικό πληθυσμό, δημιουργώντας τους μελλοντικούς κατοίκους της Βοιωτίας. Σε αυτήν την αρχαϊκή εποχή ανήκουν οι μύθοι και από αυτήν την περίοδο άντλησαν τα θέματα τους οι τραγικοί αττικοί ποιητές.
Από την Οδύσσεια του Ομήρου μαθαίνουμε ότι τα δύο αδέλφια Αμφίων και Ζήθος, ήταν οι ιδρυτές της Θήβας και αυτοί έκτισαν τα μεγάλα τείχη στην πόλη, αλλά σύμφωνα με τον Απολλόδωρο και άλλους, ήταν ο Κάδμος, του οποίου την αδερφή Ευρώπη απήγαγε ο Δίας, μεταμφιεσμένος ως ταύρος, από την Αίγυπτο στην Κρήτη, όπου και γέννησε τα τρία παιδιά της, Μίνωα, Ραδάμανθυ και Σαρπηδόνα.
Στον κρατήρα του Ευφρονίου απεικονίζεται ο θάνατος του Σαρπηδόνος.
Όπως ο μύθος λέει, ο Κάδμος αναζητώντας την αδελφή του έφτασε στους Δελφούς, και εκεί το μαντείο του είπε να ακολουθήσει μιαν αγελάδα και να χτίσει μία πόλη, όταν το ζώο θα σταματήσει να ξεκουραστεί. Σύμφωνα με την παράδοση, η αγελάδα σταμάτησε στο σημείο όπου κτίσθηκε αργότερα η Ακρόπολη Καδμεία. Υπάρχουν αρκετοί μύθοι γύρω από τα κατορθώματα του Κάδμου. Σκότωσε τον Δράκο (απόγονο του Άρη), ο οποίος φύλαγε την πηγή Αρεία. Η θεά Αθηνά του είπε να σπείρει τα δόντια του δράκου στη γη και από εκεί ξεφύτρωσαν αρματωμένοι άνδρες, οι Σπαρτοί, οι οποίοι σκότωσαν ο ένας τον άλλο και επέζησαν μόνο πέντε (Χθόνιος, Εχίων, Υπερήνωρ, Πυλωρός, Ουδαίος). Από αυτούς τους πέντε προήλθαν οι αριστοκρατικές οικογένειες των Θηβών, οι οποίες ονομάζονταν Σπαρτοί.
Υπάρχουν επίσης μύθοι που αναφέρονται στις τέσσερεις κόρες του Κάδμου. Μία από αυτές, η Αγαύη, παντρεύτηκε τον Εχίονα και κατά την διάρκεια της βασιλείας του ο Θεός Διόνυσος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα και καθιερώθηκαν οι λατρείες προς τιμήν του. Ο Κάδμος και ο φημισμένος μάντης Τειρεσίας τον αποδέχτηκαν, αλλά όχι ο Πενθέας, Ο Διόνυσος πήρε εκδίκηση γι' αυτό με την βοήθεια της μητέρας του Αγαύης, που μέσα σε ένα Βακχικό παροξυσμό, τον έκοψε κομμάτια και έφερε το κεφάλι του στις Θήβες ("Βάκχες" του Ευριπίδη).
Ακολούθησε η διαδοχή των βασιλέων Πολύδωρου, Λάβδακου και Λάϊου, τον οποίον εκθρόνισε ο Λύκος. Ο Νυκτέας, αδελφός του Λύκου, είχε μία κόρη, την Αντιόπη, της οποίας η ομορφιά ήταν ξακουστή ανάμεσα στους Έλληνες. Ο Επωπεύς, βασιλιάς της Σικυώνος, απήγαγε την Αντιόπη και ο πατέρας της Νυκτέας συγκέντρωσε στρατό και επιτέθηκε στην Σικυώνα. Κατά την διάρκεια της μάχης, την οποίαν κέρδισαν οι Σικυώνιοι, ο Επωπεύς και Νυκτέας τραυματίσθηκαν σοβαρά, ο τελευταίος μεταφέρθηκε στις Θήβες, όπου πέθανε. Πριν τον θάνατό του ανέθεσε την αρχιστρατηγία των Θηβών στον αδελφό του Λύκο, και τον έκανε να υποσχεθεί ότι θα συγκεντρώσει ακόμη μεγαλύτερο στρατό για να πάρει εκδίκηση και να τιμωρήσει την κόρη του, σε περίπτωση που θα την συλλάμβαναν. Ο Λύκος επιτέθηκε στη Σικυώνα, νίκησε και σκότωσε τον Επωπέα και πήρε πίσω την Αντιόπη, αλλά στον γυρισμό τους προς την Θήβα, σε ένα σπήλαιο κοντά στην πόλη Ελευθέρα, γέννησε δύο δίδυμα αγόρια, τον Αμφίονα και Ζήθο, τα οποία εγκατέλειψε εκεί. Ένας βοσκός τα βρήκε και τα μεγάλωσε σαν τσοπάνους, χωρίς να ξέρει τίποτα για την αριστοκρατική καταγωγή τους.
Όταν η Αντιόπη επέστρεψε στη Θήβα, δεν μπόρεσε να υποφέρει τις κατηγορίες του Λύκου και την κακομεταχείριση από τη σκληρή γυναίκα του, Δίρκη. Έτσι διέφυγε και βρήκε καταφύγιο στο μέρος όπου οι γιοι της ζούσαν και οι οποίοι τώρα είχαν μεγαλώσει. Η Δίρκη προσπάθησε να την φέρει πίσω, αλλά ο Αμφίων και ο Ζήθος, αναγνώρισαν ότι η Αντιόπη ήταν η μητέρα τους, και πήραν εκδίκηση για όλα αυτά που είχε υποφέρει. Σκότωσαν τον Λύκο και έδεσαν την Δίρκη στα κέρατα ενός ταύρου, που την έσερνε έως ότου πέθανε. Τα δύο αδέλφια επέστρεψαν στη Θήβα, εξόρισαν τον Λάιο και πήραν τον θρόνο. Χρησιμοποιώντας την λύρα τους, την οποία είχαν διδαχθεί από τον θεό Ερμή, άρχισαν να χτίζουν τα τείχη της Θήβας, οι δε πέτρες κινούνταν από μόνες τους, υπακούοντας στον ρυθμό του σκοπού.
Όταν ο Λάιος, βασιλιάς της Θήβας, παντρεύτηκε την Ιοκάστη, το μαντείο των Δελφών με ένα χρησμό έκανε γνωστό, ότι αν η Ιοκάστη γεννούσε παιδί αυτό θα σκότωνε τον πατέρα του. Γι' αυτό τον λόγο, όταν ο Οιδίπους γεννήθηκε, εγκαταλείφθηκε στο βουνό Κιθαιρών, όπου και βρέθηκε από βοσκούς του βασιλιά Πόλυβου της Σικυώνος, ο οποίος τον μεγάλωσε σαν δικό του παιδί. O Οιδίπους πηγαίνοντας στους Δελφούς για να μάθη το όνομα του πραγματικού πατέρα του, έλαβε τον χρησμό, ότι ήταν πεπρωμένο να σκοτώσει τον πατέρα του και θα ήταν καλύτερο να μην επιστρέψει στην πατρίδα του. Φεύγοντας από τους Δελφούς, ακολούθησε τον δρόμο προς την Βοιωτία και Φωκίδα, και στο σημείο όπου διασταυρώνονταν οι δύο δρόμοι, συνάντησε τον πραγματικό του πατέρα Λάιο και μετά από φιλονικία, τον σκότωσε.
Ο Οιδίπους αργότερα έλυσε το αίνιγμα της Σφίγγας, η οποία ήταν ένα τέρας με πρόσωπο γυναίκας, πόδια και ουρά λιονταριού και φτερά, που τρομοκρατούσε την χώρα και καταβρόχθιζε όποιον δεν μπορούσε να απαντήσει σωστά. Μετά τη σωστή απάντηση του Οιδίποδα, η Σφίγγα αυτοκτόνησε.
Για ανταμοιβή, ο Οιδίπους έγινε βασιλιάς της Θήβας και χωρίς να το ξέρει, παντρεύτηκε την μητέρα του, βασίλισσα Ιοκάστη, η οποία αργότερα κρεμάστηκε, όταν οι θεοί της έκαναν γνωστό, ότι παντρεύτηκε τον γιο της. Ο Οιδίπους παντρεύτηκε πάλι, με την Ευρυγανεία και απέκτησε τέσσαρα παιδιά μαζί της, τον Ετεοκλή, Πολυνείκη, την Αντιγόνη και Ισμήνη. Αργότερα τυφλώθηκε και πήγε εξορία, συνοδευόμενος από την Αντιγόνη και Ισμήνη. Πέθανε στην Αθήνα, στον Κολωνό.
Μετά τον θάνατο του Οιδίποδα, οι δύο αδελφοί συμφώνησαν να κυβερνήσουν τη Θήβα για ένα χρόνο ο καθένας, εναλλάξ. Στο τέλος του πρώτου χρόνου και ενώ ήρθε η σειρά του Πολυνείκη να πάρει τον θρόνο, ο Ετεοκλής αρνήθηκε να τον παραδώσει. Ο Πολυνείκης υποχρεώθηκε να φύγει εξόριστος και πήγε στον βασιλιά Άδραστο του Άργους. Κατά την άφιξη του εκεί, διαφιλονίκησε με τον Τυδέα της Αιτωλίας, έναν άλλο εξόριστο. Ο Άδραστος αφού τους συμφιλίωσε, τους πάντρεψε με τις κόρες του, εκπληρώνοντας έτσι τον χρησμό που του είχε δοθεί, ότι θα παντρέψει τις κόρες του με ένα λιοντάρι και ένα αγριογούρουνο. Και πραγματικά οι ασπίδες των δύο εξόριστων έφεραν το έμβλημα του λιονταριού και αγριογούρουνου.
Για να αποκαταστήσει τον Πολυνείκη στον θρόνο του, ο Άδραστος άνοιξε πόλεμο εναντίον της Θήβας. Οι επτά ηγεμόνες που έλαβαν μέρος ήταν, ο Άδραστος, Αμφιάραος, Καπανεύς, Ιππομέδων, Παρθενοπαίος, Τυδεύς και Πολυνείκης.
Όταν ο Παρθενοπαίος σκοτώθηκε από τον Περικλύμενο με μία πέτρα, ο Άδραστος διέταξε τα στρατεύματα να οπισθοχωρήσουν. Ήταν η σειρά των Θηβαίων τώρα να επιτεθούν, όταν ο Ετεοκλής κάλεσε τον αδελφό του Πολυνείκη, σε μονομαχία, από το αποτέλεσμα της οποίας θα αποφασίζονταν η έκβαση του πολέμου. Δυστυχώς για τις δύο στρατιές, ο ένας σκότωσε τον άλλο και ο πόλεμος άρχισε ξανά. Ο Μελάνιππος σκότωσε τον Τυδέα, ο άλλος γιος του Λήδας σκότωσε τον Ετέοκλο και ο Αμφίδικος τον Ιππόδημο. Ο Αμφιάραος με την σειρά του, για να εκδικηθεί τον θάνατο του Τυδέα, σκότωσε τον Μελάνιππο. Ήταν πολύ κοντά να χτυπηθεί από το δόρυ του Περικλυμένου, όταν το έδαφος άνοιξε κάτω από τα πόδια του και τον πήρε μαζί με το άρμα του και τα άλογα.
Το σημείο, όπου συνέβη το γεγονός, το έδειχναν μέχρι τις ημέρες του Παυσανία. Ο Αμφιάραος λατρευόταν σαν θεός στην Αττική (έξι χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Ωρωπού), στη Θήβα, τον Ωρωπό και στο Άργος και για πολλούς αιώνες έδινε προφητικές απαντήσεις σε ερωτήματα των ανθρώπων. Όταν ο Άδραστος έχασε τον Αμφιάραο, "τα μάτια του στρατού του", και όλοι οι άλλοι στρατηγοί είχαν ήδη σκοτωθεί, υποχρεώθηκε να φύγει και σώθηκε χάρις στην ταχύτητα του αλόγου Αρίωνα.
Δέκα χρόνια αργότερα, ο Άδραστος επέστρεψε στη Θήβα με τους γιους των σκοτωμένων στρατηγών του. Αυτοί ήταν, ο Αιγιαλεύς, γιος του Άδραστου, ο Θέρσανδρος, γιος του Πολυνείκη, Αλκμαίων και Αμφίλοχος, γιοι του Αμφιάραου, Διομήδης γιος του Τυδέα, Σθένελος γιος του Καπανέα, Πρόμαχος γιος του Παρθενοπαίου και Ευρύαλος γιος του Μεκιστέου. Η Αρκαδία, Μεσσηνία, Κόρινθος και Μέγαρα, βοήθησαν όλοι τους Επιγόνους. Συνάντησαν τους Θηβαίους στον ποταμό Γλίτσα και εκεί έγινε μάχη, όπου ο Θηβαϊκός στρατός έπαθε πανωλεθρία, αν και ο γιος του Ετεοκλή, Λαοδάμας, σκότωσε τον γιο του Άδραστου, Αιγιάλεω. Οι ηττημένοι Θηβαίοι οδηγήθηκαν μέσα στα τείχη, από τον Αλκμαίωνα. Οι γραμματολόγοι διέσωσαν αποσπάσματα από δύο χαμένες τραγωδίες του Ευριπίδη: "Αλκμαίων ο δια Κορίνθου"και "Αλκμαίων ο δια Ψωφίδος".
Οι Θηβαίοι τότε συμβουλεύτηκαν τον μάντη Τειρεσία, ο οποίος τους είπε ότι όλα είχαν χαθεί και οι Θεοί είχαν αποφασίσει. Τα λόγια του Τειρεσία εισακούσθηκαν και οι Θηβαίοι δέχθηκαν να παραδώσουν την πόλη. Έφυγαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, υπό την αρχηγία του Λαοδάμαντα, για την Ιλλυρία. Οι Επίγονοι μπήκαν στην πόλη και ανέβασαν στον θρόνο τον Θέρσανδρο, γιο του Πολυνείκη. Ο Άδραστος, ο οποίος επαινείτο για την απαλή φωνή του και για την πειστική του ευφράδεια, χάνοντας τον γιο του, πέθανε από θλίψη, στον δρόμο της επιστροφής. Τον λάτρευαν σαν ήρωα στην Σικυώνα και στο Άργος. Οι Σικυώνιοι έκτισαν ένα Ηρώον προς τιμή του στην Δημόσια Αγορά και εξυμνούσαν τους ηρωισμούς και τα παθήματα του σε λυρικές τραγωδίες.
ΘΕΜΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Να συζητήσετε την έννοια της ΑΥΤΟΧΘΟΝΙΑΣ. Είναι, αυτή, μια αληθινή ή είναι μια πλαστή, κατασκευασμένη έννοια; Να υποστηρίξετε την άποψή σας με επιχειρήματα. Ο μύθος της "αυτοχθονίας", που καθορίζει την ταυτότητα των πολιτών, αποτελεί σημαντική πτυχή της ιδεολογίας του πολιτικού συστήματος, καθώς εξ ορισμού παρακάμπτει τον γυναικείο παράγοντα στην ανθρώπινη δημιουργία. Δεν είναι τυχαίο πως "γενάρχες" των αρχαίων φυλών (Ελλήνων, Εβραίων, π.χ.) είναι πάντα άντρες. Επομένως, στον μύθο της αυτοχθονίας απηχείται η κυρίαρχη ιδεολογία σχετικά με την ιεράρχηση των δύο φύλων. Να συζητήσετε τη θέση του γυναικείου φύλου σε έναν αρχαιοελληνικό μύθο που σχετίζεται με την "αυτοχθονία".
ΠΩΣ ΑΝΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΨΕΥΔΗ ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΧΘΟΝΙΑΣ
Κατά τη δεκαετία του 1990 μια ομάδα Eλληνοαμερικανών αρχαιολόγων έκανε μία εντυπωσιακή ανακάλυψη. Βρήκαν τα αρχαιότερα στον κόσμο στοιχεία ναυσιπλοΐας στην περιοχή Πλακιάς Ρεθύμνου. Σε αυτήν τη σπουδαία ανακάλυψη δεν δόθηκε η αρμόζουσα προσοχή, παρά το γεγονός ότι αυτό το εύρημα κατατάχθηκε στη λίστα με τις δέκα κορυφαίες ανακαλύψεις για το 2010. Η έρευνα της ομάδας, με επικεφαλής τον Thomas F. Strasser, την κ. Ελένη Παναγοπούλου και με τη συμβολή του καθηγητή του πανεπιστημίου της Βοστώνης κ. Curtis Runnels, αναγκάζει τους μελετητές να θέσουν σε νέα βάση τα ιστορικά δεδομένα, όσον αφορά στις ικανότητες ναυσιπλοΐας των προϊστορικών ανθρώπων. Οι αρχαιολόγοι έκαναν ανασκαφές σε ένα φαράγγι στην Κρήτη και ανακάλυψαν ευρήματα της παλαιολιθικής εποχής στην ευρύτερη περιοχή της Πρέβελη. Εκεί εντόπισαν 30 τσεκούρια και εκατοντάδες άλλα πέτρινα μικροεργαλεία τα οποία βρέθηκαν σκόρπια σε περίπου 20 διαφορετικά σημεία.
Πριν από την ανακάλυψη, οι επιστήμονες πίστευαν ότι οι άνθρωποι που κατοίκησαν την Κρήτη, την Κύπρο, αλλά και κάποια άλλα ελληνικά νησιά και τη Σαρδηνία, είχαν φτάσει σε αυτά τα μέρη πριν από 12.000 χρόνια. Όμως τα εργαλεία που ανακάλυψε η ομάδα των Ελληνοαμερικανών αρχαιολόγων χρονολογούνται πριν από 130.000 χρόνια. Τα εργαλεία, καθώς και το έδαφος που βρέθηκαν, χρονολογήθηκαν με σύγχρονες μεθόδους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι βράχοι και τα σπήλαια της περιοχής ανυψώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου λόγω γεωλογικής δραστηριότητας.
Τα τμήματα που ήρθαν στην επιφάνεια αντιπροσωπεύουν τη σειρά των γεωλογικών περιόδων τα οποία αποτέλεσαν και το αντικείμενο μελέτης της ομάδας. Κατά την ανάλυση του γεωλογικού στρώματος όπου βρέθηκαν τα εργαλεία, η ομάδα έφτασε στο συμπέρασμα ότι το έδαφος αυτό είχε έρθει στην επιφάνεια πριν από 130.000 ως 190.000 χρόνια. Λαμβάνοντας υπ’όψιν το γεγονός ότι η Κρήτη είναι νησί και δεν έχει πρόσβαση απο στεριά εδώ και πέντε εκατομμύρια χρόνια, οι αρχαιολόγοι συμπεραίνουν ότι τα εργαλεία πρέπει να έφτασαν εκεί ακτοπλοϊκώς από προϊστορικούς ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι η ναυσιπλοΐα υπήρχε στην Μεσόγειο δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν από την εποχή όπου την τοποθετούσαν οι αρχαιολόγοι και ότι οι πρώτοι homo sapiens sapiens ή κάποιοι πρόγονοί τους, χρησιμοποιούσαν σκάφη αξιόπλοα και πραγματοποιούσαν μακρινά ταξίδια.
Πριν από αυτήν την ανακάλυψη , το παλαιότερο αποδεδειγμένο θαλάσσιο ταξίδι ήταν ο διάπλους κάποιων εκπροσώπων του homo sapiens sapiens προς την Αυστραλία, όπου χρειάστηκε να καλύψουν μεγάλες αποστάσεις, έως και 71 χιλιόμετρα , γεγονός που συνέβη 60.000 χρόνια πριν, αν και οι χρονολογήσεις αμφισβητήθηκαν. Αυτό που προκαλεί όμως μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι πως η τεχνοτροπία των ευρεθέντων εργαλείων μοιάζει με κάποια χειροτεχνήματα που ανήκαν σε προϊστορικούς πληθυσμούς της Αφρικής.
Για δεκαετίες οι επιστήμονες πίστευαν ότι αυτοί οι πληθυσμοί της Αφρικής έφτασαν στην Ευρώπη και την Ασία μέσω της Μέσης Ανατολής και στη συνέχεια έφτασαν στα Βαλκάνια περνώντας μέσα από την σημερινή Τουρκία . Τα ευρήματα στην Κρήτη αποτελούν απόδειξη ότι η μετανάστευση των πληθυσμών δεν γινόταν μόνο μέσω ξηράς και ίσως οι διαδρομές να γίνονταν από τη Βόρεια Αφρική προς την Ισπανία μέσω των Στενών του Γιβραλτάρ ή από την Λιβύη προς την Κρήτη, μία απόσταση περίπου 320 χιλιομέτρων.
Τα παραπάνω αποδεικνύουν ως ένα βαθμό την πεποίθηση πως κανείς από τους ιστορικούς λαούς του (καθεαυτόν) μεσογειακού χώρου δεν υπήρξε γηγενής, ούτε αυτόχθων. Κανείς δεν "φύτρωσε" σε κανέναν τόπο! Όλοι από κάπου αλλού ήρθαν!
• Τι είναι τόπος. • Πότε και πώς ένας τόπος γίνεται "πατρίδα".
Σύμφωνα με τα ετυμολογικά λεξικά του Hofmann και του Chantraine η λέξη «τόπος» προέρχεται από το ινδοευρωπαϊκό θέμα top- που σημαίνει «φθάνω» και «συναντώ». Όπου διασώζεται η χρήση της ρίζας top- στις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες δίνει το εξής αποτέλεσμα: στα Λιθουανικά tapti σημαίνει «γίνομαι» και στα Λεττονικά: tapt (tuopu) σημαίνει επίσης «γίνομαι». Στην αρχαία ελληνική «τόπος» σήμαινε «χώρος», «θέση». Επίσης σήμαινε μέρος του ανθρώπινου σώματος, ή το γυναικείο αιδοίο, και πιο συγκεκριμένα, τη μήτρα. Το παραγόμενο ρήμα «τοπάζω» σημαίνει «στοχάζομαι» και «φαντάζομαι», η δε λέξη «τοπείον» είναι ο «λώρος» ή το «σκοινί». Σε μεταφορική του χρήση η λέξη τόπος σημαίνει το «παράδειγμα», που δημιουργείται από ένα σύνολο σημείων με κοινές ιδιότητες (κοινός τόπος, γεωμετρικός τόπος) Άρα τόπος σημαίνει: α) «γένεση-ύπαρξη», β) «σώμα-μήτρα» γ) «στοχασμός και φαντασία», δ) «λώρος» (όπως λέμε ομφάλιος), και ε) «κοινότητα σημείων».
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: «τόπος» δεν είναι μόνο μια γεωγραφική οντότητα εφόσον γλωσσικά συνεμφαίνει τόσα πολλά μη γεωγραφικά σημαινόμενα. Οι υποδηλώσεις συνολικά ιδωμένες περιγράφουν, από τη μια, πραγματικές καταστάσεις χώρου, καταγωγής, συνύπαρξης και από την άλλη, νοητικές εγγραφές που αφορούν το φαντασιακό και την οργάνωση ιδεών και εικόνων για την πραγματικότητα.
Η μετανάστευση των ανθρώπων είναι φαινόμενο πανάρχαιο που άρχισε στη γενέτειρα γη των ανθρώπων, την Αφρική. Οι πρώτοι μετανάστες διέσχισαν την Αφρική και σταδιακά εξαπλώθηκαν στην Ασία και με την πάροδο των (χιλιάδων) χρόνων και στις υπόλοιπες ηπείρους. Στα προϊστορικά ακόμη χρόνια, οι διάφορες ανθρώπινες φυλές ήταν αναγκασμένες να μεταναστεύουν από τον έναν τόπο στον άλλο, προσπαθώντας να επιβιώσουν. Από τα κρύα κλίματα πήγαιναν στα πιο ζεστά, από τα ορεινά στα πεδινά, από τα φτωχά σε καρπούς και κυνήγι στα περισσότερο πλούσια. Βλέπουμε λοιπόν πως ο κύριος λόγος που δικαιολογούσε τη σταθερή μετανάστευση στο παρελθόν, ήταν η προσπάθεια επιβίωσης. Ο ίδιος λόγος ισχύει σε σημαντικό βαθμό και μέχρι σήμερα, που η μετανάστευση εμφανίζεται με καινούριες μορφές. Ενώ στα προϊστορικά χρόνια ήταν γενικό φαινόμενο η μετανάστευση κι αναγκαστικό πολλές φορές, στην ιστορική πια εποχή αρχίζει να διαφοροποιείται και να σταματά βέβαια. Τώρα, μεγάλες ομάδες ανθρώπων μεταφέρονται από τον ένα τόπο στον άλλο, μέσα στα πλαίσια κυριάρχησης πάνω στους συνανθρώπους τους και κατάκτησης καινούριων χωρών.
Αυτό ισχύει για τον αποικισμό από τους αρχαίους Έλληνες μεγάλων περιοχών της Μεσογείου, πράγμα που γενικεύεται κατά τους αλεξανδρινούς χρόνους, υποβοηθούμενο από την κατακτητική πολιτική των Ελλήνων βασιλέων της εποχής αυτής. Ο Αλέξανδρος ονόμαζε "Αλεξάνδρεια" σχεδόν κάθε πόλη που κατακτούσε.
Με τον Αλέξανδρο έχουμε την απαρχή ενός οικουμενικού πολιτισμού, συγκρητιστικού τύπου, με έμφαση στον ελληνισμό αλλά και τη βάρβαρον σοφίαν, τη γνώση δηλαδή των κατακτημένων λαών της Ανατολής. Η Ρώμη σε κάποιο βαθμό υιοθετεί αυτό το ελληνιστικό τοπίο και τον αστικό του πολιτισμό, ο οποίος βασίζεται στην πόλη και στην παιδεία της. Η περίοδος των δυναμικών αλλαγών στον κοινωνικό ιστό, οι οποίες επιφέρουν τη μετάβαση από έναν ανθρωποκεντρικό σε έναν θεοκεντρικό-θεοκρατικό πολιτισμό εξικνείται από τον 3ο έως τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Αν θέλουμε να είμαστε ακόμα πιο ακριβείς, εστιάζουμε στον κομβικό 4ο αιώνα, όταν πλέον ο κώδικας, δηλαδή το χειρόγραφο βιβλίο, έχει αντικαταστήσει το δύσχρηστο ειλητάριο (ρολό περγαμηνής ή παπύρου). Ως ο εύχρηστος φορέας, ήδη από τα τέλη του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα, ιερών κειμένων –των λεγομένων Γραφών−, ο κώδικας είναι το κατεξοχήν εργαλείο της ιεραποστολής, το όργανο που ευνόησε όσο τίποτε άλλο τη μετάλλαξη ενός προφορικού πολιτισμού σε γραπτό. Αυτοί τους οποίους θα ονομάσει αργότερα το Κοράνι «λαούς του βιβλίου» αποτελούν τον νέο κοινωνικό ιστό. Σταδιακά η πόλις ως κοινωνιολογική οντότητα παραχωρεί τη θέση της στην κειμενική κοινότητα, με τα άτομα να βιώνουν τη συνειδησιακή μετάλλαξη από την πολιτική στη θρησκευτική ταυτότητα. (Πολύμνια Αθανασιάδη, καθηγήτρια Ιστορίας)
Η εικόνα παριστά μιαν "εκχριστιανισμένη Αφροδίτη": ρωμαϊκό αντίγραφο ενός χαμένου έργου του Πραξιτέλη (4ος αι. π.Χ.).Προσέξτε τους σταυρούς στο μέτωπο και στο πηγούνι, με στόχο να "εξορκιστεί" ο κακός δαίμων της Αρχαιότητας, ο "αμαρτωλός", και να γίνει η θεά του έρωτα άλαλη και τυφλή.
Ο πρόωρος θάνατος του Αλέξανδρου το 323 π.Χ. αφήνει αναπάντητο το ερώτημα, αν θα μπορούσε με τις εξαιρετικές ικανότητές του, να επιτύχει την πολιτική ενότητα της αυτοκρατορίας του. Η αυτοκρατορία του κατακερματίζεται και διαμοιράζεται στους διαδόχους του. Στα ελληνιστικά βασίλεια κατοικεί ένα μωσαϊκό υπηκόων χωρίς καμιά ομοιογένεια από άποψη φυλετική, κοινωνική, πολιτική. «Επίσημη γλώσσα» είναι η ελληνική. Πρόκειται για την εξελιγμένη μορφή της αττικής διάλεκτου που έγινε η παγκόσμια γλώσσα της ελληνιστικής εποχής («ελληνιστική κοινή»). Σε αυτήν γράφονται οι νόμοι, τα επίσημα κείμενα, τα βιβλία (συμπεριλαμβανομένης και της Καινής Διαθήκης αργότερα). Οι παλαιές γλώσσες πάντως διασώζονται ως μητρικές γλώσσες μεγάλων ομάδων πληθυσμού, όπως για παράδειγμα η αραμαϊκή (η γλώσσα του Ιησού) και η αιγυπτιακή.
Ο καινούργιος κόσμος μοιάζει να μην έχει όρια. Η μετάβαση από τον προστατευτικό χώρο της πόλεως – κράτους στον κοσμοπολιτισμό, η συμβίωση με τόσους διαφορετικούς ανθρώπους, προκαλεί ανασφάλεια. Ο κόσμος όμως, όχι πια η πόλις, αποτελεί, κατά τον φιλόσοφο Ζήνωνα, θεμελιωτή της στωικής φιλοσοφίας*, το νέο πρότυπο της ανθρώπινης κοινότητας: «...να μη ζούμε χωρισμένοι σε κράτη και σε δήμους και σε σύνορα ξεχωριστών δικαίων, παρά όλους τους ανθρώπους να τους λογαριάζουμε για συνδημότες και συμπολίτες μας, και μια ζωή και οργάνωση να υπάρχει...» (Πλούταρχος, Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής, 329, 6α, μτφρ. Θρ. Σταύρου). Το φιλοσοφικό αυτό όραμα του Ζήνωνα, ο Αλέξανδρος το έκανε πράξη. Ο άνθρωπος της ελληνιστικής εποχής παύει να είναι πολίτης της πόλης του, γίνεται «πολίτης της οικουμένης». Τα ελληνιστικά βασίλεια επιζούν περισσότερο από έναν αιώνα και συνδέονται μεταξύ τους με κοινούς δεσμούς γλώσσας, πολιτισμού και εμπορίου. Βαθμιαία όμως αρχίζουν να εξασθενούν. Το ένα μετά το άλλο υποτάσσονται στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το πρότυπο αυτοκρατορίας που ίδρυσε ο Αλέξανδρος, όπως συνεχίστηκε από τους διαδόχους του, βρίσκει έκφραση στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Χάρη σε αυτόν τον νεαρό, ιδιοφυή και φιλόδοξο βασιλιά, ο ελληνικός πολιτισμός έγινε οικουμενικός, και επηρέασε βαθύτατα όλο τον αρχαίο κόσμο.
Το 330 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος επιλέγει την ελληνική πόλη του Βυζαντίου, στην υδάτινη οδό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, για να θεμελιώσει τη «νέα Ρώμη», τη «βασιλεύουσα» Κωνσταντινούπολη. Οι τρεις κύριες κατευθυντήριες αρχές που διέπουν τη διακυβέρνηση της ανατολικής ρωμαϊκής (βυζαντινής) αυτοκρατορίας είναι α) η ρωμαϊκή παράδοση στους νόμους και τη διοίκηση, β) ο ελληνικός πολιτισμός, γ) η χριστιανική θρησκεία. Αυτά είναι και τα τρία σπουδαιότερα στοιχεία που διαμόρφωσαν τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Ο 6ος αιώνας σφραγίζεται από τη βασιλεία του Ιουστινιανού. Επιδιώξεις του είναι η αναβίωση της οικουμενικής ρωμαϊκής ηγεμονίας (‘imperium romanum’) και η ενότητα του χριστιανικού κόσμου. Τον σκοπό αυτό εξυπηρετεί και η ανασύσταση του ρωμαϊκού δικαίου. Έτσι, ένα τιτάνιο, χωρίς προηγούμενο, νομοθετικό έργο ολοκληρώνεται σε απίστευτα μικρό χρονικό διάστημα. Πρόκειται για τη συστηματική κωδικοποίηση του ρωμαϊκού δικαίου σε ένα «σώμα», το περίφημο Corpus Iuris Civilis, όπως μετονομάστηκε. Το Βυζάντιο θα χρησιμοποιήσει το απαράμιλλο αυτό εργαλείο για την απονομή δικαιοσύνης σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και θα το μεταβιβάσει ως ανεκτίμητη κληρονομιά για τη νομική επιστήμη στην Ευρώπη των νεότερων χρόνων.
Στην παρακμή του Βυζαντίου συντελεί η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους από το 1204 μέχρι το 1261. Στο διάστημα αυτό εντείνονται οι τάσεις ανεξαρτητοποίησης των ισχυρών γαιοκτημόνων και της στρατιωτικής αριστοκρατίας, που είχαν αρχίσει ήδη από παλαιότερα.
Το ανασυσταθέν, μετά από τη Φραγκοκρατία, βυζαντινό κράτος δεν είχε τη δύναμη και την έκταση της παλιάς αυτοκρατορίας. Οι διοικητές των βυζαντινών επαρχιών ξεφεύγουν από τον έλεγχο της κεντρικής εξουσίας και καταλήγουν να γίνουν σχεδόν ανεξάρτητοι. Η κεντρική κυβέρνηση της δυναστείας των Παλαιολόγων αναγκάζεται να παραχωρήσει διάφορα προνόμια στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας, όπως για παράδειγμα στην Αδριανούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες, τα Ιωάννινα, τη Μονεμβασιά. Μερικές από αυτές γνωρίζουν μια πραγματική κοινοτική διοίκηση. Η Κωνσταντινούπολη παύει να είναι το μοναδικό κατευθυντήριο κέντρο του ελληνισμού. Η αντίσταση και ο ηρωικός θάνατος του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πάνω στα τείχη της Πόλης, τροφοδοτεί τον βυζαντινό θρύλο για την αναγέννηση του Βυζαντίου. Από την καταστροφή του 1453, ο ελληνισμός θα κάνει τέσσερις αιώνες να συνέλθει.
Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες βιώνουν την οθωμανική επιβολή, η ελληνική πολιτισμική κληρονομιά, η ελληνική γλώσσα και η χριστιανική πίστη κατορθώνουν να διασωθούν. Οι Τούρκοι, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό της κατάκτησης, αφιερώνονται κυρίως στη διεξαγωγή του «ιερού πολέμου». Αφήνουν στους κατακτημένους λαούς το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τις άλλες παραγωγικές δραστηριότητες. Οι υπόδουλοι Έλληνες επωφελούνται από αυτές τις δυνατότητες που τους παραχωρεί το διοικητικό και φορολογικό σύστημα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στα χωριά και τις πόλεις οι κοινοτικοί άρχοντες (πρόκριτοι, προεστοί) αντιπροσωπεύουν τους υπηκόους και παίρνουν μέρος μαζί με τους υπαλλήλους της κεντρικής διοίκησης στην κατανομή των φόρων και στο διακανονισμό των τοπικών υποθέσεων. Διαδραματίζουν δηλαδή έναν ρόλο μεσάζοντα μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και των χριστιανών υπηκόων του Σουλτάνου. Σταδιακά, διαμορφώνεται μια πραγματική κοινοτική και περιφερειακή διοίκηση των ελληνικών κοινοτήτων, οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκουν τον συνεκτικό δεσμό τους στην ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο «αφηρημένος» Χώρος γίνεται αντιληπτός από το υποκείμενο σε συγκεκριμένο στάδιο της νοητικής του εξέλιξης. Όμως, η αντίληψη του ατόμου για τον χώρο εξαρτάται άμεσα από τον "χάρτη" του κόσμου όπως έχει διαμορφωθεί στην εποχή του. Για παράδειγμα, στην εποχή του Εκαταίου του Μιλήσιου οι Έλληνες θεωρούσαν πως η Γη είναι κάπως έτσι:
Σήμερα ξέρουμε πως ο "σωστός" χάρτης της Γης (που από την εποχή του Εκαταίου ως σήμερα ελάχιστα άλλαξε) είναι ο ακόλουθος:
Η λογικο-μαθηματική προσέγγιση του γεωγραφικού χώρου δεν είναι παρά μια φιλοσοφική σύλληψη. Δεν πρόκειται για μια αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά για μια κατασκευή του ανθρώπινου νου, στα πλαίσια της συγκεκριμένης κουλτούρας και του συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου και ιστορικού χρόνου.
ΑΣΚΗΣΗ: Συγκρίνοντας τον "λάθος" χάρτη της εποχής του Εκαταίου με τον "ορθό" χάρτη όπως τον ξέρουμε σήμερα, να συμπεράνετε κάποια πράγματα για την εικόνα του κόσμου που είχαν οι αρχαίοι Έλληνες.
Σε τι συνίσταται, όμως, η "εικόνα του κόσμου" που έχει ο άνθρωπος της κάθε ιστορικής περιόδου; Την απάντηση μάς τη δίνουν τόσο τα κείμενα των ιστορικών, όσο και τα κείμενα των φιλοσόφων. Ας φτιάξουμε ένα πίνακα , όπου θα αναγράψουμε τους κύριους φιλοσόφους κάθε εποχής, και ας σημειώσουμε από κάτω τις απόψεις τους για τον ΧΩΡΟ γενικά. Ποια είναι η έννοια του χώρου κατά τον Πλάτωνα, ποια κατά τον Αριστοτέλη;
Ανάλογα με την απάντηση που θα δώσεις σε αυτά τα ερωτήματα, σταδιακά θα κατανοήσεις την έννοια ΧΩΡΟΣ όπως την αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής. Κατά προσέγγισιν, τουλάχιστον. Ένα νεώτερο αρχαιολογικό εύρημα μπορεί κάλλιστα να ανατρέψει τα συμπεράσματά σου. Οφείλεις όμως, αν θέλεις να λέγεσαι μορφωμένος άνθρωπος, να καταλήξεις σε κάποια συμπεράσματα, ήδη από τα μαθητικά σου χρόνια. Και το καλύτερο θα είναι να κάνεις αυτήν τη συζήτηση μέσα στην τάξη, με τους συμμαθητές σου.
Με την "τοποθέτηση" των πληροφοριών σε έναν οπτικά αντιληπτό χώρο (χάρτη, απεικόνιση, σχέδιο, αναπαράσταση, μικρογραφία) αλλά και με την προβολή εκπαιδευτικών ντοκιμαντέρ, η διδασκαλία της Ιστορίας μάς δημιουργεί, σταδιακά, μιαν ΟΠΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ του ιστορικού ΧΩΡΟΥ.
H σημερινή συλλογική πρόσληψή μας για τη θάλασσα μοιάζει μάλλον να περιορίζεται στο Αιγαίο Πέλαγος. Αυτό φαίνεται να έχει γενικότερα επικρατήσει στο τρέχον γεωγραφικό συλλογικό «αντιληπτικό» μας. Και σε μια, λίγο πιο προωθημένη περίπτωση (κυρίως από οικογενειακές προσφυγικές αντηχήσεις) το Αιγαίου μπορεί να φαντάζει ως η θαλάσσια διεπαφή με τον Εύξεινο Πόντο και την Ανατολική Μεσόγειο. Μπορεί (αισιόδοξα) να στρέφεται και ολίγον δυτικά, προς την υπόλοιπη Μεσόγειο, περνώντας κάπως ανεπαίσθητα από το Ιόνιο Πέλαγος… Σπανιότερα, μπορεί να “αγγίξει” αφηρημένα και τον Ωκεανό ―κατά τη Μιλησιακή του έννοια―, όταν διαπερνάει φευγαλέα το μυαλό μας η παγκόσμια μεγάλη σύγχρονη υπερπόντια ναυτιλία μας.
Το παραπάνω γεωγραφικό σχήμα της αντίληψης των νέων Ελλήνων για τον κόσμο της θάλασσας μοιάζει με ό,τι απεικόνιζε ο χάρτης του Αναξίμανδρου (περ. 610-547 π.Χ.), είκοσι επτά αιώνες πριν. Όταν μετά τα Ομηρικά Έπη οι Μιλήσιοι πρώτοι, με το γράφειν τὴν γῆν τους τον 6ο αιώνα π.Χ., τακτοποίησαν την οικουμένη σε κυκλικό δίσκο. Τρεις ήπειροι, Ευρώπη, Ασία, Αφρική (Λιβύη τότε) και ένα ζεύγος θαλασσών ανάμεσά τους, η Μεσόγειος και ο Εύξεινος Πόντος συμπλήρωναν με το Αιγαίο Πέλαγος τον κόσμο τους. Οι τρεις θάλασσες αποτελούσαν διαχρονικά τα πρώτα πεδία ναυτικής δράσης των Ελλήνων.
H γεωγραφική αυτή ελληνοκεντρική διάταξη της τότε γνωστής οικουμένης ήταν προσανατολισμένη κατά τους τέσσερις βασικούς μυθικούς ανέμους Βορέα, Νότο, Ζέφυρο και Εύρο. Έπνεαν αντίστοιχα από τη διεύθυνση του Πολικού Αστέρα, την Αφρική, τις Ηράκλειες Στήλες, στο δυτικό άκρο της Μεσογείου και τη Βαβυλώνα, στο ανατολικό άκρο της Ασίας, σε σημερινή απόσταση των δύο τόπων περ. 4.600 χλμ.
Ένας μυστηριώδης Ωκεανός, απροσδιόριστης έκτασης, απλώνονταν πέραν της περιμέτρου του Μιλησιακού δίσκου. Η δυτική ήταν η πρώτη περιοχή του με όνομα (Ατλαντικός). Οφείλεται στον ποιητή από την Μεγάλη Ελλάδα Στησίχορο (περ. 630-555 π.Χ.) και στο έργο του Γηρυονηίς, με τον τερατόσωμο Γηρυόνη του δέκατου Ηράκλειου άθλου ― από όπου και το τοπωνύμιο “Ηράκλειες Στήλες”. Ίσως για αυτό ο Ατλαντικός Ωκεανός ακούγεται γνωστότερος στους Έλληνες σήμερα, από ότι οι άλλοι σχεδόν «άγνωστοι» Ωκεανοί.
Κατά τον aναξιμάνδρειο γεωγραφικό σχηματισμό, η Μεσόγειος χώριζε την Ευρώπη από την Αφρική. Ο Νείλος ποταμός την Αφρική από την Ασία και την Ασία από την Ευρώπη ο Τάναϊς ποταμός, ο σημερινός Δον (Χάρτης #47), βόρεια του Καυκάσου, εκβάλλοντας στο βόρειο άκρο της Μεώτιδος λίμνης (σήμερα Αζοφική), εκεί όπου υπήρξε η ομώνυμη αποικία της Μιλήτου. Κατά άλλη εκδοχή, το όριο Ευρώπης–Ασίας αποτελούσε ο Φάσις ποταμός, νότια του Καυκάσου ―στην Κολχίδα― εκβάλλοντας στον Εύξεινο Πόντο (σήμερα ποταμός Ριόνι στη δυτική Γεωργία). Και τα τρία “όρια” των ηπείρων της τότε οικουμένης συνδέονταν με τις δύο θάλασσες, Μεσόγειο και Πόντο. Στο σχεδιάγραμμα του κόσμου του Αναξίμανδρου “δεν υπάρχει” η Ερυθρά Θάλασσα ούτε άλλη επιμέρους ονομασία του περιβάλλοντος Ωκεανού προς τα εκεί, στον Νότο.
Ίσως εδώ αξίζει να σημειωθεί η εντυπωσιακή εννοιολογική χαρτογραφική «ομοιότητα», δεκατρείς αιώνες αργότερα του πρώτου Μιλησιακού δίσκου της οικουμένης, του Ισίδωρου της Σεβίλης (περ. 560-636), με τη συμβολική απεικόνιση Orbis Terrarum (OT), του πρώιμου δυτικού μεσαίωνα.
Αριστερά: Η Μιλησιακή οικουμένη του Αναξίμανδρου, των τριών ηπείρων (Ε: Ευρώπη, Α: Ασία, Λ: Λιβύη/Αφρική), δύο θαλασσών (Μεσόγειος, Εύξεινος Πόντος) και δύο ποταμών-ηπειρωτικών ορίων (Τάναϊς και Νείλος). Δεξιά: Η μεσαιωνική οικουμένη ΟΤ, του Ισίδωρου, των τριών ηπείρων, μιας θάλασσας και δύο ποταμών.
Ο κυκλικός δίσκος της οικουμένης του επόμενου Μιλησιακού γράφειν τὴν γῆν από τον Εκαταίο (περ. 550-476 π.Χ.), στο συναφές έργο του Γῆς περίοδος, διατηρεί τη γεωγραφική τακτοποίηση του Αναξίμανδρου, διευρύνοντας την οικουμένη προς την Ασία, κατά 1,5 φορές, μέχρι τον Ινδό ποταμό ― σημερινή απόστασή του από τις Ηράκλειες στήλες περ. 7.000 χλμ. To ανατολικό και νοτιοανατολικό τμήμα της περιμέτρου του δίσκου αποκλίνει μορφολογικά από το Αναξιμάνδρειο κυκλικό σχήμα, περιλαμβάνοντας τώρα περισσότερη γεωγραφική πληροφορία. Κολπώσεις σχηματίζονται στο εκεί τμήμα του Ωκεανού. Βορειοανατολικά η Κασπία, γνωστή αργότερα ως μεγάλη λίμνη στη περιγραφή του Ηροδότου (περ. 484- 425 π.Χ). Νότια η Ερυθρά Θάλασσα σε στενόμακρη κόλπωση με έναν μικρότερο κόλπο νοτιοανατολικότερα, τον Περσικό, διαμορφώνει τη μεγάλη χερσόνησο που «γεφυρώνει» την Αφρική με την Ασία ― η γνωστή σήμερα τριγωνική Αραβική, η μεγαλύτερη στον κόσμο.
O Εκαταίος αναφέρει συχνά, ως «Αραβία», τη μεσημβρινή ζώνη μεταξύ του Νείλου και του “Αράβιου Κόλπου” ― όπως αποκαλεί την Ερυθρά ή Ερυθραία Θάλασσα, τη στενόμακρη έξοδο στον Ωκεανό. Στη διευρυμένη προς την Ασία (κατά περ. 2.400 χλμ.) ελληνοκεντρική χαρτογραφία του Εκαταίου, η Ερυθρά, η Μεσόγειος και ο Εύξεινος Πόντος σχηματίζουν τα θαλάσσια όρια των τριών ηπείρων της τότε οικουμένης. Αμέσως μετά, ο Ηρόδοτος (γνώστης του έργου του Εκαταίου) εγκαινιάζει τη μετα-Μιλησιακή περίοδο του ελληνικού γράφειν τὴν γῆν, με διακριτή αναφορά της Ερυθράς Θάλασσας καθιερώνοντάς την, από τότε, στην ελληνική γεωγραφική σκέψη. Ο Ηρόδοτος ―οκτώ ετών όταν πέθανε ο Εκαταίος― στο μεγάλο ιστορικό του έργο περιέγραψε, με «γεωγραφικό» τρόπο, τον γνωστό κόσμο του 5ου αιώνα. Από την ιστορική του περιγραφή προέκυψε το σχεδιάγραμμα, γνωστό ως «χάρτης του Ηροδότου». Θα ακολουθήσει εξελικτικά η ανάπτυξη της χαρτογραφίας, που οφείλεται στη γεωγραφική συνιστώσα της Εκστρατείας του Αλέξανδρου, στους ανώνυμους και τους σπουδαίους επώνυμους Έλληνες χαρτογράφους της ελληνιστικής περιόδου, μέχρι τη σημαντική τομή της χαρτογραφίας του Πτολεμαίου με τη Γεωγραφία του, τον 2ο αιώνα μ.Χ.
Με τον Ηρόδοτο το «κέντρο βάρους» της οικουμένης μετατοπίζεται από την Ελλάδα και το Αιγαίο προς τα ανατολικά, στην (εγγύς) Ασία, μέχρι τη Βακτριανή και τον Ινδό ποταμό. Στις περιοχές που οι νέες γεωγραφικές γνώσεις δημιούργησαν τις σχηματικές αλλαγές στην απεικόνιση των νοτιοανατολικών περιοχών της περιμέτρου του δίσκου του Εκαταίου. Η Περσία (κυρίως) και η Αραβία περιγράφονται τώρα καλύτερα, όπως και η Ερυθρά/ Ερυθραία Θάλασσα με τον ευρύτερο προς τα ανατολικά της γεωγραφικό χώρο.
Ο Ωκεανός εκεί θα είναι (μετά τον Ατλαντικό) η δεύτερη περιοχή που θα ονομαστεί, άλλοτε ως Ερυθρά Θάλασσα και άλλοτε ως Aνατολικός Ωκεανός (Δυτικός, για τους Κινέζους), μέχρι να καθιερωθεί ως Ινδικός στις αρχές του 16ου αιώνα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ως σημαντικές πηγές του, για την περιοχή της Ερυθράς, δύο περίπλοες: μια φοινικική με εντολή του φαραώ Νεκώ Β΄ (βασιλ. περ. 610-595 π.Χ.) ―αμφισβητούμενη από τους Στράβωνα και Πτολεμαίο― και κυρίως τον περίπλου του Σκύλακα, λίγο προγενέστερο του Ηροδότου. Ο ελληνικός 5ος αιώνας π.Χ., ανάμεσα σε πολλά που χάρισε στην ανθρωπότητα μέχρι σήμερα, σύστησε στους Έλληνες την Ερυθρά/Ερυθραία Θάλασσα και τον Ωκεανό νότια της Ασίας, που έφερε πολλές φορές το ίδιο όνομα.
Αριστερά: Η Μιλησιακή οικουμένη του Εκαταίου επαυξημένη προς ανατολάς μέχρι τον Ινδό ποταμό, με εμφανή τη μορφοποίηση νέων γεωγραφικών γνώσεων στα νοτιοανατολικά. Η οικουμένη του Ηροδότου, μέχρι τη Βακτριανή και με τη σχηματική διαμόρφωση της Ερυθράς (κόλπος και θάλασσα) ως φυσικό όριο Λιβύης/Αφρικής και Ασίας. Σύνθεση: Β.Λ.
Η εκστρατεία του Αλέξανδρου συνέβαλε σημαντικά στην απόκτηση και συσσώρευση νέων γεωγραφικών γνώσεων για το νότιο θαλάσσιο περιβάλλον της Περσίας, την Ερυθρά, τις αραβικές και ινδικές ακτογραμμές του Νότιου Ωκεανού, στο πλαίσιο και της ναυτικής στρατηγικής του. Σχέδιο του Αλεξάνδρου ήταν η θαλάσσια εμπορική σύνδεση της αυτοκρατορίας του από την Ινδία μέχρι την Αίγυπτο. Αυτό θα γινόταν μέσω της Ερυθράς Θάλασσας στην ευρεία τότε γεωγραφική της έννοια (συμπεριλαμβάνοντας την σημερινή Ερυθρά, τον Κόλπο του Άντεν, τον Περσικό Κόλπο και τον δυτικό Ινδικό Ωκεανό). Λέγεται ότι και ο περιηγητής Πυθέας συμμετείχε στο σχέδιο, στη Δύση αυτός: θα προετοίμαζε, με τον περίπλου του, την επόμενη ―δυτική― εκστρατεία του Αλέξανδρου στο άλλο άκρο του Ωκεανού, στον Ατλαντικό. Το σχέδιο δεν ολοκληρώθηκε, λόγω του θανάτου του στο τέλος του 4ου αιώνα. Όμως η φήμη του Αλέξανδρου στην Ερυθρά ήταν μεγάλη, όπως «υποδεικνύει» η μέχρι σήμερα (αραβική) ονομασία του στενού θαλάσσιου περάσματος, στο νότιο άκρο της Ερυθράς, «Μπαμπ Ισκεντέρ» ―μεταξύ της μικρής νήσου Περίμ (γνωστής ως «Διοδώρου Νήσος») και των ακτών της Υεμένης― που παραπέμπει ευθέως στον Αλέξανδρο (Ισκεντέρ). Στις γεωγραφικές γνώσεις που παρήγαγε η Εκστρατεία και στα συναφή επιτεύγματα των διαδόχων του Αλέξανδρου οφείλεται, κατά μεγάλο μέρος, η ανάπτυξη της ελληνιστικής γεωγραφίας και χαρτογραφίας που θα ακολουθήσει (Χάρτης #80) όπως και η ρωμαϊκή της συνέχεια. Για τη λεπτομερέστερη γνωριμία του ελληνικού κόσμου με την Ερυθρά, στο τέλος της προ Χριστού περίοδο, αποτελεί σταθμό το σχετικό έργο του Αγαθαρχίδη (2ος αιώνας π.Χ.).
Ο Στράβων (63 π.Χ.-23 μ.Χ.) ονόμαζε «Αράβιο Κόλπο» την Ερυθρά Θάλασσα, στο εγγύτερο περιβάλλον του ναυτικού γεωγραφικού χώρου της Ελλάδας. Τον 1ο αιώνα μ.Χ. αντιπροσωπευτικό ελληνικό έργο εστιασμένο στην Ερυθρά ―γραμμένο στην ελληνική κοινή― αποτελεί ο περίφημος Περίπλους τῆς Ἐρυθράς Θαλάσσης (εδώ). Οι μεταφράσεις του επηρέασαν τη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή γεωγραφία και χαρτογραφία. Σε σχετικό χάρτη, με τον ίδιο τίτλο, στο Πάρεργον (τον Άτλαντα του Αρχαίου Κόσμου του 1597), ο γνωστός χαρτογράφος Ορτέλιους αποδίδει τη συγγραφή του Περίπλου στον Αρριανό (περ. 95-175 μ.Χ.). Όμως η πλειοψηφούσα επιστημονική άποψη κατέληξε ότι πρόκειται για ανώνυμο ελληνικό έργο του 1ου αιώνα μ.Χ., δημοφιλές το α΄ μισό του 16ου αιώνα. Η πρώτη του έκδοση έγινε από τους Φρόμπεν της Βασιλείας την ίδια χρονιά (1533) της έκδοσης εκεί της πρώτης ελληνικής έντυπης έκδοσης της Γεωγραφίας του Πτολεμαίου χωρίς χάρτες ― του Εράσμου. Σε σχόλιο στον χάρτη του Ορτέλιους, εκτός του Αρριανού, αναφέρονται ελληνικά και ιταλικά ονόματα, όπως των Αλέξανδρου, Ραμούζιο, Πτολεμαίου, Τραϊανού, Ηρόδοτου, Ευριπίδη, Νεάρχου και στην απεικόνιση της Ερυθράς σημειώνονται πολλά ελληνικά τοπωνύμια, π.χ., Αρσινόη, Λευκή, Βερενίκη, Ιχθυοφάγοι, Άδουλις, Κατακεκαυμένη, Διοδώρου κ.ά. που καταγράφονται στη Γεωγραφία του Πτολεμαίου.
Στο έργο του Πτολεμαίου (περ. 100-170 μ.Χ.) Γεωγραφικὴ Ὑφήγησις, (Γεωγραφία), η Ερυθρά Θάλασσα ονομάζεται «Αράβιος (Αραβικός) Κόλπος» και «Ερυθρά Θάλασσα» η μεσημβρινή θαλάσσια περιοχή ―αργότερα θάλασσα του Άντεν, γνωστού στους Έλληνες ως «Αραβίας Εμπόριον»― πριν τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό. Η περιοχή απεικονίζεται σε δύο Πίνακες, στον 4ο (μικρής κλίμακας) της Αφρικής, και στον 6ο (μεγαλύτερης κλίμακας) της Ασίας. Και εδώ σημειώνεται αριθμός ελληνικών τοπωνυμίων, όπως και η περίφημη «Διοσκουρίδου Νήσος»
Στους χάρτες, χειρόγραφους και έντυπους της Γεωγραφίας απεικονίζονται με εντυπωσιακή πυκνότητα νήσοι και νησίδες στην Ερυθρά, με ελληνικά τοπωνύμια, όπως και στην περιβάλλουσα ακτογραμμή ― αφρικανική και ασιατική. Η τοπωνυμική πυκνότητα είναι ιδιαίτερα μεγάλη και στον σημαντικό ―ευρύτερα άγνωστο― λεπτομερή χάρτη της Ερυθράς του 1774, με τίτλο Mare Rubrum seu Sinus Arabicus (Ερυθρά Θάλασσα ή Αραβικός Κόλπος) του Γερμανού Κάρστεν Νίμπουρ (1733-1815), στην επιστημονική υπηρεσία του τότε βασιλείου Δανίας-Νορβηγίας. Ο χάρτης συντάχθηκε από επιτόπια μετρητική χαρτογράφηση (1762-1763) του Νίμπουρ, στο πλαίσιο των εργασιών της εξαμελούς Δανικής επιστημονικής αποστολής στην περιοχή, την εξαετία 1761-1767, υπό την αιγίδα του Φρειδερίκου E΄. Από αυτήν την ιστορική, φιλόδοξη και μυθιστορηματική αποστολή επέστρεψε μόνο ο Νίμπουρ στην Κοπεγχάγη!
Επιστρέφοντας από τους φιλόδοξους Δανούς του 18ου αιώνα στους Έλληνες, πρέπει να σημειωθεί ότι και για τους Βυζαντινούς η Ερυθρά Θάλασσα (ή ως Αραβικός Κόλπος) είχε μεγάλη γεωστρατηγική σπουδαιότητα, για το εμπόριο και την προβολή ισχύος της αυτοκρατορίας προς τον Ινδικό Ωκεανό. Αλλά και για σοβαρούς θρησκευτικούς συμμαχικούς λόγους (διπλωματικούς και προσκυνηματικούς), για την υποστήριξη των σχέσεων με την ορθόδοξη (Αξουμική) Αιθιοπία, σε αντιπαλότητα με το Σασσανιδικό Ιράν και αργότερα με το Ισλαμικό Χαλιφάτο. Δεν είναι τυχαίο ότι το πλήρες σχετικό κεφάλαιο περί Ερυθράς, το οποίο διασώθηκε από το έργο του Αγαθαρχίδη (2ος αιώνας π.Χ.) εντάχθηκε από τον πατριάρχη Φώτιο Α΄ (820-893) στη Μυριόβιβλο. Επιπλέον, το αδιάψευστο τεκμήριο της γνώσης των Βυζαντινών για την Ερυθρά, τον θαλάσσιο δίαυλο επικοινωνίας με τον «Νότιο Ωκεανό», προκύπτει από το γεγονός ότι στην ύστερη περίοδο της Κωνσταντινούπολης «αναδύθηκε» εκεί η Γεωγραφία του Πτολεμαίου (τέλ. 13ου - αρχ. 14ου αιώνα), ως κείμενο και χάρτες, όπου και οι λεπτομερείς περιγραφές της Ερυθράς και του θαλάσσιου προς νότο περιβάλλοντός της
Μιλώντας για τη Μεσόγειο Θάλασσα, πρέπει να ξέρουμε πώς αυτή μετατράπηκε σε χώρο διεκδραμάτισης ιστορικών γεγονότων. Πώς, δηλαδή, μετατράπηκε σε ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΧΩΡΟ παίρνοντας το συγκεκριμένο όνομα: "Μεσόγειος" είναι η θάλασσα που εκτείνεται μεταξύ δύο γαιών. Και οι "δύο γαίες" για την αντίληψη των αρχαίων ήσαν αφενός ο κορμός της Ευρασίας (Ευρώπης και Ασίας ΜΑΖΙ) κι αφετέρου ο ενιαίος κορμός της Αφρικής. Ο μύθος μιλά για αρπαγή της Ευρώπης από τον Δία και για μεταφορά της στον κύριο κορμό της Ευρώπης: αυτός ο μύθος συνδέει τις δύο ηπείρους, τόσο γεωγραφικά, όσο και πολιτιστικά. Παρά το πλήθος των παράκτιων λαών εκ των οποίων αναπτύχθηκαν με τη σειρά τους διάφοροι αρχαίοι πολιτισμοί, πρώτα εκ του Αιγαίου και της ανατολικής λεκάνης και μέχρι της δυτικής (που εξαπλώθηκαν στη συνέχεια με ενδιάμεσες αποικίες) η Μεσόγειος περιέργως δεν είχε εξ αρχής και επί αιώνες ιδιαίτερο όνομα.
Ο Ηρόδοτος π.χ. χρησιμοποιεί επί μέρους ονόματα θαλασσών και κολπώσεών της αντί ενιαίου ονόματος (Α 163). Άλλοι αρχαίοι Έλληνες αναφέρονται σε αυτήν περιφραστικά, είτε προς τον έξω από τις Ηράκλειες στήλες απλωμένο ωκεανό, είτε ως γνωστότερη την έσω από τις εν λόγω στήλες. Π.χ. ο Στράβων την ονομάζει: «η εντός και καθ΄ ημάς λεγομένη θάλασσα», προσδιορισμό που πιστά μιμήθηκαν αργότερα οι Ρωμαίοι και τον μετέφρασαν ως «Μare Νostrum» (= ημέτερη θάλασσα). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης την ονομάζει «θάλασσα» έναντι εκείνου του ωκεανού. Το αυτό και ο Πολύβιος, ενώ άλλοι Ρωμαίοι χρησιμοποιούν τον όρο «mare internum» ή «mare insentinum» (= εσωτερική θάλασσα) καθώς και «Μare magnum» (=Μεγάλη θάλασσα).
Η πατρότητα του όρου «Μεσόγειος θάλασσα» ανήκει ιστορικά στους Λατίνους και μάλιστα περί τα μέσα του 3ου αιώνα, οπότε πρώτος ο Σολίνος τη ονομάζει χαρακτηριστικά «Mare Mediterraneum» ως μεταξύ δύο ηπείρων θάλασσα, καθιστάμενος ιστορικός ανάδοχος του ονόματος αυτής. Ο 16ος και 17ος αιώνας βρίσκει τη θάλασσα αυτή να ονομάζεται: Λευκή θάλασσα, ή θάλασσα των Ελλήνων (έτσι την ονόμαζαν και οι Τούρκοι σε αντιδιαστολή με το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο). Η πατρότητα του ελληνικού όρου «Μεσόγειος» οφείλεται στον γεωγράφο - επίσκοπο Αθηνών Μελέτιο (Γεωγραφία παλαιά και Νέα, Α 80 - 1707) με τον επιπρόσθετο χαρακτηρισμό ως «δεύτερο κόλπο του ωκεανού», εννοώντας ως πρώτο τον Βισκαϊκό.
Ιστορικά ονόματα που έχουν δοθεί για επιμέρους περιοχές της Μεσογείου είναι: Σαρδώο πέλαγος, Ιβηρικό π., Γαλλικό π., Ταρτησσός Κόλπος, Βαλεαρικό π., Λυγουρικό, Λιγυστικό, Αυσώνιο, Τυρρηνό, Σικελικό, Ιωνικό, Αιγαίο, Αδρίας, Ρόδιο, Κύπριο, Κιλικίας αυλών κ.ά.
Είδαμε, επί τροχάδην,πώς διαμορφώθηκε ο θαλάσσιος χώρος της λεκάνης της Μεσογείου σε ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΧΩΡΟ.
ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟ ΧΩΡΟ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΝΟΥ
Παρμενίδης: «Ταυτόν εστι νοείν τε και ούνεκεν εστί νόημα» DK 28B3 (Παρμενίδης).
Σύμφωνα με τους ορθολογιστές φιλοσόφους, η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως από τον ίδιο τον ορθό λόγο και τα βασικά της στοιχεία μπορούν να αναζητηθούν στον νου μας. Η γνώση αυτή μπορεί να αποκληθεί a priori ή προ-εμπειρική, αφού φαίνεται να είναι δυνατή πριν ή ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εμπειρία. Κατά τους εμπειριστές η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κυρίως ή και αποκλειστικά από τις αισθήσεις. Η αφετηρία της συνίσταται στην καταχώριση, την αποτύπωση στον νου, μέσα από την αισθητηριακή αντίληψη, των “στοιχειωδών δεδομένων” του κόσμου που μας περιβάλλει.
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΨΗ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ Ο ΝΟΥΣ ΜΑΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΗ ΣΩΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ; Για να απαντήσετε να λάβετε υπ'όψιν σας τον χάρτη του κόσμου που σας δίνω πιο κάτω, ένα χάρτη που περιγράφει τον κόσμο όπως τον καταλάβαιναν στην εποχή του Αναξίμανδρου και του Θαλή. Προσέξτε πως η τότε γνωστή "ξηρά" περιβάλλεται από έναν ακατανόητο Ωκεανό, και πως εκεί, στα όρια ξηράς και Ωκεανού, "τελειώνει" ο κόσμος για τους αρχαίους Έλληνες.
Οι ορθολογιστές σκέφτονται το εξής: εκτός από τις έννοιες που δηλώνουν ένα σύνολο ίδιων πραγμάτων (π.χ. “βιβλίο”, "λαχανικό", "έπιπλο", "εργαλείο", κλπ. ), έχουμε και έννοιες που δηλώνουν κάποια γνωρίσματα/χαρακτηριστικά/ιδιότητες/"κατηγορήματα" των πραγμάτων. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την έννοια “λευκό”. Μήπως υπάρχει μία καθαρή ουσία της λευκότητας, που είναι πάντα ίδια και η οποία δίνει στα πράγματα (όταν αυτά μετέχουν, λίγο ή πολύ, σ’ αυτήν) το χαρακτηριστικό της λευκότητας;
Ο Πλάτων ονομάζει τις καθαρές αυτές ουσίες "ιδέες". Οι ιδέες είναι πράγματα υπαρκτά, ανεξάρτητα από τον αισθητό κόσμο, αιώνια και αμετάβλητα, που μπορούμε να τα προσεγγίσουμε και να τα γνωρίσουμε μόνο με τον νου και όχι με τις αισθήσεις. Με αυτόν τον τρόπο ο Πλάτων οδηγείται σε έναν δυϊσμό. Θεωρεί ότι υπάρχουν δύο κόσμοι, ο αισθητός κόσμος της εμπειρίας μας και ο κόσμος των ιδεών, που είναι νοητός και υπεραισθητός. Στον Μύθο του Σπηλαίου (στο έργο του "Πολιτεία") ο Πλάτων βάζει τον φιλόσοφο να είναι σε θέση να έρθει σε επαφή με τον κόσμο των ιδεών. Σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που έχει την είσοδό της ανοιγμένη στο φως, ζουν από παιδιά άνθρωποι αλυσοδεμένοι από τα πόδια και τον τράχηλο. Πίσω τους, ψηλά και σε απόσταση, υπάρχει φωτιά αναμμένη και στο ενδιάμεσο ένας δρόμος, κατά μήκος του οποίου βρίσκεται ένας μικρός τοίχος, όπως τα παραπετάσματα των θαυματοποιών. Πίσω απ΄ τον τοίχο περνούν άνθρωποι μεταφέροντας πάνω από το ύψος του κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και ομοιώματα ανθρώπων και ζώων. Οι σκιές τους προβάλλονται χάρη στο φως της φωτιάς στο βάθος του σπηλαίου, το μοναδικό οπτικό πεδίο των δεσμωτών. Ανήμποροι να κινηθούν και περιοριζόμενοι στη φυσική τους όραση οι έγκλειστοι νομίζουν πως οι σκιές είναι τα ίδια τα αντικείμενα και ο αντίλλαλος από τις ομιλίες εκείνων που κινούνται πίσω από το τοιχίο, η φωνή των σκιών. Ο κόσμος του σπηλαίου και όσα διαδραματίζονται εντός του είναι τόσο δεδομένος, ώστε να μη γεννά την παραμικρή αμφιβολία για το αν είναι αληθινός. Καθηλωμένοι στην ίδια θέση οι έγκλειστοι βλέπουν μόνο σκιές και, ελλείψει άλλων ερεθισμάτων, θεωρούν αυτονόητη την αυθεντικότητά τους. Τα δεσμά τούς στερούν κάθε δυνατότητα κίνησης, αυτενέργειας και διεύρυνσης του οπτικού τους πεδίου. Προσωπική δράση δεν υφίσταται. Υπάρχει μόνον όρασης αλλά και αυτή δεν είναι άλλο από παθητική παρατήρηση των συμβάντων, αναντίρρητη αποδοχή των δεδομένων των αισθήσεων, άγνοια, πλάνη.
Στον κόσμο του σπηλαίου, λέει ο Πλάτων, επικρατεί απόλυτη ομοιομορφία. Κανένας δεσμώτης δεν ξεχωρίζει από τους άλλους, γιατί κανένας δεν έχει συναίσθηση της μοναδικότητας του. Η αυτογνωσία και η ετερογνωσία απουσιάζουν, καθώς δε βλέπουν τίποτε άλλο εκτός από τις σκιές του εαυτού τους και των συνανθρώπων τους. Κάποια στιγμή όμως, ένας από αυτούς κατορθώνει να ελευθερωθεί και να ανέβει στον κόσμο του φωτός. Σηκώνεται, στρέφει το λαιμό του, περπατά, κοιτάζει προς το μέρος της φωτιάς και εν συνεχεία προς τα αντικείμενα που περιδιαβαίνουν το παρατείχισμα. Το πέρασμα από τη σκιά στο αισθητό είναι το πρώτο βήμα, η αρχή μιας επίπονης και κοπιώδους πορείας προς τη γνώση και την αλήθεια.Ο δεσμώτης έρχεται πιο κοντά στο ον και σε αντικείμενα περισσότερο πραγματικά. Πλάι του βρίσκεται κάποιος που διακριτικά τον καθοδηγεί, συζητώντας και ρωτώντας τον σχετικά μ΄ αυτά που πρωτοαντικρίζει. Ο δεσμώτης τότε περιέρχεται στην κατάσταση του απορείν, βρίσκεται σε αμηχανία και αδυνατεί να δώσει μιαν απάντηση, όταν αυτός που είναι δίπλα του τον ρωτά τι βλέπει. απορείν δεν εκφράζει μόνον την πνευματική του σύγχυση, αλλά και τη συνειδητοποίηση της αγνοίας του. Η ύπαρξη των ομοιωμάτων θέτει εκ των πραγμάτων ζήτημα σύγκρισης με τις σκιές τους, αναφορικά με το βαθμό αυθεντικότητας. Ο δεσμώτης καλείται ν΄ αποφασίσει ποιο από τα δύο δεδομένα είναι αληθέστερον.Η πορεία προς τον κόσμο του φωτός σηματοδοτείται από ένα πλήθος δυσχερειών και από οδύνη. Κοιτάζοντας προς το μέρος της φωτιάς ο πλατωνικός ήρωας αλγοι και αδυνατεί να διακρίνει εκείνα ων τότε τάς σκιάς εώρα. Στρέφοντας το βλέμμα του λίγο αργότερα προς την έξοδο του σπηλαίου υποφέρει κι ο πόνος του μεγιστοποιείται όσο περισσότερο πλησιάζει στον κόσμο των νοητών. Αυτομάτως ο δεσμώτης αντιδρά, αμύνεται, επιμένει να θεωρεί τις σκιές αληθέστερες των ομοιωμάτων και προσπαθεί να επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση. Αυτό που προκαλεί την αντίστασή του, είναι παραδόξως αυτό που τον παρακινεί να εξέλθει από το σπήλαιο είναι το απορείν, που το τοποθετεί στο μεταίχμιο, ανάμεσα στο παρόν του κόσμου των σκιών και στο άδηλο μέλλον ενός καινούργιου κόσμου. Ο δεσμώτης δε θέλει να διακινδυνεύσει την ασφάλεια της ψευδαίσθησης για μιαν αλήθεια που δεν του εγγυάται εξαρχής κάτι καλύτερο. Η απάρνηση της ζωής του σπηλαίου και το ξεκίνημα μιας καινούργιας πορείας, η οποία, ώσπου να περατωθεί, τον αφήνει μετέωρο στο άγνωστο, συνεπάγεται αναμφίβολα οδύνη, ένα μεγάλο ψυχικό κόστος που δικαιολογημένα θα προσπαθήσει να αποφύγει. Η αντίσταση θα καμφθεί σταδιακά, όταν αρχίσει να συνηθίζει την καινούργια κατάσταση, να εξοικειώνεται με τις νέες συνθήκες. Σταδιακά λοιπόν, ανεβαίνοντας στον κόσμο του φωτός, θα μπορέσει να διακρίνει τις σκιές των νοητών και τα είδωλα τους στις υδάτινες επιφάνειες, έπειτα αυτά τα ίδια και τέλος, τον ήλιο , την υπέρτατη ιδέα του αγαθού επίτροπο του ορατού κόσμου και αιτία ύπαρξης των πάντων.
… «Κι αν ακόμη χρειαζόταν να παραβγεί μ’ εκείνους που είχαν παραμείνει δεσμώτες, προσπαθώντας να διακρίνει τις σκιές, ενώ η όρασή του θα ήταν αδύναμη ωσότου προσαρμοστούν τα μάτια του, σάμπως δεν θα γινόταν ρεζίλι και περίγελως; Δεν θα έλεγαν γι’ αυτόν ότι γύρισε με τα μάτια του χαλασμένα από εκεί πάνω που ανέβηκε; Και δεν θα έλεγαν ότι δεν αξίζει τον κόπο κάν να δοκιμάσει κανείς ν’ ανεβεί επάνω; Και αν περνούσε από το χέρι τους να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν αυτόν που ανέβηκε, δεν θα τον σκότωναν;» Πλάτωνα, ΠΟΛΙΤΕΙΑ, 517α (μετάφραση Ν. Σκουτερόπουλου-Ν.Ξένιου)
Ο ανθρώπινος νους εμφανίζεται ως απόλυτη αξία στην πλατωνική θεωρία.
Στην αυτοτέλεια του Νου πίστευε και ο Ντεκάρτ (Descartes, ή Καρτέσιος). Ο Ντεκάρτ δεν τρέφει εμπιστοσύνη προς τα συμπεράσματα της εμπειρίας. Για τον γάλλο φιλόσοφο, η εμπειρία αδυνατεί να καταστεί θεμελιώδες εργαλείο κατανόησης της φύσης, επειδή η λειτουργία των αισθήσεων είναι συχνά παραπλανητική. Την θέση της, ως κριτήριο για την γνώση, καταλαμβάνει η απόλυτη βεβαιότητα για την αλήθεια των λεγομένων μας.
Αμφισβητώντας την εγκυρότητα των αισθήσεων και αμφιβάλλοντας σχετικά με το κατά πόσο οι γνωστικές δυνάμεις του ανθρώπου μπορούν να εξηγήσουν, μέσω της επιστήμης, οριστικά και αμετάκλητα την φυσική πραγματικότητα, ο Ντεκάρτ διακατέχεται από την επιθυμία της προώθησης της κατάλληλης επιστημονικής μεθόδου, ώστε να επιτευχθεί η υπέρβαση της συγκεκριμένης αμφιβολίας.Και αυτή είναι η μέθοδος των Μαθηματικών. Για τον Ντεκάρτ η Γεωμετρία αποτελεί το μοντέλο που έχει γενικές αρχές και μέσω αυστηρής απαγωγικής μεθόδου προχωρά στο μερικό φαινόμενο της φύσης.
Η πραγματικότητα, ισχυρίζεται ο Ντεκάρτ, συνίσταται από φυσικά σώματα που φέρουν πρωταρχικές και δευτερογενείς ιδιότητες. Τις δεύτερες, αποτελούν όσες ιδιότητες γίνονται αντιληπτές από τις αισθήσεις, οπότε εξαρτώνται από τις αντιδράσεις των αισθητήριων οργάνων και συνεπώς έχουν υποκειμενική υπόσταση. Αντίθετα, οι πρωταρχικές ιδιότητες των σωμάτων είναι ποσοτικά μετρήσιμες και γίνονται αντιληπτές μέσω του νου, ο οποίος έχει την ικανότητα να εισχωρεί στην μαθηματική διάσταση της πραγματικότητας.
Κατά τον Ντεκάρτ, η μοναδικότητα του ανθρώπου σε σχέση με τα υπόλοιπα έμβια όντα έγκειται ακριβώς στην αυτοσυνειδησία του και στην ικανότητα να σκέφτεται και ταυτόχρονα να αντιλαμβάνεται αυτή τη ικανότητα. Η διάνοια, είναι το ποιοτικό χαρακτηριστικό που τον κάνει να διαφέρει, και με τη λογική του μπορεί να φτάσει μέχρι τα θεμέλια του οντολογικού πυρήνα της πραγματικότητας και να κατακτήσει τον κόσμο.
Η λειτουργία της φύσης κατά τον Καρτέσιο είναι μηχανιστική, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι εμφανές. Το ίδιο πρέσβευε και ο Γαλιλαίος, στην Αναγέννηση. Εδώ ακριβώς συνίσταται κι ο στόχος της επιστήμης. Στην ανάδειξη δηλαδή, της πραγματικής – αντικειμενικής ουσίας των πραγμάτων, μέσα από τον παραμερισμό των φαινομενικών παραμέτρων και των υποκειμενικών κρίσεων. Η επιστήμη οφείλει να παρουσιάσει την αληθινή υπόσταση των φυσικών όντων και να πετύχει μια πλατιά συναίνεση όλων των επιστημόνων, όσον αφορά τις θεμελιώδεις θεωρητικές αλήθειες του φυσικού κόσμου. Η χρήση του λογικού κι όχι των εμπειριών είναι το εργαλείο γι’ αυτή τη διαδικασία.
Ο Πλάτων ισχυρίζεται ότι η ίδρυση της α ρ ί σ τ η ς π ο λ ι τ ε ί α ς που προτείνει, στηρίζεται στην αληθή και επιστημονική θεώρηση του Όντος, που μόνον ο Φιλόσοφος είναι σε θέση να επιτελέσει. «Γιατί αν οι φιλόσοφοι δεν γίνουν βασιλείς στις πόλεις ή αυτοί που ονομάζονται σήμερα βασιλείς και δυνάστες δεν φιλοσοφήσουν γνήσια κι' όσο χρειάζεται...δεν μπορεί να υπάρξει ευδαιμονία ούτε για τα άτομα ούτε για τις πολιτείες». Αλλά, σύμφωνα με την κριτική του Κορνήλιου Καστοριάδη, ο ισχυρισμός αυτός περί "αρίστης πολιτείαςα" είναι η προσωπική γνώμη του Πλάτωνα, την οποία αυτός θεωρεί ως την μόνη αληθή και επιστημονική, προσπαθεί δε με μεταφυσικά και θεολογικά επιχειρήματα να την κατοχυρώσει, να την καταστήσει έγκυρη και να την προφυλάξει από τις αντιρρήσεις και τις αναιρέσεις.
Κατά τον Κ. Καστοριάδη, η ανθρώπινη δημιουργία δεν καθορίζεται από ορθολογικές διαδικασίες, δεν προ-καθορίζεται από τον Λόγο, αλλά είναι δημιουργία φαντασιακή, ακαθόριστη, μη προκαθορίσιμη, μη καθορίσιμη a priori ορθολογικώς, μη αναγώγιμη, μη υποκείμενη στα σχήματα της αιτιότητας, της λογικής συνεπαγωγής και της τελεολογίας. Από τη στιγμή που η κληρονομημένη σκέψη στηρίζεται σε αυτά τα σχήματα, εγκλωβίζεται ταυτοχρόνως σε αυτά, με αποτέλεσμα να απωθεί και να εξορίζει από την οπτική της τη φαντασία και το φαντασιακό ("H φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας"). Ο Καστοριάδης αρνείται την πλατωνική θεωρία των Ιδεών, την θεωρεί υπεύθυνη για μια σειρά από εμμονές και ψευδαισθήσεις που καθόρισαν την ιστορική εξέλιξη και έκαναν τους λαούς παθητικούς δέκτες των ιδεών της πολιτικής και της οργανωμένης θρησκείας. Στη θέση αυτής της ετεροκαθοριζόμενης κοινωνίας οραματίζεται μιαν αυτο-θεσπιζόμενη κοινωνία, οι πολίτες της οποίας θα έκριναν το καθετί, θα αμφισβητούσαν τον λόγο της τρέχουσας πολιτικής και θα δημιουργούσαν μόνοι τους τις συνθήκες για να γίνει αυτή η κοινωνία δίκαιη και ιδανική.
Στη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα είχε, βέβαια, αντιταχθεί πρώτος πρώτος ο Αριστοτέλης. Πώς είναι δυνατόν, λέει ο Αριστοτέλης, να υπάρχει ένας τέτοιος, ανεξάρτητος από τον αισθητό, κόσμος; Πού βρίσκονται αυτές οι ιδέες; Πώς είναι δυνατόν να σχετίζονται με τα φυσικά αντικείμενα; Ο Αριστοτέλης ονομάζει τα πράγματα ή τις ουσίες αυτές “καθόλου”. Εμείς θα τα ονομάσουμε εδώ καθολικές έννοιες. Για τον Αριστοτέλη οι καθολικές έννοιες (τα “καθόλου”) δεν είναι πράγματα ξεχωριστά από τα φυσικά αντικείμενα, αλλά προκύπτουν από αυτά μέσω νοητικής αφαίρεσης.
Και, για να ξαναέρθουμε στο παράδειγμα με την έννοια του "λευκού": κατά τον Αριστοτέλη, μπορούμε να σχηματίσουμε στον νου μας την καθολική έννοια της λευκότητας, όταν από διάφορα λευκά αντικείμενα αφαιρέσουμε όλες τις άλλες ιδιότητες και κρατήσουμε μόνο την ιδιότητα του λευκού.
Παρόμοια θέση με αυτήν του Αριστοτέλη παίρνουν και οι εμπειριστές φιλόσοφοι (Τζον Λοκ, Ντέιβιντ Χιουμ) όσον αφορά τις καθολικές έννοιες.
Γι’ αυτούς τους φιλοσόφους, όταν σκεφτόμαστε ένα τρίγωνο, σχηματίζουμε στο μυαλό μας μία εικόνα για άποιο τρίγωνο και φροντίζουμε να χρησιμοποιούμε για τον σχηματισμό αυτής της εικόνας μόνο τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλα τα τρίγωνα. Ωστόσο, κάθε εικόνα δεν παύει να είναι κάτι το ατομικό, κάτι που αφορά το μεμονωμένο άτομο.
Πώς η ατομική εικόνα μάς βοηθά να εξηγήσουμε τη γενικότητα της καθολικής έννοιας; Επιπλέον, πώς είναι δυνατόν η λευκότητα, για παράδειγμα, να είναι μέσα στο μυαλό μας; Αυτό που έχουμε στο μυαλό μας είναι η σκέψη μας για τη λευκότητα και όχι η λευκότητα ως ουσία. Αν η καθολική έννοια “λευκό” ήταν σκέψη, τότε οι καθολικές έννοιες δε θα ήταν ίδιες για όλους μας, αφού οι σκέψεις διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Aν πάρουμε το παράδειγμα της ευθείας γραμμής . Πώς φθάνουμε στην αντίληψη της ευθείας γραμμής , όταν στη φύση δεν υπάρχει τίποτε το απόλυτα ευθύ ;
ΚΑΙ ΕΔΩ ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ: ονομάζουμε ευθεία τη συντομότερη δυνατή διαδρομή που οδηγεί από ένα σημείο Α σε ένα σημείο Β. Αυτός ο ορισμός της ευθείας γραμμής προϋποθέτει να έχουμε ως σημείο αναφοράς ένα επίπεδο. Αλλά και η έννοια του επιπέδου είναι μια συμβατική έννοια, επινοημένη από την Ευκλείδεια Γεωμετρία.
Ο Εμπειρισμός έχει τις ρίζες του στην ιδέα πως οτιδήποτε γνωρίζουμε για τον κόσμο, είναι αυτά που μας επιτρέπουν να αντιληφθούμε οι αισθήσεις μας και είναι επαληθεύσιμα μέσω της εμπειρικής απόδειξης. Στηρίζεται στην a posteriori γνώση, δηλαδή στη μη ύπαρξη έμφυτων αλλά ύστερων κατακτήσιμων ιδεών, και διακρίνει την εξωτερική αίσθηση μέσω της οποίας λαμβάνουμε τα εξωτερικά ερεθίσματα και την εσωτερική αίσθηση, μέσω της οποίας τα επεξεργαζόμαστε και δημιουργούμε τις έννοιες και στη συνέχεια τις γνώσεις.
Από τους Προσωκρατικούς φιλοσόφους, κάποιοι βάσισαν τη θεωρία τους στην ύλη, γι'αυτό ονομάστηκαν και υλοζωϊστές. Για παράδειγμα, ο Αναξίμανδρος ο Ελεάτης σκέφτηκε πως η αρχή της ζωής θα πρέπει να βρίσκεται σε κάτι έξω από τα στοιχεία της φύσης, αφού και αυτά κάπως ήρθαν σε ύπαρξη. Έτσι, επινόησε την έννοια του απείρου. Το άπειρο είναι μία αιώνια και απροσδιόριστη ύλη, έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Αυτή «γεννά» τα στοιχεία της φύσης, τα οποία με τη σειρά τους αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και σχηματίζουν τα διάφορα όντα. Όταν τα όντα κάνουν τον κύκλο της ζωής τους επιστρέφουν εκεί από όπου προήλθαν.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον κόσμο ολόκληρο. Ο Αναξίμανδρος, λόγου χάριν, θεωρούσε πως ο κόσμος γεννιέται και πεθαίνει, και στη θέση του ξεκινά και ακμάζει ένας νέος κόσμος. Άποψη πραγματικά αλλόκοτη για την εποχή του. Αλλόκοτος όμως θα ακούστηκε στους συγχρόνους του και ο ισχυρισμός του πως τα έμβια όντα εξελίσσονται από ατελείς υπάρξεις σε τελειότερες, και μάλιστα πως και ο άνθρωπος προήλθε από τα ψάρια. Ο συλλογισμός που τον οδήγησε σε αυτό το συμπέρασμα ήταν ο εξής: «αρχικά ο άνθρωπος προήλθε από διαφορετικά ζώα, διότι τα άλλα ζώα είναι σε θέση να αυτοσυντηρηθούν λίγο καιρό μετά τη γέννησή τους, ενώ ο άνθρωπος χρειάζεται για πολλά χρόνια τη μητρική φροντίδα. Αν, λοιπόν, είχε εμφανιστεί εξ αρχής με την τωρινή του μορφή, δεν θα είχε επιβιώσει». (Ψευδοπλούταχος, Στρωμ. 2) Αυτή ήταν η πρώτη ορθολογιστική προσπάθεια να εντοπιστεί η αρχή της ανθρώπινης ζωής. Ήταν δε τόσο πρωτοποριακή για την εποχή της, που οι διάδοχοι του Αναξιμάνδρου δεν ασχολήθηκαν καθόλου με αυτήν. Η θεωρία της εξελίξεως του Δαρβίνου, στον δέκατο ένατο πλέον αιώνα, βρήκε εν σπέρματι την αρχή της στην παραπάνω θεωρία του Αναξίμανδρου.
Αντίστοιχα (με τον αντιλαμβανόμενο Νου στο προσκήνιο) τοποθετήθηκε και ο Παρμενίδης, ελεατικής καταγωγής και αυτός: «Ταυτόν εστι νοείν τε και ούνεκεν εστί νόημα» (Diels-Kranz 28B3 Παρμενίδης).
Η εξέλιξη των ειδών εμφανίζεται πάλι μετά από πολλές δεκαετίες, στην ευφάνταστη θεωρία του Εμπεδοκλή από τον Ακράγαντα. Ο Εμπεδοκλής ήρθε στον κόσμο την ίδια χρονιά που γεννήθηκε ο Περικλής (495 π.Κ.Χ) και πέθανε 60 χρόνια αργότερα. «Ο Εμπεδοκλής υποστήριζε πως οι πρώτες γενέσεις των ζώων και των φυτών ήταν ατελείς, με τα μέλη χωριστά και όχι συναρθρωμένα. Όταν τα μέλη συναρθρώθηκαν δημιουργήθηκαν οι δεύτερες γενέσεις, που ήταν σαν τα όντα που βλέπουμε στα όνειρά μας. Οι τρίτες δημιούργησαν ολοφυείς μορφές και οι τέταρτες δεν προέκυψαν από ομοιογενή στοιχεία όπως το νερό και η γη. Προέκυψαν από την ανάμειξη , η οποία άλλοτε προερχόταν από την συμπύκνωση της τροφής τους και άλλοτε επειδή η γυναικεία ωραιότητα διέγειρε τη γενετική ορμή. Και τα διάφορα είδη των ζώων διέφεραν το ένα από το άλλο ανάλογα με την ποιότητα του μείγματος…» (Αέτιος 5, 19, 5) Σκόρπια και ασύνδετα μέλη και όργανα σχηματίζουν τερατόμορφα όντα. Σε επόμενο στάδιο, εκείνα που είναι πιο καλά εξοπλισμένα επιβιώνουν. Τα υπόλοιπα χάθηκαν «κι εξακολουθούν να χάνονται…», έλεγε. Έλεγε ακόμα πως τα φύλλα, οι τρίχες και τα φτερά των πουλιών και τα λέπια των ψαριών είναι το ίδιο πράγμα. Είχε καταλάβει πως τα όργανα αυτά επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες, αν και διαφέρουν τόσο πολύ στην εμφάνιση. Ο Εμπεδοκλής ήταν επίσης ο πρώτος που συνυπολόγισε την τυχαιότητα στην εξέλιξη των ειδών και διατύπωσε την άποψη πως «πολλές ιδιότητες που έχουν τα ζώα τις έχουν επειδή έτυχε». (Αριστοτέλης, Φυσικά)
Σήμερα η αναζήτηση της αλήθειας συνεχίζεται, και η Γνωσιολογία δεν αποτελεί πλέον στην εποχή μας ένα απομονωμένο πεδίο φιλοσοφικής σκέψης, αλλά συνεργάζεται με επιστημονικούς κλάδους της βιολογίας, της νευροφυσιολογίας, της ψυχολογίας, της πληροφορικής και της κοινωνιολογίας. Για να μάθουμε ποιοι μηχανισμοί των αισθήσεων και του νου μας μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστοι και πότε λειτουργούν σωστά, για να μάθουμε δηλαδή ποιοι μηχανισμοί και σε ποιες συνθήκες παρέχουν κατά κανόνα αληθείς πεποιθήσεις, μπορούμε να καταφύγουμε στις επιστήμες αυτές (τις ΘΕΤΙΚΕΣ δηλαδή επιστήμες).
Η σύγχρονη νευροβιολογία έχει αποδείξει ότι σε κάθε ερέθισμα του περιβάλλοντός μας, ο εγκέφαλος συμπληρώνει με αυθαίρετο και υποκειμενικό τρόπο τα στοιχεία που λείπουν. Εάν το δεξί ημισφαίριο βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία με το αριστερό, τα στοιχεία της πραγματικότητας που θα δημιουργήσει ο εγκέφαλος θα είναι θετικά για τη ζωή μας. Οι επιστήμονες έχουν καταλήξει ότι τα πάντα γίνονται αντιληπτά, και μετά από επεξεργασία καταλήγουν σε συμπεράσματα, με αυθαίρετο, υποκειμενικό, και προσωπικό τρόπο. Δεν υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα αλλά άπειρες υποκειμενικές, που για κάποιους λόγους σε λίγα ή πολλά σημεία συμφωνούν, και αυτές οι συμφωνίες σχηματίζουν τις εκάστοτε περιορισμένες στον χρόνο κοινωνικές παραδοχές, τις συμβάσεις.
Κάθε επιμέρους κοινωνία παράγει συμβατικές αρχές, οι οποίες είναι γενικεύσεις αποδεκτές μόνο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ομάδας. Μια τέτοια «κοινή λογική» μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αυθόρμητη αντίληψη, κοινή» στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Οι απλουστευτικές προσπάθειες περιγραφής των άλλων συχνά είναι αναγωγή των στοιχείων των άλλων στις γενικεύσεις ή τις κατηγορίες του παρατηρητή.
Οι γενικεύσεις μπορεί να βασίζονται στις ιδεολογικές εξαρτήσεις από ομάδες με συγκεκριμένους στόχους. Η ατομοκεντρική βάση αυτών των αντιλήψεων οδηγεί σε μια προσέγγιση των άλλων, είτε θετική είτε αρνητική, η οποία σε τελική ανάλυση είναι εξίσου άκριτη με τις γενικεύσεις της κοινής λογικής, τις οποίες η ίδια εξαρχής επικρίνει. Μάλιστα, μια τέτοια προπαγάνδα, αν είναι επιτυχής, μπορεί εν καιρώ να αποκτήσει η ίδια την αυθεντία της κοινής λογικής. Σε αντίθεση με την κοινή λογική, που μπορεί κάλλιστα να χαρακτηρίζεται από στερεότυπα, ή με την προπαγάνδα, που σχετίζεται με ιδεολογικές σκοπιμότητες, η αποτελεσματική γενίκευση απαιτεί την τυπική και κριτική αντιμετώπιση που μπορεί να προσφέρει η θεωρητική σκέψη.
Η επιστημονική εικόνα του κόσμου διαφέρει οπό τις ποικίλες προεπιστημονικές, εξωεπιστημονικές και αντιεπιστημονικές αντιλήψεις (μυθολογία, θρησκεία κ.λπ.), δεδομένου ότι εδράζεται στα δεδομένα ορισμένης θεμελιώδους θεωρίας (θεωριών): της κλασικής μηχανικής (μέχρι τον 19ο αι.), της κβαντικής μηχανικής, της θεωρίας της σχετικότητας κ.λπ. Λειτουργεί ως γενικό επιστημονικό πλαίσιο και ως κοσμοθεωρητικό πεδίο αναφοράς για την επιστήμη, ως ορισμένη παράδοση, ικανή να επενεργήσει προοδευτικά (δημιουργικά, ευρετικά) είτε συντηρητικά (δογματικά κ.λπ.) στην πορεία της επιστημονικής γνώσης. Η αποδοχή ορισμένων αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας (χωρίς την αντιφατική πορεία που οδήγησε σ' αυτά), η πρόκριση, η απολυτοποίηση και κάποια συγκεκριμένα πρότυπα επιστήμης και επιστημονικότητας οδηγούν συχνά σε επικίνδυνες επιστημονικές απόψεις, όπως είναι, λόγου χάριν, η Ευγονική.
Στερεοτυπικές πεποιθήσεις στην Ιστορία προκύπτουν, συχνά, από την εσφαλμένη ιστοριογραφική ερμηνεία των γεγονότων. Όταν γενικεύθηκε η αποδοχή της θεωρίας του Δαρβίνου περί της Εξέλιξης των Ειδών, κάποιοι κοινωνιολόγοι και ιστορικοί την παρερμήνευσαν, εφαρμόζοντάς την και στην Κοινωνική Εξέλιξη του ανθρώπου. Αυτή η τάση ονομάστηκε "κοινωνικός δαρβινισμός", και απέβλεπε στην ερμηνεία της προόδου ΩΡΙΣΜΕΝΩΝ μόνο φυλών βάσει μιας εσφαλμένης εικασίας: πως οι "ικανοί" και οι "ισχυρότεροι βιολογικά" επιβιώνουν μέσα στην εξέλιξη της Ιστορίας, ενώ κάποιοι "αδύναμοι" ή "υποδεέστεροι" εκφυλίζονται και χάνονται. Αυτήν τη θεωρία την "αγκάλιασαν" με μεγάλη χαρά οι ναζιστές επιστήμονες,όσοι δηλαδή εργάστηκαν πριν από τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στην οικοδόμηση του τερατουργήματος του Ναζισμού στη χιτλερική Γερμανία.
Η θεωρία περί υπάρξεως "ισχυρών" ή "ανώτερων" φυλών και "ασθενών" ή "κατώτερων" φυλών στην ανθρωπότητα, βασίζεται σε μια παρερμηνεία της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης. Η ιδεολογία των φυλετιστών (των ρατσιστών, δηλαδή) πρεσβεύει πως τάχατες υπηρετεί κάποιον "Φυσικό Νόμο", που όμως δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά. Το γεγονός πως οι άνθρωποι, φερ'ειπείν, ανήκουν σε διαφορετικές φυλές είναι μια απλή παρατήρηση βάσει του χρώματος του δέρματός τους, και κάθε άλλο παρά τους κατατάσσει αξιολογικά σε "ανώτερους" και "κατώτερους". Η ιδεολογία των ρατσιστών υποδύεται πως "μάχεται", δήθεν, " ώστε η κάθε Φυλή ή Εθνότητα να κατοικεί και να αναπτύσσεται στον φυσικό, ζωτικό της χώρο, στην περιοχή δηλαδή όπου και εμφανίστηκε και κυριαρχεί". Βλέπουμε πως στη φράση αυτήν υπάρχουν τρία εσκεμμένα λάθη λογικής: το πρώτο λάθος είναι πως η έννοια της Φυλής ή της Εθνότητας είναι αυθαίρετη, επιστημονικά δηλαδή δεν στέκει. Το δεύτερο λάθος είναι η σιωπηρή και αβασάνιστη παραδοχή πως υπάρχει, δήθεν, ένας "φυσικός χώρος" για κάθε εθνότητα, πράγμα που αναιρείται από την ίδια την Ιστορία του ανθρώπινου γένους: οι φυλές των ανθρώπων διαρκώς μετακινούνταν, μετανάστευαν, σκότωναν άλλους λαούς και έπαιρναν δια της βίας την εξουσία του γεωγραφικού τους χώρου. Καμιά φυλή δεν "φύτρωσε" από μόνη της σε κανένα μέρος της γης, εκτός ίσως από τους πρώτους ανθρώπους που, μετά από αμέτρητα χρόνια βιολογικής εξέλιξης, βρέθηκαν να κατοικούν συμπτωματικά σε κάποιο γεωγραφικό μήκος και πλάτος, π.χ. στην Αφρική.
Οι σωματικές διαφορές ανάμεσα στα ανθρώπινα άτομα είναι δεδομένες και το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τη φυσική ποικιλία του φαινότυπου σε όλα τα είδη ζωής. Και μπορεί κανείς να παρατηρεί τις σωματικές διαφορές,τις διαφορές ύψους, χρώματος ματιών, τριχοφυίας, χρώματος δέρματος, φύλου, κλπ., χωρίς να φαντάζεται πως υπάρχουν και αντίστοιχες πνευματικές και πολιτισμικές διαφορές που εξαρτώνται από τις σωματικές. Ο μύθος της "αυτοχθονίας" είναι ο μεγαλύτερος φιλοσοφικός-ιστορικός μύθος της ανθρωπότητας, και επινοήθηκε για να δικαιολογήσει την περιχαράκωση των εθνικιστών στον γεωγραφικό χώρο που θέλουν να θεωρούν "ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ"!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΠΩΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕ Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ (ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ) ΧΩΡΟ

Όλο και περισσότερο γίνεται λόγος στις ανθρωπιστικές επιστήμες για τη σημασία της γεωγραφίας και των χαρτών. Παλιά, δεν νοείτο ταξίδι δίχ...